Η δημοσιοποίηση των δηλώσεων Πόθεν Έσχες των πολιτικών προσώπων συνοδεύεται σχεδόν κάθε χρόνο από δημόσιο ενδιαφέρον, συγκρίσεις και σχολιασμούς γύρω από τα εισοδήματα, τις καταθέσεις και την οικονομική επιφάνεια των εκπροσώπων της πολιτικής ζωής. Η περίπτωση του Παύλου Σαράκη, με δηλωμένα εισοδήματα εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, πολυάριθμα ακίνητα, σημαντικές τραπεζικές καταθέσεις και επιχειρηματική δραστηριότητα, αποτέλεσε αφορμή για την ενεργοποίηση μιας γνώριμης συλλογικής φαντασίωσης γύρω από την ιδέα της «μεγάλης ευκαιρίας», της επαγγελματικής εξαίρεσης που υπόσχεται οικονομική άνοδο και απομάκρυνση από την επισφάλεια.
Πέρα από τις εκάστοτε ζηλευτές ιστορίες οικονομικής επιτυχίας, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο τέτοιες αφηγήσεις ενεργοποιούν βαθύτερες ψυχικές και κοινωνικές προσδοκίες. Η σύγχρονη κουλτούρα της εργασίας οργανώνεται ολοένα λιγότερο γύρω από τη σταδιακή επαγγελματική εξέλιξη, τη σταθερότητα και τη μακροπρόθεσμη οικοδόμηση μιας πορείας ζωής, ενισχύοντας σταδιακά τη φαντασίωση της «μιας ευκαιρίας» που θα μπορούσε να αλλάξει τα πάντα. Μια επένδυση, μια startup, ένα viral περιεχόμενο, μια δικαστική υπόθεση, μια επιχειρηματική κίνηση ή ακόμη και μια ξαφνική ψηφιακή αναγνωρισιμότητα αρχίζουν έτσι να προβάλλονται ως πιθανοί μηχανισμοί απότομης κοινωνικής ανόδου.
Η ψυχοδυναμική λειτουργία αυτής της φαντασίωσης συνδέεται στενά με το άγχος επισφάλειας που χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος των παραγωγικών γενεών, μέσα σε ένα περιβάλλον που περιγράφεται ολοένα συχνότερα στη βιβλιογραφία ως συνθήκη του «πρεκαριάτου (precariat)» (Standing, 2011). Σε κοινωνίες όπου η εργασία παύει να προσφέρει προβλεψιμότητα, η επιθυμία μετατοπίζεται από τη μακρά επένδυση στον επαγγελματικό χρόνο προς την αναζήτηση της εξαίρεσης. Από ψυχαναλυτική σκοπιά, η φαντασίωση του ξαφνικού πλουτισμού λειτουργεί συχνά ως μηχανισμός άρνησης της αβεβαιότητας. Το υποκείμενο επιχειρεί να προστατευθεί από το άγχος μιας μακράς και αβέβαιης επαγγελματικής διαδρομής επενδύοντας συναισθηματικά στην πιθανότητα μιας μελλοντικής «εκτόξευσης». Η «μεγάλη ευκαιρία» αποκτά έτσι σχεδόν σωτηριολογικά χαρακτηριστικά, συνδεόμενη με την υπόσχεση απαλλαγής από την αίσθηση ανεπάρκειας, κοινωνικής καθυστέρησης ή επαγγελματικής αορατότητας, ενώ η προσδοκία της μελλοντικής εξαίρεσης αρχίζει σταδιακά να υποκαθιστά έναν σταθερό σχεδιασμό ζωής.
Η κουλτούρα των ψηφιακών μέσων κοινωνικής δικτύωσης ενισχύει αποφασιστικά αυτή τη διαδικασία. Οι ψηφιακές πλατφόρμες κατασκευάζουν ένα περιβάλλον συνεχούς έκθεσης σε αφηγήσεις οικονομικής επιτυχίας, γρήγορου πλουτισμού και επιδεικτικής κατανάλωσης. Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στη σταδιακή εσωτερίκευση ενός μοντέλου αξίας, σύμφωνα με το οποίο η προσωπική επιτυχία οφείλει να είναι εντυπωσιακή, ορατή και οικονομικά μετρήσιμη. Έρευνες δείχνουν ότι η συνεχής έκθεση σε κοινωνικές συγκρίσεις μέσω των ψηφιακών μέσων σχετίζεται με αυξημένο άγχος, χαμηλότερη αυτοεκτίμηση και αίσθηση ανεπάρκειας, ιδιαίτερα όταν το άτομο αντιλαμβάνεται ότι υπολείπεται των προβαλλόμενων προτύπων ζωής (Vogel et al., 2014).
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εργασία παύει συχνά να βιώνεται ως σταδιακή διαδικασία συγκρότησης ταυτότητας και μετατρέπεται σε διαρκή δοκιμασία απόδοσης. Η επαγγελματική σχέση απορρυθμίζεται, μέσα σε ένα περιβάλλον εργασιακής αστάθειας και αποσπασματικότητας που δυσκολεύει τη συγκρότηση σταθερής επαγγελματικής ταυτότητας (Sennett, 1998). Η υπομονή απέναντι στον χρόνο μειώνεται. Η επένδυση στη μαθησιακή διαδικασία ή στη σταδιακή εξέλιξη βιώνεται συχνά ως καθυστέρηση μέσα σε ένα πολιτισμικό περιβάλλον που δυσκολεύεται να ανεχθεί τον αργό χρόνο της ωρίμανσης (Han, 2015). Το αποτέλεσμα είναι μια κουλτούρα εύκολης απογοήτευσης, ταχείας επαγγελματικής εξάντλησης και συνεχούς μετακίνησης από στόχο σε στόχο. Η αίσθηση αποτυχίας ενισχύεται μέσα από τη συνεχή σύγκριση με μια αλγοριθμικά επιλεγμένη βιτρίνα ζωών που προβάλλονται ως μόνιμα επιτυχημένες.
Το πρόβλημα γίνεται βαθύτερο όταν η οικονομική αξία μετατρέπεται σταδιακά σε βασικό μέτρο υπαρξιακής αξίας. Η δημόσια κουλτούρα επιτυχίας αρχίζει τότε να διαμορφώνει ανθρώπους που δυσκολεύονται να βιώσουν ικανοποίηση μέσα από σταθερές μορφές εργασίας, συλλογικές διαδικασίες ή αργούς ρυθμούς επαγγελματικής εξέλιξης. Ο επαγγελματικός χρόνος χάνει τη συνέχεια και τη διάρκεια που άλλοτε τον χαρακτήριζαν. Στο προσκήνιο κυριαρχεί η ανάγκη για γρήγορη επιβεβαίωση, άμεση αναγνώριση και ορατό αποτέλεσμα.
Η δημόσια συζήτηση γύρω από τον πλούτο πολιτικών ή επιχειρηματικών προσώπων αγγίζει βαθύτερες συλλογικές αγωνίες γύρω από την αξία, την κοινωνική άνοδο, την ασφάλεια και το αίσθημα προσωπικής επάρκειας. Σε μια εποχή όπου η εικόνα της επιτυχίας κυκλοφορεί με αλγοριθμική ταχύτητα και η σύγκριση έχει μετατραπεί σχεδόν σε μόνιμη ψυχική συνθήκη, η φαντασίωση της «μιας μεγάλης ευκαιρίας» εμφανίζεται ολοένα συχνότερα ως σύμπτωμα μιας κοινωνίας που δυσκολεύεται να επενδύσει ξανά στη διάρκεια, στη σταθερότητα και στην αργή οικοδόμηση νοήματος.
Αναφερόμενη βιβλιογραφία
Han, B.-C. (2015). The burnout society (E. Butler, Trans.). Stanford University Press. https://doi.org/10.1515/9780804797504
Sennett, R. (1998). The corrosion of character: The personal consequences of work in the new capitalism. W.W. Norton.
Standing, G. (2011). The precariat: The new dangerous class. Bloomsbury Academic. https://doi.org/10.5040/9781849664554
Vogel, E. A., Rose, J. P., Roberts, L. R., & Eckles, K. (2014). Social comparison, social media, and self-esteem. Psychology of Popular Media Culture, 3(4), 206–222. https://doi.org/10.1037/ppm0000047
*Αντώνης-Μάριος ΠαΠαγιώτης, e-κοδόμος.
Δόκιμος Ψυχολόγος / Υπό διαμόρφωση Ψυχοθεραπευτής – σε μακρά θεραπεία με την ακαδημαϊκή κοινότητα
Ο ίδιος, κινείται μεταξύ ετερόκλητων ακαδημαϊκών και επαγγελματικών πεδίων, με σταθερό προσανατολισμό στην ψυχολογία και την ψυχοθεραπεία. Η εμπειρία του στον ανθρωπιστικό τομέα αποδεικνύεται μετασχηματιστική, ενώ η ενεργή του παρουσία στον χώρο της επικοινωνίας, του πολιτικού και ψηφιακού μάρκετινγκ συνεχίζει να τροφοδοτεί τις συνθετικές του αναζητήσεις. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν στις ψυχολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές επιπτώσεις των τεχνολογικά διαμεσολαβημένων αλληλεπιδράσεων.































