Η πρόσφατη πρόταση του βουλευτή Έβρου Τάσου Δημοσχάκη για τη διενέργεια ψυχοτεχνικών τεστ στους υποψήφιους βουλευτές προκάλεσε αίσθηση, συνοδευόμενη συχνά από ειρωνικές αντιδράσεις, καθώς έφερε στο προσκήνιο ένα ζήτημα που η πολιτική τάξη συνήθως αποφεύγει να συζητήσει δημόσια: την ψυχική συγκρότηση, τη γνωστική επάρκεια και τη δυνατότητα διαχείρισης της ευθύνης εκ μέρους των προσώπων που διεκδικούν δημόσια εξουσία και την αντιπροσώπευση των πολιτών. Η πρόταση διατυπώθηκε κατά την τελευταία συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας στις 7 Μαΐου 2026, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συζήτησης γύρω από θεσμικές αλλαγές, ζητήματα διαφάνειας και την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος.
Η πρώτη αντίδραση απέναντι σε μια τέτοια σκέψη είναι συχνά αμυντική. Η πολιτική υποψηφιότητα συνδέεται με τη λαϊκή κυριαρχία, την ελεύθερη συμμετοχή και την ισότητα πρόσβασης στον δημόσιο βίο. Κάθε μηχανισμός αξιολόγησης μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, με φίλτρο αποκλεισμού. Η ψυχομετρική αξιολόγηση μπορεί, ωστόσο, να προσεγγιστεί ως θεσμική πράξη αυτογνωσίας και ως απόπειρα μεταφοράς στην πολιτική ζωή μιας αρχής ήδη αυτονόητης σε άλλα πεδία υψηλής ευθύνης, σύμφωνα με την οποία η άσκηση εξουσίας και η διαχείριση συλλογικών αποφάσεων προϋποθέτουν στοιχειώδη ικανότητα αυτορρύθμισης, επίγνωσης, αντοχής στην πίεση, σχέσης με την πραγματικότητα και διαχείρισης της επιθετικότητας.
Κρίσιμο ζήτημα παραμένει η οριοθέτηση ανάμεσα στην ψυχομετρική αξιολόγηση και στην ψυχιατρικοποίηση της πολιτικής ζωής. Η χρήση ψυχομετρικών εργαλείων οφείλει να απομακρύνεται από λογικές στιγματισμού, παθολογικοποίησης της διαφορετικότητας ή αποκλεισμού προσώπων με βάση στοιχεία ιδιοσυγκρασίας και προσωπικού ύφους. Το ενδιαφέρον μιας τέτοιας διαδικασίας αφορά περισσότερο σταθερά χαρακτηριστικά συμπεριφοράς, μορφές λήψης απόφασης, αντοχή στη ματαίωση, δεοντολογικό προσανατολισμό και δυνατότητα συνεργασίας. Η διεθνής βιβλιογραφία δείχνει ότι η προσωπικότητα σχετίζεται με την ανάδυση και την αποτελεσματικότητα της ηγεσίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η πολιτική μπορεί να αναχθεί σε ένα ψυχολογικό σκορ (Judge et al., 2002). Η ηγεσία συνιστά τρόπο σχέσης με την ομάδα και τον θεσμό (Hogan & Kaiser, 2005).
Από ψυχαναλυτική σκοπιά, η πολιτική εξουσία λειτουργεί ως προνομιακό πεδίο προβολής. Το υποκείμενο μεταφέρει στον δημόσιο χώρο άμυνες, φαντασιώσεις και ναρκισσιστικές επενδύσεις που συνεχίζουν να οργανώνουν τον ψυχισμό του και εντός της πολιτικής σκηνής. Η δημόσια έκθεση συχνά ενισχύει στοιχεία που στον ιδιωτικό ψυχισμό παραμένουν αδιερεύνητα ή ανεπεξέργαστα. Η ανάγκη αναγνώρισης μπορεί να μεταμφιεστεί σε αίσθημα αποστολής. Η δυσανεξία στην κριτική μπορεί να εμφανιστεί ως αποφασιστικότητα. Η επιθετικότητα μπορεί να παρουσιαστεί ως πυγμή. Ο ναρκισσισμός συχνά εισέρχεται στον δημόσιο λόγο ως «ισχυρή ηγεσία». Παράλληλα, έρευνες γύρω από τον ναρκισσισμό και την ηγεσία δείχνουν ότι μπορεί να διευκολύνει την ανάδυση ενός προσώπου ως ηγέτη, χωρίς να εγγυάται αντίστοιχη αποτελεσματικότητα στη συνέχεια (Grijalva et al., 2015).
Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται η αξία μιας σοβαρής ψυχομετρικής προσέγγισης. Μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε να συμβάλει σε μια πιο έντιμη χαρτογράφηση της σχέσης ενός υποψηφίου με την ευθύνη που συνεπάγεται η δημόσια εκπροσώπηση. Θα ήταν δυνατόν, για παράδειγμα, να εξετάζονται στοιχεία όπως η παρορμητικότητα, η ικανότητα αναστολής, η συναισθηματική σταθερότητα, η ενσυναίσθηση, η ανοχή στην αμφισημία, η τάση για χειριστικότητα, η αντίληψη θεσμικών ορίων και η δυνατότητα συνεργασίας.
Βέβαια, μια τέτοια διαδικασία θα ήταν επικίνδυνη εφόσον οργανωνόταν πρόχειρα ή χωρίς σαφές επιστημονικό πλαίσιο. Τα ψυχομετρικά εργαλεία προϋποθέτουν εγκυρότητα, αξιοπιστία, πολιτισμική προσαρμογή, σαφή σκοπό χρήσης και αυστηρή δεοντολογική εποπτεία. Διαφορετικά, η ψυχομετρία μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε μορφή τεχνοκρατικής αυθαιρεσίας. Η βιβλιογραφία γύρω από τις διαδικασίες επιλογής προσωπικού επιμένει ακριβώς σε αυτό το σημείο: τα τεστ αποκτούν ουσιαστική αξία όταν είναι σταθμισμένα, συναφή με το αντικείμενο αξιολόγησης και ενταγμένα σε ένα συνολικό πλαίσιο κρίσης, μέσα στο οποίο αποφεύγονται απλουστευτικές ή στιγμιαίες ετυμηγορίες (Sackett et al., 2017).
Εξάλλου, η εκλογή ενός βουλευτή απορρέει από τη λαϊκή κυριαρχία και τη σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μια ψυχομετρική διαδικασία θα μπορούσε να λειτουργήσει συμπληρωματικά ως μηχανισμός διαφάνειας, εφόσον θεσπιστεί με προστασία προσωπικών δεδομένων, ανεξάρτητη επιστημονική εποπτεία και σαφή όρια δημοσιοποίησης. Ο ρόλος της θα αφορούσε την αποτύπωση ενδείξεων καταλληλότητας για θέσεις υψηλής ευθύνης και τη διερεύνηση χαρακτηριστικών που σχετίζονται με τη διαχείριση της πίεσης και της συλλογικής ευθύνης.
Η αντίρρηση ότι η πολιτική χρειάζεται πάθος περισσότερο από διαδικασίες αξιολόγησης είναι κατανοητή, ιδίως όταν η ψυχική διερεύνηση εκλαμβάνεται ως παράγοντας περιορισμού της ζωντάνιας του πολιτικού υποκειμένου. Η κοινωνία, όμως, έχει πληρώσει ακριβά μορφές ηγεσίας που συγχέουν την αποφασιστικότητα με την αλαζονεία, την ταχύτητα με την παρορμητικότητα και την επικοινωνιακή άνεση με την ψυχική ωριμότητα. Η πολιτική ζωή συχνά αναδεικνύει πρόσωπα ικανά να προσελκύουν το βλέμμα του κοινού, ενώ δυσκολεύονται να αντέξουν το βάρος της ευθύνης που συνοδεύει τη συλλογική προσδοκία που επενδύεται πάνω τους.
Η πρόταση για ψυχομετρική αξιολόγηση των υποψηφίων βουλευτών αξίζει να συζητηθεί, καθώς μπορεί να ανοίξει έναν ωριμότερο διάλογο γύρω από την ποιότητα της πολιτικής εκπροσώπησης και της δημόσιας ευθύνης. Η δημοκρατική λειτουργία συνδέεται με το δικαίωμα του εκλέγεσθαι, αλλά και με τη θεσμική υποχρέωση εκείνου που διεκδικεί εξουσία να στέκεται απέναντι στους πολίτες με στοιχειώδη λογοδοσία για τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται, αποφασίζει, συγκρούεται και αντέχει.
Στην πολιτική, όπου το ασυνείδητο συχνά ντύνεται με θεσμικό ένδυμα, μια τέτοια γλώσσα ενδέχεται να λειτουργήσει προστατευτικά για τη δημοκρατική διαδικασία και το κοινωνικό σώμα. Υπενθυμίζει ότι η εξουσία χωρίς ψυχική επεξεργασία μπορεί να μετατραπεί σε αναπαράσταση ανεπεξέργαστων επιθυμιών και ναρκισσιστικών επενδύσεων που προβάλλονται πάνω στην κοινωνία.
Αναφερόμενη βιβλιογραφία
Grijalva, E., Harms, P. D., Newman, D. A., Gaddis, B. H., & Fraley, R. C. (2015). Narcissism and leadership: A meta-analytic review of linear and nonlinear relationships. Personnel Psychology, 68(1), 1–47. https://doi.org/10.1111/peps.12072
Hogan, R., & Kaiser, R. B. (2005). What we know about leadership. Review of General Psychology, 9(2), 169–180. https://doi.org/10.1037/1089-2680.9.2.169
Judge, T. A., Bono, J. E., Ilies, R., & Gerhardt, M. W. (2002). Personality and leadership: A qualitative and quantitative review. Journal of Applied Psychology, 87(4), 765–780. https://doi.org/10.1037/0021-9010.87.4.765
Sackett, P. R., Lievens, F., Van Iddekinge, C. H., & Kuncel, N. R. (2017). Individual differences and their measurement: A review of 100 years of research. Journal of Applied Psychology, 102(3), 254–273. https://doi.org/10.1037/apl0000151
*Αντώνης-Μάριος ΠαΠαγιώτης, e-κοδόμος.
Δόκιμος Ψυχολόγος / Υπό διαμόρφωση Ψυχοθεραπευτής – σε μακρά θεραπεία με την ακαδημαϊκή κοινότητα
Ο ίδιος, κινείται μεταξύ ετερόκλητων ακαδημαϊκών και επαγγελματικών πεδίων, με σταθερό προσανατολισμό στην ψυχολογία και την ψυχοθεραπεία. Η εμπειρία του στον ανθρωπιστικό τομέα αποδεικνύεται μετασχηματιστική, ενώ η ενεργή του παρουσία στον χώρο της επικοινωνίας, του πολιτικού και ψηφιακού μάρκετινγκ συνεχίζει να τροφοδοτεί τις συνθετικές του αναζητήσεις. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν στις ψυχολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές επιπτώσεις των τεχνολογικά διαμεσολαβημένων αλληλεπιδράσεων.





























