«Ωραία που τα λες, μα έλα που σε ξέρω». Ο πολυτραγουδισμένος στίχος ακούστηκε από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης αποκτώντας ακαριαία και πολιτική ζωή. Πέρα όμως από την πρωθυπουργική αφιέρωση στον κ. Τσίπρα, η φράση κρύβει ένα διαχρονικό ψυχολογικό ερώτημα: γιατί, τελικά, μας αρέσουν όσοι «τα λένε ωραία»;
Η απάντηση συνδέεται με ορισμένες θεμελιώδεις λειτουργίες της ανθρώπινης σκέψης. Ακούγοντας κάποιον να μιλά, αναζητούμε συνοχή και νόημα, ώστε να εντάξουμε όσα μας συμβαίνουν σε ένα κατανοητό πλαίσιο. Ιδίως σε περιόδους αβεβαιότητας, ο καθαρός, οικείος και εύληπτος λόγος μπορεί να λειτουργήσει καθησυχαστικά, περιορίζοντας, έστω προσωρινά, την πολυπλοκότητα του κόσμου.
Στη γνωστική ψυχολογία, η «ευχέρεια επεξεργασίας» αναφέρεται στον βαθμό ευκολίας με τον οποίο προσλαμβάνεται μια πληροφορία. Όταν απαιτεί μικρότερη νοητική προσπάθεια, μπορεί να ενισχύεται η αίσθηση οικειότητας και, σε ορισμένα πλαίσια, η πειστικότητά της, ανεξάρτητα από την ακρίβειά της. Η μορφή ενός μηνύματος επηρεάζει, επομένως, και τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούμε το περιεχόμενό του.
Στην πρόσληψη του δημόσιου λόγου σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν επίσης η μνήμη και το συναίσθημα. Φράσεις, εικόνες, μεταφορές και προσωπικές αφηγήσεις μπορούν να διευκολύνουν τη μνημονική ανάκληση και να προσδώσουν στο μήνυμα συναισθηματική σημασία. Η δημόσια επικοινωνία διαμορφώνεται έτσι μέσα από την αλληλεπίδραση γνωστικής επεξεργασίας, μνήμης, συναισθήματος και ταύτισης.
Η ίδια ψυχολογική οπτική αναδεικνύει και μια διαφορετική διάσταση του δημόσιου λόγου, εκεί όπου κυριαρχούν ο φόβος, η απειλή και η σύγκρουση. Μηνύματα με αρνητικό περιεχόμενο τείνουν να προσελκύουν ευκολότερα την προσοχή μας. Το γεγονός, όμως, ότι ένα μήνυμα τραβά την προσοχή δεν σημαίνει ότι πείθει ή κινητοποιεί εκείνον που το ακούει.
Η πτυχή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε κοινωνίες που έχουν περάσει διαδοχικές περιόδους ανασφάλειας. Η οικονομική κρίση, η πολιτική πόλωση, η πανδημία, οι διεθνείς αναταράξεις και οι πιέσεις της καθημερινότητας έχουν διαμορφώσει ένα συσσωρευμένο υπόβαθρο αβεβαιότητας, μέσα στο οποίο προσλαμβάνεται και η πολιτική επικοινωνία.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο έντονα συγκρουσιακός λόγος μπορεί να έχει διαφορετικές επιδράσεις στο ακροατήριο. Σε μέρος του μπορεί να ενισχύει τη συσπείρωση, ενώ σε άλλο να συνδέεται με αισθήματα απειλής, θυμού ή εξάντλησης. Ανάμεσα στις πιθανές αντιδράσεις στην αυξημένη συναισθηματική διέγερση βρίσκεται και η αποφυγή.
Η περίπτωση της σημερινής Νέας Δημοκρατίας προσφέρει ένα χαρακτηριστικό πεδίο προβληματισμού. Για τμήμα του ακροατηρίου, η δημόσια σύγκρουση με τον Αντώνη Σαμαρά ενδέχεται να συνδέεται με μνήμες προηγούμενων περιόδων έντονης πολιτικής πόλωσης και με τα αρνητικά συναισθήματα που τις συνοδεύουν. Η αποστασιοποίηση από μια τέτοια σύγκρουση δεν προδικάζει, ωστόσο, επιλογή της άλλης πλευράς.
Η αποφυγή μπορεί να λειτουργήσει ως τρόπος διαχείρισης δυσάρεστων συναισθημάτων, προσφέροντας βραχυπρόθεσμη ανακούφιση. Η απομάκρυνση ενδέχεται να επεκταθεί και στο ευρύτερο πλαίσιο που έχει συνδεθεί με τη δυσάρεστη εμπειρία. Με πολιτικούς όρους, μέρος του παραδοσιακού ακροατηρίου ενός κόμματος μπορεί να απομακρυνθεί από τη σύγκρουση συνολικά και, μαζί με αυτήν, από τον πολιτικό χώρο μέσα στον οποίο εκτυλίσσεται.
Το «ωραία που τα λες» ξεπερνά, τελικά, τη συγκεκριμένη πολιτική αναφορά και αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο ο δημόσιος λόγος μπορεί να προσελκύει, να πείθει ή να απομακρύνει. Η ένταση μπορεί να εξασφαλίζει προσοχή, η προσοχή όμως δεν εξασφαλίζει εγγύτητα. Το ζητούμενο υπερβαίνει έτσι τη μάχη της ατάκας και αφορά τη δυνατότητα της πολιτικής επικοινωνίας να δημιουργεί χώρο για σκέψη. Γιατί ο λόγος που αξίζει να ακουστεί είναι, τελικά, εκείνος που δεν μας υποχρεώνει πρώτα να αμυνθούμε.

*Αντώνης-Μάριος ΠαΠαγιώτης, e-κοδόμος.
Δόκιμος Ψυχολόγος / Υπό διαμόρφωση Ψυχοθεραπευτής – σε μακρά θεραπεία με την ακαδημαϊκή κοινότητα
Ο ίδιος, κινείται μεταξύ ετερόκλητων ακαδημαϊκών και επαγγελματικών πεδίων, με σταθερό προσανατολισμό στην ψυχολογία και την ψυχοθεραπεία. Η εμπειρία του στον ανθρωπιστικό τομέα αποδεικνύεται μετασχηματιστική, ενώ η ενεργή του παρουσία στον χώρο της επικοινωνίας, του πολιτικού και ψηφιακού μάρκετινγκ συνεχίζει να τροφοδοτεί τις συνθετικές του αναζητήσεις. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν στις ψυχολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές επιπτώσεις των τεχνολογικά διαμεσολαβημένων αλληλεπιδράσεων.





























