Η ευτυχία θέλει καμιά φορά τρία λεπτά.
Από το προηγούμενο βράδυ με είχε ρωτήσει ο πατέρας μου:
«Τι θέλεις να φας αύριο;»
«Αυγά με ντομάτα», του είπα, γιατί δεν ήθελα να τον βάλω σε κόπο.
Είναι από εκείνα τα φαγητά που στο σπίτι μας τα λέγαμε πάντα «εύκολα». Αυγά, φρέσκια ντομάτα, λίγο ψωμί. Κι αν η ντομάτα είναι καλή, δεν χρειάζεσαι τίποτε άλλο.
Είχα δουλειές στην Κοζάνη και γύρισα αργά το μεσημέρι. Μπήκα στην κουζίνα πεινασμένη.
Φαγητό πουθενά.
Για μια στιγμή σκέφτηκα: «Με ξέχασαν».
«Έτοιμη την έχω τη ντομάτα», πετάχτηκε ο πατέρας μου. «Σε τρία λεπτά σου φτιάχνω το φαγητό».
Δεν με είχε ξεχάσει. Με περίμενε.

Δεν είχε μαγειρέψει από πριν για να μη φάω τα αυγά κρύα. Είχε ετοιμάσει τη ντομάτα και περίμενε να ακούσει την πόρτα.
Σε τρία λεπτά το πιάτο ήταν μπροστά μου.
Και τότε σκέφτηκα πόσο μεγάλη τύχη μπορεί να κρύβεται μέσα σε κάτι τόσο μικρό. Να γυρίζεις στο πατρικό σου και ο πατέρας σου να είναι ακόμη εκεί, να σε περιμένει για να σου τηγανίσει δυο αυγά.
Μεγαλώνοντας αλλάζει η αξία των πραγμάτων. Κάποτε θεωρείς αυτονόητο ότι οι γονείς σου θα είναι εκεί. Ότι θα σε ρωτήσουν αν έφαγες, αν κρυώνεις, αν θα αργήσεις. Ότι θα ανοίξεις μια πόρτα και θα τους βρεις μέσα.
Μέχρι που καταλαβαίνεις ότι αυτό δεν είναι καθόλου αυτονόητο.
Όσοι έχουμε ακόμη τους γονείς μας, έχουμε μια σπουδαία πολυτέλεια. Όχι επειδή μπορούν να μας φροντίζουν όπως όταν ήμασταν παιδιά, αλλά επειδή υπάρχουν ακόμη άνθρωποι στον κόσμο που μας κοιτούν και, όσο χρονών κι αν γίνουμε, εξακολουθούν να βλέπουν το παιδί τους.
Ίσως, λοιπόν, όσο έχουμε αυτή την πολυτέλεια, να αξίζει να τη ζούμε λίγο πιο συνειδητά. Να καθόμαστε λίγο περισσότερο μαζί τους. Να ακούμε τις ίδιες ιστορίες ακόμη μία φορά. Να απαντάμε στο τηλέφωνο. Να μη θεωρούμε δεδομένο το «τι θέλεις να φας αύριο;».
Γιατί κάποια από τα πιο πολύτιμα πράγματα της ζωής, όσο τα έχουμε, μοιάζουν εντελώς συνηθισμένα.
Ακόμη και δύο αυγά με ντομάτα.
Πίστη Κρυσταλλίδου































