Ο πρόσφατος προβληματισμός που ανέκυψε με αφορμή επεισόδιο μεταξύ γνωστών προσώπων εντός του αγωνιστικού χώρου του ΟΑΚΑ, φέρνει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο δογματικό ζήτημα του Ποινικού και του Αθλητικού Δικαίου: Ποιο είναι το ειδοποιό στοιχείο που χαρακτηρίζει μια αξιόποινη πράξη ως «αθλητική βία» και ενεργοποιεί το αυστηρό, ειδικό νομοθετικό πλαίσιο; Είναι η γεωγραφική τοποθεσία (το γήπεδο) ή το κίνητρο και το ευρύτερο αθλητικό πλαίσιο της πράξης;
Η ορθή νομική ερμηνεία, εναρμονισμένη με το πνεύμα του νομοθέτη και τις γενικές αρχέςτου Δικαίου, επιτάσσει τον συνδυασμό και των δύο κριτηρίων, με σαφή όμως προτεραιότητα στο λειτουργικό κριτήριο δηλαδή το κίνητρο και τον σκοπό. Ο αθλητικός νόμος δεν θεσπίστηκε για να τιμωρεί τυφλά οποιαδήποτε παραβατικότητα εκδηλώνεται εντός των τειχών ενός σταδίου, αλλά για να προστατεύσει την ομαλότητα του αθλητικού περιβάλλοντος από έκνομες ενέργειες που μπηγάζουν από την αθλητική αντιπαλότητα ή σχετίζονται με το αθλητικό γεγονός.
Για να γίνει αυτό σαφές, αρκεί να αναλύσουμε τις δύο όψεις του ίδιου νομικού νομίσματος:
Αν δύο άτομα συναντηθούν τυχαία ή προγραμματισμένα εντός ενός σταδίου (ακόμα και στον αγωνιστικό χώρο) και συμπλακούν για μια καθαρά ιδιωτική, οικονομική ή προσωπική τους
διαφορά, η πράξη αυτή δεν συνιστά αθλητική βία, κατά την άποψη μου. Παρότι πληρούται το μτοπικό κριτήριο (ratione loci), ελλείπει πλήρως η υλική διασύνδεση με τον αθλητισμό (ratione materiae). Η πράξη δεν υποκινείται από οπαδικά κίνητρα, δεν σχετίζεται με την εξέλιξη ή το αποτέλεσμα ενός αγώνα, και δεν στρέφεται κατά της αθλητικής ιδέας. Τι γίνεται αν ένας σύζυγος χειροδικήσει κατά συζύγου, μέσα στο ΟΑΚΑ λόγω ζηλοτυπίας; Η πράξη του διώκεται αποκλειστικά με τις διατάξεις του νόμου για την Ενδοοικογενειακή Βία. Το μνγεγονός ότι το έγκλημα τελέστηκε σε κερκίδα ή γήπεδο είναι νομικά αδιάφορο για τον χαρακτηρισμό του ως «αθλητικό». Αντίστοιχα, μια συμπλοκή για προσωπικά κίνητρα συνιστά απλή σωματική βλάβη ή εκβίαση του Κοινού Ποινικού Κώδικα και όχι παραβίαση της αθλητικής νομοθεσίας.
Αντίστροφα, ας εξετάσουμε την περίπτωση όπου ένας οπαδός της Ομάδας Α, συμμετέχοντας σε γενικευμένα οπαδικά επεισόδια εντός ή εκτός γηπέδου, επιτεθεί και χτυπήσει
έναν οπαδό της Ομάδας Β, ο οποίος —χωρίς ο δράστης να το γνωρίζει μέσα στη σύγχυση – τυγχάνει να είναι ο αδελφός του ή ο πατέρας του. Σε αυτή την περίπτωση, δεν έχουμε (ή
τουλάχιστον δεν θα πρέπει να έχουμε) εφαρμογή του νόμου περί ενδοοικογενειακής βίας, αλλά καθαρή περίπτωση αθλητικής βίας. Ο δράστης δεν κινήθηκε με “ενδοοικογενειακό δόλο”, δεν επεδίωξε να πλήξει την οικογενειακή ειρήνη ή να επιβληθεί σε ένα ευάλωτο μέλος της οικογένειάς του. Το κίνητρό του ήταν αμιγώς οπαδικό, εντασσόμενο τυφλά στο πλαίσιο της αθλητικής βίας. Η συγγενική σχέση εδώ αποτελεί μια τυχαία σύμπτωση που δεν μεταβάλλει την ποινική φύση της πράξης. Το έννομο αγαθό που επλήγη πρωτογενώς ήταν η δημόσια τάξη και η ασφάλεια των
αθλητικών εκδηλώσεων.
Άρα, το Δίκαιο δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται μηχανιστικά με βάση τις γεωγραφικές συντεταγμένες ενός εγκλήματος. Ο χώρος (το γήπεδο) λειτουργεί συχνά ως επιβαρυντική περίσταση ή ως τεκμήριο, αλλά το κίνητρο και ο σκοπός είναι αυτά που προσδίδουν στην πράξη την ποινική της ταυτότητα.
Ηλίας Σιδέρης
Δικηγόρος
































