Οι κοινοβουλευτικές αίθουσες αποτελούν τον χώρο όπου μια δημοκρατία καλείται να διαχειριστεί τις αντιφάσεις της χωρίς να απεμπολεί τις θεμελιώδεις αρχές της. Η αποστολή τους περιλαμβάνει την παραγωγή νόμων, τη διαμόρφωση των όρων της δημόσιας συζήτησης και την επεξεργασία σύνθετων κοινωνικών ζητημάτων με τρόπο που να υπηρετεί τον θεσμικό διάλογο και τη δημοκρατική λογοδοσία. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η λειτουργία αυτή όταν συζητούνται ζητήματα που αγγίζουν την ανθρώπινη ζωή, τα δικαιώματα και τη συλλογική συνείδηση μιας κοινωνίας.
Η πρόσφατη κοινοβουλευτική αντιπαράθεση, κατά τη συζήτηση και ψήφιση του νέου νομοθετικού πλαισίου εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, ανέδειξε ένα βαθύτερο πρόβλημα του πολιτικού λόγου. Μέσα σε αυτό το ήδη φορτισμένο πεδίο, η φράση του κυβερνητικού βουλευτή κ. Μ. Βορίδη «Θα τη βουλιάξουμε τη βάρκα ή δεν θα τη βουλιάξουμε;», ανεξαρτήτως των προθέσεων με τις οποίες διατυπώθηκε, λειτούργησε ως αφορμή για έναν ευρύτερο προβληματισμό γύρω από τα όρια και τις ευθύνες του δημόσιου λόγου.
Ορισμένες διατυπώσεις αποκτούν αυτοτελή παρουσία στον δημόσιο χώρο. Αναπαράγονται, αποκόπτονται από το αρχικό τους συμφραζόμενο και λειτουργούν ως εικόνες, σύμβολα και φορείς νοημάτων που συχνά υπερβαίνουν την πρόθεση του ομιλητή. Όταν το αντικείμενο της συζήτησης είναι άνθρωποι που βρίσκονται στη θάλασσα, η γλώσσα φέρει ιδιαίτερη πολιτική και ηθική βαρύτητα. Συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση του τρόπου με τον οποίο μια κοινωνία αντιλαμβάνεται όσους βρίσκονται εκτός των συνόρων της, καθώς και στη θέση που τους αποδίδει μέσα στο πεδίο της δημόσιας ευαισθησίας. Μέσα από τις λέξεις, το πρόσωπο αποκτά ορατότητα ως φορέας διαδρομής, δεσμών, δικαιωμάτων και προσδοκιών. Οι ίδιες λέξεις επηρεάζουν και τον τρόπο με τον οποίο μια κοινότητα αντιλαμβάνεται τη θέση του στους κόλπους της.
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι διαδικασίες κοινωνικού αυτοματισμού συχνά συνοδεύονται από μεταβολές στον τρόπο με τον οποίο περιγράφονται συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων. Η διάβρωση της κοινωνικής ευαισθησίας προηγείται των περιορισμών που αφορούν δικαιώματα και εγγυήσεις προστασίας. Παράλληλα, η εξοικείωση με εικόνες και σχήματα λόγου που παρουσιάζουν τον «Άλλο» πρωτίστως ως απειλή, βάρος ή πρόβλημα προς διαχείριση μεταβάλλει σταδιακά το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώνονται οι κοινωνικές και πολιτικές αντιλήψεις. Η απανθρωποποίηση αναπτύσσεται συνήθως μέσα από μικρές και διαδοχικές γλωσσικές μετατοπίσεις. Ενσωματώνεται στον δημόσιο λόγο ως υπαινιγμός, ως αστεϊσμός, ως υπερβολή ή ως υποθετικό ερώτημα, μέχρις ότου οι συμβολικές της προϋποθέσεις καταστούν οικείες.
Ο αναγκαστικός εκτοπισμός ανθρώπων εξαιτίας πολέμων, διώξεων, πολιτικής αστάθειας, φτώχειας ή ευρύτερων γεωπολιτικών και περιβαλλοντικών μεταβολών συνιστά μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις της εποχής μας. Οι τοπικές κοινωνίες καλούνται να διαχειριστούν πραγματικές πιέσεις, τα κράτη λειτουργούν υπό συγκεκριμένους θεσμικούς και οικονομικούς περιορισμούς και οι κυβερνήσεις ασκούν πολιτικές διαχείρισης των συνόρων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους. Η πολυπλοκότητα του ζητήματος απαιτεί σοβαρή πολιτική συζήτηση και θεσμική επεξεργασία. Παράλληλα, υπενθυμίζει μια διάσταση της ανθρώπινης συνθήκης που συχνά υποχωρεί από τον δημόσιο προβληματισμό. Η ανθρώπινη ιστορία είναι σε μεγάλο βαθμό ιστορία μετακινήσεων και, υπό ορισμένες συνθήκες, καθένας μπορεί να βρεθεί στη θέση εκείνου που αναζητά ασφάλεια, προστασία και έναν τόπο για να συνεχίσει τη ζωή του. Για τον λόγο αυτό, ο κοινοβουλευτικός λόγος φέρει ιδιαίτερη ευθύνη απέναντι στον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αντιλαμβάνεται την ανθρώπινη ευαλωτότητα, την απώλεια και την ανάγκη προστασίας. Στο πεδίο αυτό διαμορφώνονται οι πολιτικές επιλογές, δοκιμάζονται οι δημοκρατικές αξίες και αναδεικνύεται το ηθικό μέτρο μιας κοινωνίας.
*Αντώνης-Μάριος ΠαΠαγιώτης, e-κοδόμος.
Δόκιμος Ψυχολόγος / Υπό διαμόρφωση Ψυχοθεραπευτής – σε μακρά θεραπεία με την ακαδημαϊκή κοινότητα
Ο ίδιος, κινείται μεταξύ ετερόκλητων ακαδημαϊκών και επαγγελματικών πεδίων, με σταθερό προσανατολισμό στην ψυχολογία και την ψυχοθεραπεία. Η εμπειρία του στον ανθρωπιστικό τομέα αποδεικνύεται μετασχηματιστική, ενώ η ενεργή του παρουσία στον χώρο της επικοινωνίας, του πολιτικού και ψηφιακού μάρκετινγκ συνεχίζει να τροφοδοτεί τις συνθετικές του αναζητήσεις. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν στις ψυχολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές επιπτώσεις των τεχνολογικά διαμεσολαβημένων αλληλεπιδράσεων.

































