*Πρωτοδημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση της Κυριακάτικης Δημοκρατίας (27/09/26)
Οι πρόσφατες υποθέσεις ενήλικων παιδιών που φέρονται να απέκρυψαν επί χρόνια τον θάνατο ηλικιωμένων γονέων τους, διατηρώντας τη σορό προκειμένου να συνεχίζεται η είσπραξη της σύνταξής τους, προκαλούν εύλογα αποτροπιασμό. Πίσω από αυτές τις ακραίες περιπτώσεις, ωστόσο, αναδύεται ένα λιγότερο προφανές και ίσως περισσότερο ανησυχητικό ερώτημα: πώς μπορεί ένας άνθρωπος μεγαλύτερης ηλικίας να «εξαφανιστεί» από την κοινωνική ζωή χωρίς η απουσία του να γίνει εγκαίρως αντιληπτή;
Η ψυχολογική ερμηνεία ανάλογων υποθέσεων οφείλει να αποφεύγει την εκ των υστέρων απόδοση διαγνώσεων στους εμπλεκομένους. Η κλινική κατανόηση συμπεριφορών αυτού του είδους προϋποθέτει εξατομικευμένη αξιολόγηση και δεδομένα που υπερβαίνουν κατά πολύ όσα είναι διαθέσιμα στη δημόσια πληροφόρηση. Μια ασφαλέστερη προσέγγιση είναι να εξετάσουμε τέτοιες πρακτικές μέσα σε ένα ευρύτερο πλέγμα οικονομικής εξάρτησης, οικογενειακής δυναμικής, παγιωμένων δυσλειτουργικών προτύπων και μηχανισμών αποφυγής. Η επί μακρόν διατήρηση αυτής της κατάστασης στον οικιακό χώρο εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο βιώνονται η απώλεια, τα οικογενειακά όρια και η ίδια η καθημερινότητα.
Η οικονομική κακοποίηση των ηλικιωμένων περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα πρακτικών, από την παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων έως τον έλεγχο της σύνταξης, των λογαριασμών ή της περιουσίας τους. Συχνά αναπτύσσεται μέσα σε σχέσεις εξάρτησης, όταν, για παράδειγμα, ένα ενήλικο παιδί βασίζεται οικονομικά στον γονέα και αποκτά ολοένα μεγαλύτερο έλεγχο στους οικονομικούς πόρους και στις προσωπικές του υποθέσεις. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας επισημαίνει ότι η οικονομική εξάρτηση από το άτομο μεγαλύτερης ηλικίας μπορεί να αποτελέσει παράγοντα κινδύνου για την εκδήλωση κακοποιητικής συμπεριφοράς σε βάρος του.
Η εξάρτηση αυτή μπορεί να εντείνεται όσο περιορίζεται η προσωπική αυτονομία του ηλικιωμένου. Η απώλεια συντρόφου και φίλων, η συνταξιοδότηση, οι μεταβολές στην υγεία, οι κινητικές ή γνωστικές δυσκολίες και η σταδιακή μείωση των διαπροσωπικών επαφών μπορούν να περιορίσουν σημαντικά το υποστηρικτικό του δίκτυο. Η κοινωνική απομόνωση αποτελεί επίσης παράγοντα ευαλωτότητας και, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ίδιου Οργανισμού, αφορά παγκοσμίως περίπου έναν στους τέσσερις έως έναν στους τρεις ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας. Όταν, μάλιστα, η επαφή με τον έξω κόσμο διαμεσολαβείται σχεδόν αποκλειστικά από έναν συγγενή ή φροντιστή, η εξάρτηση μπορεί να επεκταθεί πέρα από την καθημερινή φροντίδα, περιορίζοντας την πρόσβασή του σε πρόσωπα, υπηρεσίες και πηγές υποστήριξης.
Η δυνατότητα μιας μακρόχρονης απουσίας να περάσει απαρατήρητη αναδεικνύει πώς η σταδιακή αποσύνδεση από σχέσεις, δραστηριότητες και θεσμούς μπορεί να οδηγήσει σε μια μορφή κοινωνικής αορατότητας. Σε αυτή μπορεί να συμβάλει και ο ηλικιασμός, δηλαδή τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις που συνδέονται με την ηλικία, όταν η απόσυρση, ο περιορισμός των επαφών ή η μειωμένη παρουσία αντιμετωπίζονται ως αυτονόητες συνέπειες του γήρατος και παύουν να προκαλούν ερωτήματα.
Η προστασία της τρίτης ηλικίας προϋποθέτει, επομένως, σταθερά δίκτυα σχέσεων, πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, συμμετοχή στην κοινότητα και δυνατότητες διατήρησης της αυτονομίας. Στη φετινή ΔΕΘ, ο Πρωθυπουργός χαρακτήρισε τη φροντίδα των ηλικιωμένων «το επόμενο μεγάλο στοίχημα», αναγνωρίζοντας ότι μια κοινωνία που γερνά δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην οικογένεια. Η πρόκληση αυτή, όμως, είναι ήδη παρούσα, με τη δημογραφική γήρανση να μεταβάλλει τις ανάγκες φροντίδας, πρόληψης και κοινωνικής προστασίας.
Παράλληλα, σχέσεις μακρόχρονης εξάρτησης, δυσκολίες διαφοροποίησης από την οικογένεια προέλευσης, ανεπεξέργαστες απώλειες και παγιωμένα πρότυπα μπορούν να συνοδεύουν τα μέλη μιας οικογένειας βαθιά μέσα στην ενήλικη ζωή. Η ψυχολογική διαφοροποίηση αφορά τη δυνατότητα διατήρησης του συναισθηματικού δεσμού με σαφή προσωπικά όρια και διακριτή αίσθηση εαυτού, ώστε οι ανάγκες, οι επιλογές και οι ευθύνες του ενός να μην συγχέονται με εκείνες του άλλου. Η ψυχοθεραπεία μπορεί να προσφέρει χώρο για την επεξεργασία του πένθους, την αναγνώριση σχέσεων εξάρτησης και την αναδιαμόρφωση δυσλειτουργικών τρόπων σύνδεσης. Η αξιοπρεπής γήρανση συνδέεται τελικά και με την ποιότητα των δεσμών που οι άνθρωποι μπορούν να διατηρούν και να επαναπροσδιορίζουν, με σεβασμό στην προσωπική τους αυτονομία.
*Αντώνης-Μάριος ΠαΠαγιώτης, e-κοδόμος.
Δόκιμος Ψυχολόγος / Υπό διαμόρφωση Ψυχοθεραπευτής – σε μακρά θεραπεία με την ακαδημαϊκή κοινότητα
Ο ίδιος, κινείται μεταξύ ετερόκλητων ακαδημαϊκών και επαγγελματικών πεδίων, με σταθερό προσανατολισμό στην ψυχολογία και την ψυχοθεραπεία. Η εμπειρία του στον ανθρωπιστικό τομέα αποδεικνύεται μετασχηματιστική, ενώ η ενεργή του παρουσία στον χώρο της επικοινωνίας, του πολιτικού και ψηφιακού μάρκετινγκ συνεχίζει να τροφοδοτεί τις συνθετικές του αναζητήσεις. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν στις ψυχολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές επιπτώσεις των τεχνολογικά διαμεσολαβημένων αλληλεπιδράσεων.






























