Τις αποκριές επικράτησε από χρόνια να ανεβάζουν κάποιο θεατρικό σατυρικό έργο σύλλογοι που ασχολούνται με τις παραδοσιακές εκδηλώσεις της αποκριάς. Συγγραφείς δε του έργου είναι Κοζανίτες μέλη των συλλόγων και με περιεχόμενο γύρω από τους ανθρώπους της κοινωνίας της παλιάς εποχής, με την νοοτροπία της εποχής και πως αντιμετώπιζαν την καθημερινότητα, με διάφορα μπλεξίματα, με κασμέρια, με σπαραξικάρδια στιγμιότυπα και φυσικά με τη γλώσσα του ιδιώματος. Το έργο παίζεται την εβδομάδα της αποκριάς, από Δευτέρα μέχρι το Σάββατο.
Την Παρασκευή 15- Φεβρουαρίου πήγαμε και παρακολουθήσαμε το έργο « Μπαρντόν Μαχαλάς», γραμμένο από τον γνωστό Μανόλη Μαρκόπουλο η Τσιτσιούλα, μια «Κοζανίτισσα» μη «Σιάρτια» που μιλάει το ιδίωμα πολύ καλά και την Κυριακή της αποκριάς παρουσιάζει την παρέλαση των καρναβαλιστών. Είναι ταλαντούχος άνθρωπος με πηγαίο χιούμορ και με υποκριτική ικανότητα που θα την ζήλευαν πολλοί ηθοποιοί.
Το έργο επαίζετο στο κινηματοθέατρο ΟΛΥΜΠΙΟΝ και η εκδήλωση ήταν του συλλόγου «Η Κόζιανη», ένας σύλλογος που έχει λίγα χρόνια που λειτουργεί, αλλά με πολύ καλά στοιχεία, ακολουθώντας πιστά την Κοζανίτικη παράδοση, με πνεύμα ποιότητας και με σεμνότητα επιτελεί το έργο του. Με προγραμματισμό και με πνεύμα του παλιού καλού καιρού , που οι Κοζανίτες τηρούσαν τα έθιμα και την ηθογραφία τους, στα πλαίσια της ευπρέπειας και της πολιτισμικής αξίας.
Πρόεδρος του συλλόγου είναι ο Γρηγόρης Τζουμερκιώτης, ένας νέος. με πίστη και οράματα στη συνέχιση και ανάδειξη των πλούσιων παραδόσεων της Κοζάνης, μαζί με τους συνεργάτες του. Με την μητέρα του Κλειώ Κρικόρη ήμασταν συμμαθητές στο πρώτο Δημοτικό, στο «Δισπιτ’κό σχουλιό», όπως το έλεγαν τότε. Τις γνωριμίες αυτές εμείς οι παλιοί της σημειώνουμε, γιατί είναι μια πτυχή της ζωής μας.
Πρωταγωνιστής του έργου ήταν ο Μανόλης Μαρκόπουλος και πλαισιώνονταν από μέλη του συλλόγου που διαμοιράστηκαν του ρόλους.
Η πλοκή του έργου αναφέρονταν σε δύο αδέρφια, άνδρας και γυναίκα, που ήσαν κάτοχοι του «παλιουντάμ’» πατρικού σπιτιού και διαφωνούσαν στο να δοθεί σε αντιπαροχή και σ’ αυτό το πλαίσιο εξελίσσεται όλη η πλοκή του έργου, με σπαρταριστά στιγμιότυπα και άλλα συναφή γεγονότα που παίρνει θέση και ο μαχαλάς.
Η σύνθεση του έργου σε μετέφερε σε μια άλλη εποχή, με εικόνες της παλιάς Κοζάνης, με σκέψεις και αντιδράσεις των απλών εκείνων ανθρώπων και των ανθρώπων της γειτονιάς, που σχολίαζαν τα όσα συνέβαιναν «στου χαμόσπιτου» των δύο αδερφών και με μία ελαφρότητα κυλούσαν όλα στην τύχη τους, αρκεί τα περιστέρια να ήταν καλά, που είχε ο σύζυγος και «έχ’ ου θός για τάλλα». Η αδερφή σκαρφίζονταν διάφορα «τιρτίπια», που είχε και κόρη για παντρειά, κι ήταν ψίχα μωρή, προκειμένου να πείσει τον αδερφό να δώσουν το σπίτι για αντιπαροχή, γιατί ο Μπούλης, ο γαμπρός, ήθελε διαμέρισμα. Όλη η παράσταση ήταν πολύ καλή με γέλιο, με πειράγματα, με αστειότητες, με γκάφες, με απίθανες εμφανίσεις «τσακστάρις», που παρίσταναν την στάρ, και όλα στο πνεύμα μιας εποχής που ξεχώριζαν οι «ξισυλλ-όϊαστοι» με την νοοτροπία «όσα πάνε και όσα έρθουν», κι τα περιστέρια να «πιταρίζουν» κι κανένας άλλος «γκαϊλές».
Ευχάριστα παρακολουθούσες την παράσταση, και συμφωνούσες με όσα διαδραματίζονταν στον «Μπαρντόν Μαχαλάς», που δεν είχε «μουλουγμό».
Οι ερασιτέχνες ηθοποιοί, σε γενικές γραμμές ήσαν πολύ καλοί, ζούσαν το ρόλο τους και κατέβαλαν μεγάλη προσπάθεια να ανταποκριθούν, άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο, συμβάλλοντας στην επιτυχία της παράστασης. Η πρωταγωνίστρια «Τσιτσιούλα», ήταν ασυναγώνιστη, έχει ταλέντο και το σανίδι την κρατάει καλά, και της δίνει τον αέρα της επιτυχίας. Μου άρεσε πολύ και ου Γίτσιος, «αχμάξ’ πιριστιράϊς κι τιμπέλ’ς».
Ό,τι άλλο παρατήρησα θα το συζητήσω με τον συγγραφέα, δηλαδή την «Τσιτσιούλα».
Την παράσταση που παρακολούθησα την Παρασκευή είχε πολλούς θεατές, κάλυπταν περίπου τα τρία τέταρτα της αίθουσας του Ολύμπιου. δείγμα ότι είχε περάσει στο λαό το μήνυμα πηγαίνετε να δείτε το
« Μπαρντόν Μαχαλάς».
Συγχαίρω τους ηθοποιούς και τους συντελεστές της παράστασης και εύχομαι του χρόνου να τους συνοδεύει και πάλι η επιτυχία. Στον συγγραφέα να έχει έμπνευση, αυτή που δεν του λείπει, και να μας δώσει πάλι ένα έργο που θα έχει την Κοζανίτικη ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής.
Γιάννης Κορκάς





























