του Μωυσιάδη Παναγιώτη
Η μεταδικτατορική περίοδος ξεκίνησε με πολλά οράματα, προσδοκίες, για μια νέα σύγχρονη και πολιτισμένη Ελλάδα.
Η ένταξη της στην ευρωπαϊκή οικογένεια αναζωογόνησε αυτές τις ελπίδες, αλλά παράλληλα οδήγησε την Ελλάδα σε έναν ,χωρίς προηγούμενο, παραγωγικό συντηρητισμό.
Οι πολιτικές, που άσκησαν όλες οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις, κινήθηκαν μέσα σ’ ένα αναποτελεσματικό πελατειακό σύστημα , στο κέντρο του οποίου δέσποζε το πολιτικό κόστος.
Οι πολιτικές εξαγγελίες του ΠΑ.ΣΟ.Κ. απλά αποτέλεσαν ένα φραστικό ιδεολογικό περιτύλιγμα, που επένδυε απλά το προεκλογικό προϊόν , χωρίς να ανταποκρίνεται στο ελάχιστο σε μια ρεαλιστική πολιτική ανάπτυξης και παραγωγής.
Τα ιδεολογήματα για τα βάθρα της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης, της περιφερικής ανάπτυξης , της αποκέντρωσης, της εξάλειψης της γραφειοκρατίας έμειναν απλά ιδεολογικές καρικατούρες και οράματα λίγων διανοητών, που απλά τα κατέγραψαν στις κομματικές μπροσούρες.
Η χώρα για τα τριάντα μεταπολιτευτικά χρόνια πορεύθηκε ουσιαστικά χωρίς αρχές, πρόγραμμα και εθνικό σχεδιασμό.
Το μόνο στοιχείο, που τροφοδοτούσε την ύπαρξη και συντήρηση των κομματικών σχηματισμών, ήταν δυστυχώς και πάλι μία μετεμφυλιακή κομματική πόλωση, προσαρμοσμένη στις σύγχρονες απαιτήσεις και ανάγκες του συστήματος.
Η λογική του άσπρου – μαύρου ή του καλού – κακού κυριάρχησε σ’ όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής.
Ο τακτικισμός αυτός εξυπηρετούσε τα κόμματα εξουσίας, γιατί συσπείρωνε τους οπαδούς σε δύο στρατόπεδα, που μέσα από την εκλογική επικράτηση επιδίωκαν να ελέγξουν και να αλώσουν το διογκωμένο κρατικό μηχανισμό.
Οι δημόσιες υπηρεσίες, στελεχωμένες μέσα από ρουσφετολογικές διαδικασίες, ελέγχονταν απόλυτα από το βαθύ κομματικό κράτος και ως εκ τούτου αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν στο σύγχρονο ηλεκτρονικό ανταγωνισμό, που επέβαλε τόσο η τεχνολογία όσο και η παγκοσμιοποιημένη οικονομία.
Ο αλόγιστος προγραμματισμός, στηριγμένος σε αναπτυξιακά πρότυπα συγκεντρωτικών καθεστώτων, υπερδιόγκωνε το δημόσιο τομέα, ώστε να γίνει δυσκίνητος και αντιπαραγωγικός.
Το μοντέλο της Ελλάδας χαρακτηρίζονταν από έναν πολιτικό κυκλοθυμισμό ,αρνούμενο να αποκολληθεί από τα μετεμφυλιακά του σύνδρομα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αντιπαραγωγικού έργου, το ίδιο το κοινοβούλιο, που μετά από τρείς δεκαετίες λειτουργίας δεν μπόρεσε ακόμα να εφεύρει ένα εισπρακτικό φορολογικό πλαίσιο.
Η νομοθετική αυτοαναίρεση του ελληνικού κοινοβουλίου αποτελεί τη δημοκρατική κατάρρευση του μεταπολιτευτικού μοντέλου.
Η έλλειψη κοινωνικών και οικονομικών ισορροπιών μεταξύ των παραγωγικών τάξεων του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα της οικονομίας, η άνιση κατανομή των εθνικών πόρων , όπως και το μισθολογικό χάσμα μεταξύ μισθωτών και συνταξιούχων του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, είναι η επιβεβαίωση της πολιτικής ανακολουθίας.
Παραδοσιακοί τομείς της οικονομίας μας, όπως η γεωργία και η κτηνοτροφία, κατέρρευσαν κάτω από το δημοσιοϋπαλληλικό ΄΄επιτυχημένο πρότυπο΄΄ της νέας τάξης πραγμάτων. Τα άλλοτε εξαγώγιμα προϊόντα έγιναν εισαγόμενα ανατρέποντας το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας.
Στην πολύχρονη κατάρρευση του συστήματος δυστυχώς δεν αντισταθηκαν θεσμοί και δυνάμεις, που θα μπορούσαν να ανακόψουν ή να ελαχιστοποιήσουν τις παρακμιακές συμπεριφορές της εξουσίας.
Το δημοσιογραφικό κατεστημένο δεν ανταποκρίθηκε στον ελεγκτικό του ρόλο, γιατί υποτάχθηκε στον κρατικοδίαιτο γιγαντισμό της Ε.Ρ.Τ. , αλλά και στα ελεγχόμενα από το κράτος ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια. Η λαϊκή απέχθεια προς το δημοσιογραφικό χώρο είναι απόλυτα δικαιολογημένη.
Αν αποτιμούσε κανείς τις εθνικές ευθύνες για τα σημερινά αδιέξοδά μας, τότε αναμφισβήτητα αυτές θα βαρυναν το δημοσιογραφικό κατεστημένο, που πάνω του τροχοδρόμησε ο πολιτικός βερμπαλισμός.
Η ελληνική διανόηση, αλλοτριωμένη, από τον αθηναϊκό εξανδραποδισμό συναίνεσε με τη σιωπή και την ανοχή της στις ολέθριες κομματικές επιλογές .
Πολύ λίγες και φαεινές εξαιρέσεις ακέραιων διανοουμένων διέσωσαν τη μορφωτική ανιδιοτέλεια του χώρου.
Κάποιοι δε σιώπησαν και προτίμησαν να ιδιωτεύσουν μακριά από στημένες παρουσιάσεις βιβλίων, που τις προλόγιζαν ανομολόγητοι ταγοί της εξουσίας.
Ίσως στην πρόσφατη πολιτική ιστορία μας θα πρέπει να αναδείξουμε τους πολιτικούς και πνευματικούς μας Κολοκοτρώνηδες, για να διασώσουμε στο ελάχιστο την ηθική μας χρεοκοπία.
Η Ελλάδα της κρίσης αναζητά αγωνιωδώς το χαμένο όραμα και τον εθνικό μπούσουλα, που θα πρέπει να κινηθεί.
Εξ άλλου ο μύθος του αναγεννώμενου φοίνικα είναι στοιχείο της παράδοσής μας.
Η νέα πολιτική αναγέννηση του τόπου θα πρέπει να αναδειχθεί μέσα από έναν νέο παραγωγικό ορθολογισμό ,που θα στηρίζεται στο τρίπτυχο: παιδεία ,ήλιος, θάλασσα.
Οι μνήμες της ιστορίας και του ελληνικού πολιτισμού θα πρέπει να γίνουν οι νέες αναπτυξιακές συνιστώσες μας.
Τα ελληνικά πανεπιστήμια θα πρέπει να μετεξελιχθούν σε παγκόσμια επιμορφωτικά κέντρα ,και όχι σε συνδικαλιστικά παραμάγερα και οικογενειοκρατικά πλυντήρια διορισμών.
Το ανάθεμα της Ελλάδος προς τον ίονα επιστήμονα Καραθεοδωρή θα πρέπει να γίνει κατάθεμα δημιουργίας και σκέψης.
Ο ήλιος η θάλασσα, ο αιγιαλός , παράλληλα με την ανάπτυξη του ιστορικού τουρισμού θα πρέπει να μετεξελιχθούν σε βαριά βιομηχανία στη νοσούσα πατρίδα μας.
Όλα τα παραπάνω προϋποθέτουν ένα συλλογικό εθνικό συμβιβασμό, μακριά από κομματικές και συντεχνιακές συσπειρώσεις.
Ο τόπος μας είναι τόσο παραγωγικός και όμορφος, ώστε θα απαιτούνταν περίσσεια μωρότητα για να ξεπουληθεί στα διεθνή τραπεζο-οικονομικά συμφέροντα.
Η πολιτική θα πρέπει να αναλογιστεί, ότι βρίσκεται αντιμέτωπη με την ιστορική συνέχεια ενός τόπου, ενός πολιτισμού, που πάνω του πατάει το παγκόσμιο πνεύμα και η σκέψη.
Η δυστυχία του σύγχρονου έλληνα δεν μπορεί να είναι η καταναλωτική ανέχεια, παρά μόνο ο θάνατος και ο ακρωτηριασμός της δημιουργίας και της ελπίδας για ένα καλύτερο αύριο….



























