Στη μνήμη του πατέρα μου
Χρήστου Σικαλόπουλου
Λίγους μήνες πριν αρχίσει η γερμανική κατοχή στην Ελλάδα, ο δωδεκαετής Χρήστος δίνει εξετάσεις για να φοιτήσει στο Γυμνάσιο. Η μέρα της δοκιμασίας έχει πολλών ειδών αγώνες· το ψωμοτύρι το δικό του δίπλα στα καλούδια τού συνομηλίκου του, τον οποίο συνοδεύει κι ο πατέρας του, είναι ένας απ’ αυτούς. Για την πληρότητα της ιστορίας, ο συγκεκριμένος συνομήλικος δεν πετυχαίνει στις εισαγωγικές εξετάσεις. Ο Χρήστος πετυχαίνει, αλλά η συνέχεια παραδόξως δεν είναι αυτονόητη. Ο δικός του πατέρας είναι ανένδοτος, δεν έχει καμία παράσταση από γράμματα σπουδάγματα και η αγροτική εργασία θέλει πολλά χέρια. Την λύση δίνει απρόσμενα ο παππάς του χωριού, αρχετυπικός στον ρόλο του.
– «Μαρία, γιατί κλαίει το παιδί;»
– «Θέλει να πάει στο Γυμνάσιο, γι’ αυτό»
– «Εγώ», λέει ο παππάς σε αυστηρό τόνο, «θα δανειστώ για να γράψω το παιδί μου στο Γυμνάσιο κι εσείς έχετε τα λεφτά και το σκέφτεστε;»
Μια και δυο, λοιπόν, ο Χρήστος πηγαίνει στο Γυμνάσιο, στην Κοζάνη, φορώντας το μαθητικό καπέλο της εποχής με το σήμα της κουκουβάγιας. Το στήθος του θα φουσκώνει από ευτυχία και υπερηφάνεια για λίγους μήνες, η κατοχή, μέσα σ’ όλα τ’ άλλα καταστροφικά της επακόλουθα, θα κλείσει και τα σχολεία. Την άνοιξη του ίδιου χρόνου θ’ ανοίξουν και πάλι, αλλά όχι πια για τον Χρήστο. Η απόφαση να συνεχίσει στο Γυμνάσιο, τη στιγμή που τα πρόβατα και τα χωράφια περιμένουν άοκνους και σίγουρους εργάτες, πρέπει να παρθεί εκ νέου. Τη φορά αυτή, όμως, δεν θα έχει τη μαγική βοήθεια κανενός. Το κλάμα για την άδικη απώλεια του κεκτημένου γιγαντώνει και επαναλαμβάνεται κάθε μέρα.
Η μητέρα, κάποια στιγμή, καταλαβαίνει ότι πρέπει να ανακοινώσει το τέλος.
– «Μην κλαις άλλο, ό,τι έγινε, έγινε. Αύριο, μεθαύριο, θα σπουδάσεις εσύ τα παιδιά σου».
Οι ηλικιωμένοι άνθρωποι λένε ιστορίες από τα παλιά. Τους αρέσει να ξαναγυρνούν στη νεότητά τους, στην αρχή. Η ιστορία για το Γυμνάσιο, με το άδοξο τέλος της, ήταν από τις χιλιοειπωμένες και πιο αγαπημένες του πατέρα μου. Η διήγησή της τελείωνε συνήθως με το όνειρο που έβλεπε ένα διάστημα μετά, στο οποίο συνέχιζε να φορά το μαθητικό καπελάκι με την κουκουβάγια. Εγώ τώρα, η ακροάτρια των μικρών ιστοριών του πατέρα μου, συμπληρώνω την ιστορία, γιατί υπάρχει συνέχεια τριάντα χρόνια μετά, με τον Χρήστο σ’ άλλο ρόλο.
Είναι χειμώνας, βράδυ, η σόμπα πετρελαίου αργοσβήνει, εγώ 8 χρονών περίπου και έτοιμη για ύπνο κάτω από το πάπλωμα. Ο πατέρας μου καθισμένος χαμηλά, μπροστά σ’ έναν μαυροπίνακα με τρίποδα για στήριγμα. Γράφει πράξεις αριθμητικής κι εγώ τις απαντώ. Γιατί το βράδυ, γιατί ο μαυροπίνακας δίπλα στο στρωμένο κρεβάτι για τον ύπνο; Γιατί οι στόχοι του, εκείνες οι κουκίδες που έβαζε ο ίδιος για τη ζωή του, ήταν πέρα από τις ώρες και τις συνθήκες.
Όταν η μητέρα τού δωδεκαετή Χρήστου έβαζε βουλοκέρι στο πένθος του για την απώλεια των ονείρων του, τον παρηγόρησε δείχνοντάς του το μέλλον. Ένα μέλλον βέβαια, όχι προσωπικό του, αλλά των παιδιών του. Και βγήκε αληθινή. Ο Χρήστος έδωσε αγώνες για να σπουδάσει καλά τα παιδιά του, η πίστη του γι’ αυτά που ήθελε να κάνει στην ζωή του ήταν πεισματική.
Ήταν ένα παιδί που γεννήθηκε σ’ ένα μικρό μακεδονικό χωριό, σε σπίτι Τούρκων που έφυγαν με την ανταλλαγή πληθυσμών, που δεν είχε φωτογραφίες στον τοίχο, που οι διηγήσεις των γονιών του είχαν άλογα και ερημότοπους στα βουνά και στα βοσκοτόπια του Πόντου και περιπετειώδη θαλασσινά ταξίδια της προσφυγιάς, που ξενυχτούσε μέσα στο δάσος για να βοσκήσει τα πρόβατα με τους λύκους να καιροφυλακτούν και στις στιγμές που τον υπερνικούσε ο φόβος να σφυρίζει συνθηματικά το σκυλί της οικογένειας κι εκείνο να τρέχει σ’ αυτόν, να στέκεται στα πισινά του πόδια και ν’ αγκαλιάζονται. Είχε παράλληλα με όλ’ αυτά μια ασυνήθιστη για τον τόπο και τον χρόνο επιθυμία: ήθελε να μάθει πολλά γράμματα.
Την ειλικρίνεια της επιθυμίας του, την νιώσαμε στην μαθητική μας ζωή, εμείς τα παιδιά του. Ο Χρήστος δεν μας έκανε ανόητα παινέματα, δεν μας μπούκωνε με συγχαρητήρια. Μας έμαθε να ζούμε την χαρά της αριστείας μέσα από την έλλειψη της επανάπαυσης και πέρα από το όποιο ηθικό έπαθλο. Και για μένα η αξία του βραδινού μαθήματος να έχει μεταλλαχθεί με τα χρόνια σε μάθημα συνέπειας άνευ όρων. Οι ασκήσεις αριθμητικής που μου έβαζε ο πατέρας μου στον μαυροπίνακα, σε μια κλεμμένη ώρα από τις καθημερινές του υποχρεώσεις, είναι αναμφισβήτητα η συνέχεια του δρόμου που ήθελε να πάρει για να πάει στο Γυμνάσιο, φορώντας το μαθητικό του καπελάκι.
Μαρία Χρ. Σικαλοπούλου





























