Προπύργιο του Ελληνισμού και γη των Ακριτών ο Πόντος, με μουσική παράδοση. Η μουσική αυτή παράδοση διατηρείται ακμαία και αναλλοίωτη μέχρι σήμερα. Οι ρίζες του ποντιακού τραγουδιού ανατρέχουν και χάνονται στην αρχαιότητα. Με την διαχρονική δυναμική της η ποντιακή μουσική και το ποντιακό τραγούδι αποδίδουν ..«ανάγλυφα» τον ηρωισμό, την αυτοθυσία, τον πατριωτισμό, την φιλοπατρία, το πάθος για την ελευθερία, την ξενιτιά, την αγάπη, τον έρωτα, και συμβάλλουν με πάθος και αφοσίωση στην διατήρηση της φυσιογνωμίας του Ελληνισμού.
Ο πόντιος Παντελής Μελανοφρύδης διακρίνει τα ποντιακά δημοτικά τραγούδια σε τρεις (3) χρονικές κατηγορίες :
α) στα δημοτικά ποντιακά τραγούδια προ της πτώσεως της Αυτοκρατορίας του Πόντου και της υπό των Τούρκων αλώσεως της πρωτεύουσας του Τραπεζούντος, ήτοι προ του 1461, όπως είναι το : « Η πάλη του Ακρίτα με τον Χάροντα», το : «Τη Τρίχας το γεφύρ΄», κ.α.
β) στα ποντιακά δημοτικά τραγούδια κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας από το 1461, ήτοι από τον 15ο αιώνα μ. Χ., μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα μ.Χ., όπως είναι το : « Του Ήλ΄ το κάστρον», το : «Έταιρον κι η Λυγερή», κ.α.
γ) στα νεώτερα ποντιακά δημοτικά τραγούδια ήτοι από τα τέλη του 19ου αιώνα και επέκεινα, όπως είναι τα Κρωμνέϊκα, ήτοι της πόλεως Κρώμνης, και άλλων πόλεων του Πόντου. Βλ. σελ. 11 Εγκυκλοπαίδεια Ποντιακού Ελληνισμού, Πόντος Ιστορία Λαογραφία και Πολιτισμός, Τόμος Α΄, «Στην Οδύσσεια και την Ιλιάδα του Ομήρου αναφέρονται ορισμένοι τόποι της γενικότερης περιοχής του Πόντου, όπως οι πόλεις Κύτωρος (Β 853), Κρώμνα (Β 855), Αιγιαλός (Β 855), Αλύβη (Β 857), Σήσαμος (Β 853), Ερυθίνοι (Β 855). Προσέτι η Κρώμνη μνημονεύεται από τον Όμηρο και στην Ιλιάδα, Ραψωδία Β στίχος 855 : «Κρώμνάν τ΄..».
Ανάμεσα στα ποντιακά δημοτικά τραγούδια της πρώτης χρονικής κατηγορίας ιδιαίτερη ομάδα αποτελούν τα ακριτικά τραγούδια, αυτά δηλαδή που αναφέρονται στη ζωή και στη δράση των Βυζαντινών Ακριτών, τα οποία είναι τα παλαιότερα δημοτικά τραγούδια.
Ακριτικά τραγούδια μαρτυρούνται δε σε όλες σχεδόν τις περιοχές που έδρασε ο Ελληνισμός.
Με την ονομασία Ακρίτες χαρακτηρίζονται οι φύλακες των άκρων, δηλαδή της Ελληνικής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τα ακριτικά τραγούδια και το έπος του Βασιλείου Διγενή Ακρίτα μας πληροφορούν για τον βίο των Ακριτών.
Η έμπνευση και η δημιουργία τους οφείλεται στις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούσαν στα ανατολικά σύνορα της Αυτοκρατορίας αυτής. Οι συνεχείς και σκληροί αγώνες των Ελλήνων βυζαντινών Ακριτών εναντίον των Αράβων (Σαρακηνών) στα ανατολικά σύνορα συνέθεταν τις ιδιαίτερες αυτές συνθήκες. Οι Αυτοκράτορες της Κωνσταντινουπόλεως είχαν αναθέσει την φύλαξη των ανατολικών συνόρων της ελληνικής αυτής βυζαντινής Αυτοκρατορίας στους Ακρίτες, οι οποίοι ήσαν διαρκώς ετοιμοπόλεμοι. Στα μεσοδιαστήματα των πυκνών πολεμικών αναμετρήσεων οι Έλληνες Ακρίτες ασχολούνταν με αγροτικές, κτηνοτροφικές και κυνηγετικές δραστηριότητες.
Ο ηρωισμός και τα κατορθώματά τους συγκινούσαν την καρδιά του ελληνικού έθνους. «Σε αυτά τα κατορθώματα», λέγει ο μεγάλος μας λαογράφος Νικόλαος Πολίτης, «η φαντασία του λαού έπλεξε και μύθους, που τους πιο πολλούς τους παρέλαβε από την πλούσια μυθική κληρονομιά της αρχαιότητος, από την ελληνική μας μυθολογία. Έτσι δημιούργησε τον ιδεώδη τύπο του ήρωα ακρίτα, τον Διγενή, που είναι νέος σαν τον Αχιλλέα, ρωμαλέος σαν τον Ηρακλή και ένδοξος σαν τον Μέγα Αλέξανδρο».
(Νικολάου Γ. Πολίτου : Περί του εθνικού έπους των νεώτερων Ελλήνων) : « Από των εσχατιών της Καππαδοκίας μέχρι των Ιονίων νήσων και από της Μακεδονίας και των χωρών των δυτικών ακτών του Ευξείνου μέχρι της Κρήτης και της Κύπρου, άδονται μέχρι του νυν άσματα, αφηγούμενα τους άθλους και τας περιπετείας του Διγενή και τους αγώνας αυτού προς τους Απελάτας και τους Σαρακηνούς, και φέρονται διά στόματος παραδόσεις, αναφερόμεναι εις τόπους και αντικείμενα, μεθ΄ ών συνδέεται το όνομα αυτού. Εις ταύτα η φαντασία του λαού εγκατέπλεξε μύθους, ών τους πλείστους παρέλαβεν ανακαινίσασα εκ της πλουσίας μυθικής κληρονομιάς της αρχαιότητος, και απήρτισε τον ιδεώδη τύπον ήρωος νεαρού ως ο Αχιλλεύς, κραταιού ως ο Ηρακλής και ένδοξου ως ο Αλέξανδρος. Εν κεφαλαίω δ΄ ειπείν εις τον Διγενή Ακρίτην αποκορυφούνται οι πόθοι και τα ιδεώδη του Ελληνικού Έθνους, διότι εν αυτώ συμβολίζεται η μακραίων και άληκτος πάλη του ελληνικού προς τον μουσουλμανικόν κόσμον».
(= Από τις εσχατιές της Καππαδοκίας της Μικράς Ασίας μέχρι τα Επτάνησα και από την Μακεδονία και τον ελληνικό Πόντο και τις απώτερες δυτικές ακτές του Ευξείνου Πόντου μέχρι την Κρήτη και την Κύπρο ψάλλονται μέχρι σήμερα άσματα, τα οποία αφηγούνται τα ηρωικά κατορθώματα τις περιπέτειες και τους αγώνες του Διγενή Ακρίτα κατά των Απελατών (=παράνομων, ληστών και ζωοκλεπτών) και των Σαρακηνών. Με τον τρόπο τούτο μεταφέρονται από στόμα σε στόμα παραδόσεις, αναφερόμενες σε τόπους και πράγματα, με τα οποία συνδέεται το όνομα του Διγενή. Με αυτά η λαϊκή φαντασία έπλεξε μύθους από την πλούσια ελληνική μυθολογία μας, από τους οποίους (μύθους) τους περισσότερους τους «ανακαίνισε», τους προσάρμοσε δηλ. στις ανάγκες του ακριτικού έπους. Έτσι, απήρτισε (=διαμόρφωσε) την ιδανική μορφή ήρωα : α) νέου και ακμαίου, όπως ο Αχιλλέας, β) ρωμαλέου και δυνατού, όπως ο Ηρακλής, και γ) ένδοξου και φημισμένου, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος. Εν κατακλείδι, λοιπόν, ας πούμε πως στο πρόσωπο του Διγενή Ακρίτα συμβολίζονται οι πόθοι και τα ιδεώδη του Ελληνικού Έθνους και ο μακραίων και αδιάκοπος αγών του Ελληνισμού προς επιβίωση).
«Τα ακριτικά τραγούδια», λέγει ο πόντιος λαογράφος Στίλπων Κυριακίδης, «είναι από τα ωραιότερα δημοτικά τραγούδια. Τα διακρίνει δύναμη φαντασίας στις περιγραφές και τόλμη στην έκφραση. Η διήγηση είναι σύντομη, προχωρεί με άλματα και δίνει στο ποίημα δραματικό χαραχτήρα. Η ηρωική πνοή που εξακολουθεί να τα διαπνέει, παρά τις αλλοιώσεις που έπαθαν με το πέρασμα των αιώνων, μας μεταφέρει στα ηρωικά και περιπετειώδη χρόνια, που οι αντρειωμένοι του Ελληνισμού αγωνίζονταν εναντίον του μουσουλμανισμού στις όχθες του Ευφράτη και στις κλεισούρες του Ταύρου».
Μελετητές και ερευνητές, όπως ο Νικόλαος Πολίτης, ως καταφαίνεται εκ του ως άνω κειμένου του, αλλά και άλλοι, υποστηρίζουν πως τα ακριτικά μας τραγούδια πρωτοεμφανίζονται στον Πόντο και στην Καππαδοκία. Οι μελετητές και ερευνητές αυτοί υποστηρίζουν ότι τα ακριτικά αυτά τραγούδια πρωτοεμφανίζονται στον Πόντο και την Καππαδοκία κατά τον 8ο αιώνα μ.Χ.
Όμως υπάρχουν και ακριτικά τραγούδια στον Πόντο, όπως «Ο Πορφύρτς», για το οποίο (ακριτικό άσμα) θα μιλήσουμε κατωτέρω, που απεικονίζουν-παριστούν και αναμετρήσεις πολεμικές με Πέρσες, επί Ιουστινιανού και Ηρακλείου. Ας θυμηθούμε τις μάχες του Αυτοκράτορος Ιουστινιανού (527 μ.Χ.-563 μ.Χ.), (6ος αιώνας μ.Χ.), και του Αυτοκράτορος Ηράκλειου και των διαδόχων του (610.μ. Χ. –717 μ.Χ.) (7ος αιώνας), εναντίον των Περσών. Ως εκ τούτου, τα ακριτικά μας τραγούδια ίσως να έχουν τις ρίζες τους στον Πόντο σε προγενέστερο χρόνο, ήτοι τον 6ο και 7ο αιώνα μ.Χ.
Τα ανδραγαθήματα των Ελλήνων Ακριτών υμνήθηκαν με την μορφή ακριτικών τραγουδιών εχόντων περιεχόμενο ηρωικό. Τα ακριτικά τραγούδια εδημιουργήθησαν το πρώτον στον Πόντο και στην Καππαδοκία, ως ανωτέρω ανεφέρθη, και εξαπλώθηκαν μέχρι την Ήπειρο, τα Επτάνησα, την Κρήτη και την Κύπρο, ως δέχεται και ο Νικόλαος Πολίτης, αλλά και άλλοι ερευνητές.
Ο Γ. Σπυριδάκης απέδειξε πως στον Πόντο υπήρχε μια σειρά από ποντίους ποιητές και μουσικούς που διατήρησαν και βελτίωσαν την πλούσια τοπική παράδοση.
Ο Δ. Κουτσογιαννόπουλος στο έργο του : « Η λύρα του Πόντου» λέγει : «Το ποντιακό δημοτικό τραγούδι πρέπει να διασωθεί ως κληρονομία της Αρχαιότητος και η ποντιακή μουσική περιέχει στοιχεία αρχαίας ελληνικής μουσικής και τόνων εκκλησιαστικών».
Οι γνωστοί Πόντιοι λόγιοι Ιωάννης Παρχαρίδης, Σάββας Ιωαννίδης, Περικλής Τριανταφυλλίδης και άλλοι συνέλεξαν, μελέτησαν και ανέδειξαν την ποντιακή λογοτεχνία, ήτοι και την ποντιακή ποίηση και την ποντιακή πεζογραφία.
Το 1928 σε ένα πολύ σπουδαίο άρθρο του περί των ακριτικών ποντιακών τραγουδιών ο πόντιος Γ. Σουμελίδης αιτιολογεί την ενασχόλησή του με τα ακριτικά άσματα ως εξής : «Είναι αναμφισβήτητος η παιδαγωγική αξία των ασμάτων τούτων, η βαθεία επίδρασίς των εις την έξαρσιν του εθνικού φρονήματος, κατ΄ ακολουθία και η ανάγκη μελέτης αυτών».
Το 1960 ο πόντιος Πάνος Λαμψίδης λέγει : «Το ποντιακό δημοτικό τραγούδι είναι ο φυσικός κληρονόμος του Ακριτικού έπους και τραγουδιού, πράγμα το οποίον αποτελεί αποδεικτικόν γνώρισμα της γνησίας δημώδους προελεύσεως και του βαθμού αισθητικής ποιότητος των τραγουδιών αυτών». Ο ίδιος κατατάσσει 40 από τα 98 τραγούδια που δημοσιεύει στην κατηγορία της «λεβεντιάς» που συναντά κυρίως στα ακριτικά ποντιακά τραγούδια.
Ο πόντιος Περικλής Τριανταφυλλίδης υπήρξε από τους σπουδαιότερους συλλέκτες τραγουδιών του Πόντου μεταξύ των οποίων και ακριτικών.
Το ίδιο και ο πόντιος Σάββας Ιωαννίδης. Υπήρξε και αυτός φλογερός συλλέκτης υλικού με ποντιακά ακριτικά ή μη τραγούδια.
Τραγούδια παλιά και με περιεχόμενο ηρωικό χαρακτηρίζει τα ακριτικά δημώδη άσματα του Πόντου ο Σάββας Ιωαννίδης, ο οποίος ασχολήθηκε με τα δημώδη ποντιακά άσματα.
Πολλοί Πόντιοι ποιητές, όπως ο πόντιος Ηλίας Τσιρκινίδης και ο πόντιος Φίλων Κτενίδης είχον ως πηγή εμπνεύσεως τα του Πόντου ακριτικά τραγούδια.
Ο Σάββας Ιωαννίδης λέγει : «Τα ακριτικά ποντιακά τραγούδια και δη το τραγούδι του θανάτου του Διγενή Ακρίτα, που λεγόταν σαν μοιρολόι άδονται αι εν πανηγύρεσι, γάμοις και χοροίς έχοντα κατά διαφόρους χρήσεις και διάφορον το μέλος. Πολλάκις δε οι γέροντες και αι γραίαι επαγορεύουσι ταύτα άνευ μέλους, ως άλλοι ραψωδοί, εις τους παρακαθημένους και μετά προθυμίας ακροωμένους αυτών».
Τα ακριτικά τραγούδια του Πόντου παρουσιάζουν περισσότερη συγγένεια με το έπος του Βασιλείου Διγενή Ακρίτα, από ό,τι τραγούδια άλλων ελληνικών περιοχών.
Τα Ακριτικά τραγούδια του Πόντου έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Μνημονεύουν ονόματα και ονομασίες : Έλλενοι, Τραντέλλενοι, Ιωάννης Τσιμισκής, Ρωμανός, Κωνσταντινούπολη, και με τον τρόπο αυτό δημιουργούν και συνθέτουν έναν ιδιαίτερο ιστό ιστορικών συνδέσεων και μνήμης ενός λαού με ζωντανή και λαϊκή παράδοση, με έντονα ανεπτυγμένο το εθνικό αίσθημα. Μέσα από τα τραγούδια αυτά του Πόντου ξεπροβάλλει το αγωνιστικό πνεύμα και η προσωπικότητα των Ελλήνων Ποντίων. Δι΄ αυτών απεικονίζεται ο διαρκής, αδιάλλειπτος και ακατάπαυστος αγών των Ελλήνων του Πόντου προς διατήρηση της σπουδαίας αρχαιοελληνικής αττικοϊωνικής ιστορίας τους και του εξίσου σπουδαίου αρχαιοελληνικού αττικοϊωνικού πολιτισμού τους. Και βεβαίως προς συνέχιση και της λαμπράς αυτής ιστορίας τους και του λαμπρού αυτού πολιτισμού τους.
Τα ακριτικά τραγούδια του Πόντου συνδυάζουν στοιχεία της ελληνικής μας μυθολογίας με στοιχεία της αρχαίας ελληνικής ιστορίας μας, καθώς επίσης με στοιχεία της εποχής του ακριτικού έπους.
Υπάρχουν παραλλαγές ποντιακών ακριτικών τραγουδιών αδημοσίευτες : α) στην Λαογραφική Συλλογή του Σπουδαστηρίου Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και δη σε χειρόγραφα και β) στο Κέντρο Έρευνας της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών και δη ανά φάκελο εκάστης παραλλαγής ποντιακού ακριτικού τραγουδιού.
Κατά τον πόντιο Α. Ι. Παρχαρίδη : «Τα ακριτικά άσματα, στα οποία και ο Σάββας Ιωαννίδης αποδίδει ηλικία άνω των 10 αιώνων, τραγουδιόνταν από τους οικείους των Ακριτών, και από στόμα σε στόμα και από τόπο σε τόπο διαδόθηκαν σε όλα τα μέρη της Ρωμανίας».
Κατά τον πόντιο Σάββα Ιωαννίδη : «Τα ακριτικά άσματα έχουν ηλικία άνω των δέκα (10) αιώνων».
Τα ποντιακά ακριτικά τραγούδια αποτελούν μεγάλο κεφάλαιο της πολιτιστικής κληρονομιάς των Ελλήνων Ιώνων του Πόντου. Του Πόντου τα ακριτικά τραγούδια εξυμνούν τους άθλους των Ακριτών του Πόντου, τον ηρωισμό τους σε μάχες καθώς και την δύσκολη επιβίωσή τους στα σύνορα του Πόντου και της Ελληνοβυζαντινής δηλ. της Ελληνικής Αυτοκρατορίας. Αποτελούν ζωντανό μνημείο της ιστορίας, της γλώσσας και του πολιτισμού των Ελλήνων Ποντίων.
Τα ακριτικά τραγούδια του Πόντου έχουν μελωδία με στίχο ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο και συνοδεύονται από ποντιακά μουσικά όργανα, κυρίως την λύρα. Θεωρούνται δε τα αρχαιότερα και πιο αυθεντικά δείγματα της ποντιακής μουσικής παράδοσης και έχουν τις ρίζες τους στην αρχαιότητα του ελληνικού αττικοϊωνικού Πόντου
Προϊόντος του χρόνου εμφανίστηκαν δημώδη ποντιακά τραγούδια έχοντα συνάφεια με την Γενοκτονία των Ποντίων, τον ξεριζωμό αυτών και την γλυκιά ανάμνηση της απωλεσθείσης πατρίδος.
Ακριτικά τραγούδια του Πόντου :
- «Ο Πορφύρτς» (= Ο Πορφύρης, ο Πορφύριος). «Ο Πορφύρτς» είναι ήρωας των ακριτικών δημοτικών ασμάτων των Ποντίων. Ο Πορφύρης είναι ήρωας που πολεμά στα ανατολικά ελληνικά ποντιακά σύνορα και κατατροπώνει τους Πέρσες: «Να σαν την μάναν που γεννά τα τρ(ι)άντα χρόν(ι)α μίαν κι εφτάει υιόν Τραντέλληνον και νύφεν γαλαφόρον ….». (=Ευλογημένη η μάνα εκείνη που γεννάει μια φορά στα τριάντα χρόνια και αποκτά γιο Τραντέλληνα (τραντέλληνος = τριάντα (30) φορές Έλληνας) και παίρνει ως νύμφη της κόρη γαλοφόρα, κόρη που θα κάνει πολλά παιδιά).
Σε άλλο σημείο του τραγουδιού δηλώνει ο Πορφύρτς πως αγάπησε την κόρη του Πέρση βασιλέα και πως θα την κάνει γυναίκα του. «Εγώ κόρην εγάπεσα και έν του βασιλέα». Ο βασιλιάς δίνει διαταγή να συλληφθεί ο Πορφύρτς. Το στράτευμα που εντέλεται από τον βασιλέα να τον συλλάβει, παρακαλεί να τον βρει άοπλο και κοιμώμενο, γιατί φοβάται την παλικαριά και την ανδρειοσύνη του: «Θεέ μ, να πάμε να βρίσκουμε τον Πόρφυραν σον ύπνον,….. να δένω και τ΄ ομμάτ(ι)α του μ΄ εννέα λοϊών μετάξιν, κι εκεί να εγνεφίζ΄ατον α σον γλυκύν τον ύπνον». (=Θεέ μου πάμε να βρούμε τον Πόρφυρα κοιμώμενο, να του δέσω τα μάτια με εννιά ξεχωριστά είδη μεταξιού και να τον ξυπνήσω από τον βαθύ και γλυκό του ύπνο). «..Και δεν(ου)νε και τ΄ομμάτια του μ΄ εννέα λοϊών μετάξιν» (=Του δένουνε τα μάτια με εννέα είδη μεταξιού).
Ο Πορφύρης αλυσοδένεται καθώς κοιμάται. Όμως ξυπνά. Σπάει τα δεσμά του και : « Ας τ΄ αλυσιδοκόμματα έναν σο χερ΄ επαίρεν, χίλιους απ΄ έμπρα σκότωσεν και μύριους από οπίσω, ενν(ι)ά κοφίνια φόρτωσεν ωτία και μυτία, κι άλλα εννέα φόρτωσεν και χέρ(ι)α και κιφάλ(ι)α και στείλ(ι)α τα τον βασιλιάν, μεγάλον αρμαγάδιν. Υίας και χαιρετίγματα πέτε τον βασιλέαν». (=Σπάει σε χίλια κομμάτια τις αλυσίδες του ο σωματώδης και ρωμαλέος Πορφύρης, λαμβάνει στο χέρι του ένα από τα κομμάτια της σπασμένης αυτής αλυσίδας και χίλιους σκοτώνει πολεμιστές ευρισκομένους εμπρός του και χιλιάδες ευρισκομένους όπισθέν του. Γεμίζει εννιά κοφίνια με τα αυτιά και τις μύτες των φονευθέντων και άλλα εννιά με τα κομμένα χέρια και κεφάλια των φονευθέντων και τα στέλνει στον βασιλιά, με χαιρετίσματα και ευχές για υγεία του).
- «Του ΄Ηλ΄ το κάστρον». «Όλια τα κάστρα είδα κι όλια γύρισα. Κι άμον του Ήλ΄ το κάστρον, κάστρον κέτονε. Σεράντα πόρτας είχεν κι όλια σίδερα κι εξήντα παραθύρια κι όλια χάλκενα». (= Είδα όλα τα κάστρα κι όλα τα περιήλθα. Το κάστρο του Ήλιου ήτο ανώτερο όλων. Είχε σαράντα σιδερένιες πόρτες κι εξήντα χάλκινα παράθυρα). Το ακριτικό τούτο δημοτικό ποντιακό άσμα περιγράφει το απόρθητο κάστρο του Ήλιου που επολιορκείτο επί δώδεκα έτη από τους Τούρκους και έπεσε με δόλιο τρόπο, αποτέλεσε δε σύμβολο αντίστασης και θυσίας. Διηγείται τον θρύλο της άλωσης ενός οχυρού, όπου οι πολιορκητές Τούρκοι χρησιμοποίησαν ένα τέχνασμα, μια πονηριά, για να μπουν στο οχυρό, με αποτέλεσμα τον τραγικό θάνατο της κόρης που ζούσε μέσα σε αυτό. Ένα μικρό παιδί, τούρκος όμως, που γνώριζε ελληνικά-ποντιακά, – λειτουργώντας ως δόλωμα των πολιορκητών Τούρκων – παρακάλεσε την κοπέλα να ανοίξει μια πόρτα για να σωθεί δήθεν από τους πολιορκητές. Η κοπέλα άνοιξε μια πόρτα για να τον σώσει. Βρήκαν την ευκαιρία μυριάδες Τούρκοι και μπήκαν στο κάστρο εκπορθώντας το. Η κοπέλα πήδησε από το παράθυρο του κάστρου και σκοτώθηκε για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων.
- «Ακρίτας όντας έλαμνεν». (=Ο Ακρίτας όταν όργωνε). «Ακρίτας όντας έλαμνεν σην παραποταμέαν …. επαίγνεν κι έρχουν και έσπερνεν εννέα κότεα σπόρον ….». Άσμα ποντιακό ακριτικό, το οποίο δείχνει τον αγροτικό τρόπο ζωής ενός Ακρίτα εν καιρώ μη μάχης. Η ενασχόληση όμως με την γεωργική ζωή μένει στο περιθώριο, όταν φθάνει η στιγμή για άσκηση των πολεμικών του καθηκόντων.
- «Ακρίτας πάει και σο κυνήγ΄» Το ακριτικό τούτο τραγούδι αναφέρεται σ΄ έναν ρωμαλέο πόντιο Ακρίτα, οποίος αντιμετωπίζει τον θάνατο με ψύχραιμη ματιά. Πηγαίνοντας ο ίδιος για κυνήγι συναντά τον Χάρο. Ο Χάρος του ζητεί να παλέψουν. Νικά ο Χάρος. Ο Ακρίτας επιστρέφει στο σπίτι του (νεκρός ών) και καλεί τη γυναίκα του να ετοιμάσει τη νεκρική του κλίνη και να βάλει στο φέρετρό του και πέριξ της κεφαλής του άνθη της φύσης λουλούδια της εξοχής και του βουνού (= στρώσον με θανατικόν κρεβάτιν. Θέσον με άνθια σην κεφαλήν και παρχαρί τσιτσέκια).
- «Ο Μάραντον». Το άσμα αναφέρεται στον ήρωα, ονόματι Αμάραντος, που καλείται να λάβει μέρος σε κάποια μάχη, λαμβάνοντας έγγραφο κλήσης για συμμετοχή του στην πολεμική αυτή αποστολή. Το όνομα Αμάραντος απαντάται συχνά ως κύριο όνομα στους Ποντίους. Το τραγούδι «Ο Μάραντον» είναι από τα πιο χαρακτηριστικά του ακριτικού κύκλου. Ο Μάραντον, ο Ακρίτας ο Αμάραντος, καλείται να στρατευθεί, να πολεμήσει. Είναι προσηλωμένος στο καθήκον και αφοσιωμένος στην αποστολή του. Είναι πρότυπο γενναιότητος και φιλοπατρίας. Παίρνει το άλογό του και φεύγει για την μάχη. Αφήνει πίσω την γυναίκα του και την περιουσία του. Η γυναίκα του εργάζεται σκληρά και αυξάνει σε αριθμό το εκ προβάτων κοπάδι τους : «τα πέντε εποίκεν εκατόν, τα δεκαπέντε χίλια» (=τα πέντε πρόβατα τα έκανε εκατό, τα δεκαπέντε χίλια). Ο Μάραντον επιστρέφει νικητής από τις μάχες και ζει γαλήνια με την καλή του μέχρι την επόμενη μάχη-απόκρουση των επιδρομέων.
- «Ο Διγενής Ακρίτας». Ο Διγενής Ακρίτας, ως ανωτέρω ανεφέρθη, είναι ο ιδεώδης τύπος του ήρωα Ακρίτα, είναι ρωμαλέος σαν τον Ηρακλή, νέος σαν τον Αχιλλέα και ένδοξος σαν τον Μέγα Αλέξανδρο». Για την θαυμαστή ανδρεία του το λόγιο έπος μας λέγει (Πρόλογος τέταρτου μέρους, χγ ΑΤ) ότι ξεπέρασε όλους τους παλαιότερους ήρωες της αρχαιότητος :
α. Τον Ηρακλή. Λέγει το λόγιο έπος συγκρίνοντας τον Ηρακλή με τον Διγενή Ακρίτα : Ο Ηρακλής και ο Σαμψών «αρίστευσαν χερσί λέοντος σχίσαντες, ούτος δε πλήθος άπειρον απέκτεινεν λεόντων» (= Ο Σαμψών και ο Ηρακλής, ο καθένας ξεχωριστά σκότωσαν και έσχισαν, διαμέλισαν με τα χέρια τους από ένα μεγαλόσωμο και επικίνδυνο λιοντάρι. Ο Ηρακλής το λιοντάρι της Νεμέας. Ο Διγενής Ακρίτας όμως εφόνευσε μυριάδες «λέοντες». Επομένως, έκανε μυριάδες άθλους, ομοίους με τον άθλο του Ηρακλή με το λιοντάρι της Νεμέας. Ως τέτοιοι «λέοντες» θεωρούνται, κατά το λόγιο τούτο έπος, οι άπειρες ανασχέσεις επιδρομών από Πέρσες, Σαρακηνούς (Άραβες), Τούρκους κ.λ.π.), που έχει κάνει ο Διγενής Ακρίτας.
β. Τον Αχιλλέα. Λέγει το λόγιο έπος συγκρίνοντας τον Αχιλλέα με τον Διγενή Ακρίτα : «Παυσάσθω γράφειν Όμηρος και μύθους Αχιλλέως, ωσαύτως και του Έκτωρος..». (=Ας παύσει ο Όμηρος να γράφει ιστορίες για τον Αχιλλέα, ακόμη και γι΄ αυτήν την μονομαχία του Αχιλλέως με τον Έκτορα, γιατί τα κατορθώματα του Διγενή Ακρίτα είναι ανώτερα).
γ. Τον Μέγα Αλέξανδρο. Λέγει το λόγιο έπος συγκρίνοντας τον Μέγα Αλέξανδρο με τον Διγενή Ακρίτα : «Αλέξανδρος ο Μακεδών δυνατός εν φρονήσει, θεόν τε έχων συνεργόν γέγονε κοσμοκράτωρ. Αυτός δε φρόνημα στερρόν έχων θεόν επέγνω». (= Ο Έλλην Μακεδών βασιλεύς Μέγας Αλέξανδρος, ών δυνατός στην φρόνηση, έχοντας συμπαραστάτη και βοηθό τον θεό, έγινε κοσμοκράτορας. Ο Διγενής Ακρίτας όμως έχοντας ακλόνητο και υψηλό φρόνημα, θεόν επέγνω, ήτο αυτόπτης μάρτυς του Θεού). Επιγιγνώσκω =γίνομαι αυτόπτης μάρτυς. Βλέπε σελίδα 324 Τόμος Α΄, Α-Θ Μέγα Λεξικόν Ρημάτων Θεοδώρου Κοντέου.
Ο Διγενής Ακρίτας είναι έμμετρο ακριτικό έπος εντός της ελληνοβυζαντινής, δηλ. της ελληνικής, περιόδου (12ος αιών μ.Χ.). Θεωρείται το πιο παλιό γραπτό μνημείο της δημώδους ελληνικής γλώσσας της ελληνοβυζαντινής, δηλ. της ελληνικής εποχής.
Ο Διγενής Ακρίτας είναι νευραλγικό πρόσωπο των ακριτικών ασμάτων της ελληνοβυζαντινής δημώδους ποιήσεως. Ενσαρκώνει τα ιδανικά των Ακριτών, των φυλάκων των συνόρων της Ελληνικής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Το γνωστότερο άσμα είναι αυτό που αναφέρεται στην πάλη του Διγενή με τον Χάρο στα μαρμαρένια αλώνια. Ο Διγενής αν και «ακαταμάχητος», εν τέλει σκοτώνεται. «Ο Διγενής Ακρίτας» και δη το πιο γνωστό του : «Ο θάνατος του Διγενή» : έχει τους εξής στίχους : «Τρίτη εγεννήθη ο Διγενής και Τρίτη θα πεθάνει …», «.. με τετραπίθαμο σπαθί, με τρεις οργιές κοντάρι …»
Στην παραλλαγή της Κερασούντας, ο Διγενής Ακρίτας ηττημένος, κατά την πάλη, από τον Χάρο, πεθαίνει σκοτώνοντας και την γυναίκα του για να μην την πάρει άλλος. «Ξέβαν και επάλαιψαν, ενίκεσεν ο Χάρων. Φέρτε με την φιλίστραν(=το όπλο) μου, φέρτε με τα σιλάχια (=σελάχια), φέρτε με το τοπούζιν μου, ντο έν εξήντα οκάδες, και τ΄ άλλο το τοπούζιν μου, ντο έν εξηνταπέντε».(= Εβγήκαν και παλαίψανε ο Διγενής κι ο Χάρος. Ο Χάρος βγήκε νικητής. Κι ο Διγενής ζήτησε να του φέρουν το όπλο του, τα σελάχια του, το ένα τοπούζι του βάρους εξήντα οκάδων και το δεύτερο βάρους εξηνταπέντε οκάδων, για να τα πάρει μαζί του στον άλλο κόσμο).
- «Ακρίτας πάει και σο κυνήγ΄» : Ακριτικό ποντιακό τραγούδι, το οποίο διηγείται τον θάνατο ενός ανδρειωμένου μετά την πάλη με τον Χάροντα. Η πάλη αυτή θυμίζει την πάλη του Διγενή Ακρίτα.
- «Ο αιχμάλωτον». Το ακριτικό τούτο τραγούδι περιγράφει τις δύσκολες ημέρες που περνάει η Ρωμιοσύνη. Οι Τούρκοι καταστρέφουν τα χωριά, τις κωμοπόλεις στα ανατολικά σύνορα της Ελληνικής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ρημάζουν εκκλησιές, καίνε εικόνες, αρπάζουν, σκοτώνουν άμαχο πληθυσμό, απαγάγουν γυναικόπαιδα, και έγκυες γυναίκες. «Ο αιχμάλωτον» είναι έμβρυο στην κοιλιά μιας ελληνίδας βυζαντινής αιχμάλωτης μέσα σε αυτές τις απαχθείσες γυναίκες. «Ο αιχμάλωτον» γεννιέται, μεγαλώνει και επιστρέφει στην Ρωμανία. Πηγαίνει στον τόπο του, βρίσκει τον πατέρα του και τον αδελφό του. Εισέρχεται σε μια εκκλησία, προσκυνά, κάνει τρεις μετάνοιες και προσεύχεται : «Χριστέ μ΄, αν εκατέβαινεν το πέραν κι αν φουσσάτον.. εννέα χιλιάδες, εγώ εκείνα εντούνα… Όνταν τερεί το πέραν κι αν, φουσσάτον κατεβαίνει, …εννέα χιλιάδες… Εκείνος εκεί εντώκεν» (Χριστέ μου, αν τώρα, από τον απέναντι λόφο ξεμύτιζε ασκέρι Σαρακηνών, Τούρκων ή άλλων επιδρομέων με 9.000 χιλιάδες πολεμιστές, θα πήγαινα χωρίς δισταγμό, με προθυμία, γενναία να το αντιμετωπίσω. Σηκώνει το κεφάλι του και βλέπει ασκέρι 9.000 πολεμιστών να κατεβαίνει από την πλαγιά του λόφου. Σταματά την προσευχή και ορμά ακάθεκτος με ανδρειοσύνη κατά πάνω στο ασκέρι).
- «Αητένς επαραπέτανεν» «Αητένς επαραπέτανεν» : «….Σον πόλεμον Τραντέλλενος, Ρωμαίικον παλληκάρι» (=Στον πόλεμο τριάντα (30) φορές Έλληνας, παληκάρι της Ρωμιοσύνης».
Το άσμα τούτο αναφέρεται σε έναν αντρειωμένο πολεμιστή που πολέμησε και είχε ηρωικό τέλος. Παρομοιάζεται με αετό με αιχμηρό ράμφος και νύχια προκαλούντα τρόμο, που, παρότι αετός, σε μάχη λυγίζει. Το άσμα αυτό συμβολίζει την ισχύ, την ελευθερία, την ανδρειοσύνη, αλλά και τον ηρωικό θάνατο. Οι στίχοι του τραγουδιού αυτού ομιλούν για τον πολεμιστή Ακρίτα του Πόντου, ομιλεί για την κραταία ελληνική βυζαντινή Αυτοκρατορία, για την πτώση αυτής και της βασιλεύουσας Κωνσταντινουπόλεως, επίσης για την πτώση της Αυτοκρατορίας του Πόντου και την πτώση και αυτής. Προσέτι, Ομιλεί και για την Γενοκτονία των Ποντίων.
- «Το κάστρον της Ωριάς» Ακριτικό ποντιακό άσμα που διηγείται την πτώση ενός κάστρου. Ομιλεί περί της παραδόσεως της Ωριάς στα χέρια των Τούρκων, μετρόπο πανούργο, υπό των Τούρκων και περί της αυτοκτονίας της βασιλοπούλας, η οποία επί πολλά έτη ηρωϊκώς ανθίστατο κλεισμένη σ΄ αυτό.
- «Ακρίτας κάστρον έχτιζεν». «Ακρίτας κάστρον έκτιζεν κι Ακρίτας περιβόλι……..και φέρτεν την σαϊταν μου ντο σύρ΄ τρακόσια πήχες ….και τ΄ άλλον το μικρότερον ντο σύρ΄ εξήντα πέντε… Χάρε έπαρ΄ ασημικά.. έπαρε την σαϊτα μου ντο σύρ τρακόσια πήχες».
- «Ο Γιάννες ο Μονόγιαννες». Είναι ποντιακό ακριτικό άσμα που διηγείται την ιστορία ενός μοναχογιού, του Γιάννη, σε μια καθημερινή σκηνή κατά την αγροτική του ζωή στα σύνορα του Πόντου. Δεν βρίσκεται σε μάχη. Έχει επιστρέψει νικητής από τη μάχη και ασχολείται με την καλλιέργεια της γης. Πηγαίνει στο πηγάδι για να πιει νερό. Χρησιμοποιεί το ποτήρι του. Εκεί παρουσιάζεται ένας δράκος, ο οποίος ζητά να αναμετρηθεί μαζί του. Ο Γιάννες (Γιάννης) είναι παλικάρι, δεν δειλιάζει. Δέχεται την πρόσκληση-πρόκληση του δράκου. Το ακριτικό τούτο άσμα αναδεικνύει την ψυχική και σωματική δύναμη του Γιάννη, εκθειάζει την ηρωική του πράξη και προβάλλει την αντίστασή του στα στοιχειά της φύσης.
Σε δεύτερη στιχουργική διήγηση ο ακρίτας Γιάννες μακριά από μάχη πάλι, στα πλαίσια της περιοδικά μικρής αγροτοκτηνοτροφικής του ζωής και συνήθειας, είναι βοσκός με εννιά άλλους βοσκούς εννέα χιλιάδες πρόβατα. Μένει μόνος στην φύλαξη και φροντίδα όλου αυτού του κοπαδιού, γιατί οι υπόλοιποι αγαπούν γυναίκες και δημιουργούν οικογένειες. Ο Γιάννες ως βοσκός καταπονημένος από το βάρος της δουλειάς κοιμάται εν ώρα βοσκής του κοπαδιού. Το κοπάδι χάνεται. Ο Γιάννες ξυπνά. Ψάχνει απελπισμένος το κοπάδι. Συναντάει κατά την αναζήτηση του κοπαδιού του έναν λύκο. Ο λύκος του λέει πως ο ίδιος έφαγε το κοπάδι του.
Σε τρίτη εκδοχή τραγουδιστικής διήγησης ο Γιάννες σε μια χρονική στιγμή διακοπής της μάχης, συναντάει έναν δράκο που θέλει να τον φάει. Ο Γιάννες ζητεί από τον δράκο να δει για τελευταία φορά την οικογένειά του. Ο δράκος συναινεί. Ο Γιάννες συναντιέται με τους οικείους του και επιστρέφει στο σημείο που τον περίμενε ο Χάρος, τηρώντας τον λόγο του. Ο Δράκος αναγνωρίζει την εντιμότητά του Γιάννε, αναθεωρεί τη θέση του και συμφιλιώνεται μαζί του.
Σε τέταρτη απόδοση ο Γιάννες ευρισκόμενος εκτός πεδίου μάχης, ζώντας ασχολούμενος με την γεωργία, ετοιμάζεται για τον γάμο του. Εμφανίζεται ο Χάροντας που θέλει πάλη μαζί του μέχρι θανάτου. Ο Γιάννης δεν δέχεται. Ζητεί από τον Χάρο να του δώσει η γυναίκα του λίγα χρόνια από τη δική της ζωή, για να παραμείνει στη ζωή. Ο Χάρος δέχεται. Δέχεται και η γυναίκα του να μειωθούν αντίστοιχα τα χρόνια ζωής της. Έτσι ο Γιάννες κατορθώνει να κρατηθεί στη ζωή.
Σπουδαία δημώδη τραγούδια του Πόντου :
- «Πάρθεν η Ρωμανία». Το τραγούδι αυτό αναφέρεται στην οδύνη για την απώλεια της Κωνσταντινουπόλεως. Η λαϊκή μούσα υπόσχεται : «Η Ρωμανία κι αν επέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο». Ο θρήνος αυτός δεν αναφέρεται μόνον στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και στην πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας του Πόντου, την Τραπεζούντα. Οι δύο αυτές πόλεις (Κωνσταντινούπολη και Τραπεζούντα) απετέλεσαν τα δύο μεγάλα κέντρα της Ρωμιοσύνης. Και στις δύο αυτές πόλεις δέσποζε επιβλητικά μεγαλοπρεπής ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας. Έτσι το τραγούδι για το χαμό της Πόλης είναι γνωστό σε δύο παραλλαγές : α) ο θρήνος της Τραπεζούντος και β) ο θρήνος της Πόλης (Κωνσταντινούπολης). Και στα δύο αυτά τραγούδια την δυσάρεστη είδηση προς τους χριστιανούς κατοίκους των πόλεων αυτών την φέρνει ένα πουλί. Το ένα πουλί είναι μπροστά στην πόρτα του ιερού ναού της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινουπόλεως( πτώση 1453). Το ίδιο πουλί είναι μπροστά στην πόρτα του ιερού ναού της Αγίας Σοφίας Τραπεζούντος (πτώση 1461). Και στην μία περίπτωση και στην άλλη το πουλί έχει την μια φτερούγα του βυθισμένη στο αίμα και στην άλλη φτερούγα κρατεί έγγραφο που γράφει την θλιβερή αγγελία. Και στην μία περίπτωση και στην άλλη το πουλί διαβάζει την αγγελία αυτή προς τους χριστιανούς κατοίκους καθεμιάς εκ των δύο αυτών πόλεων (Κωνσταντινουπόλεως – Τραπεζούντος) : «Αιλί εμάς και βάϊ εμάς πάρθεν η Ρωμανία…..».
Ο εμβληματικός αυτός ποντιακός θρήνος για την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (1453) και της Τραπεζούντος (1461) εκφράζει την ελπίδα για τη συνέχιση του Ελληνισμού. Συμβολίζει ότι παρά την πτώση της Ελληνοβυζαντινής, δηλαδή της Ελληνικής Αυτοκρατορίας(1453) και της Ελληνικής Ποντιακής Αυτοκρατορίας, της Αυτοκρατορίας του Πόντου (1461) που ακολούθησε, το ελληνικό γένος και ο ελληνικός πολιτισμός θα επιβιώσουν και θα ξανανθίσουν. Η φράση : «ανθεί και φέρει κι άλλο» δίνει το μήνυμα ότι η Ρωμιοσύνη θα ξαναγίνει μεγάλη. Μέσα από τους στίχους των τραγουδιών αυτών, που βγάζουν αβάσταχτο πόνο, ξεπροβάλλει η κρυφή ελπίδα και προσμονή για την αναγέννηση της Ρωμιοσύνης.
- «Τη Τρίχας το γεφύρ΄». Το τραγούδι αυτό έχει κοινά στοιχεία με το «Της Άρτας το γιοφύρι». Και στο ένα και στο άλλο απαιτείται ανθρώπινη θυσία για να διατηρηθεί το γεφύρι αθάνατο. Στο : «Τη Τρίχας το γεφύρ΄» ο πρωτομάστορας αρνείται να «θυσιάσει» την μάνα του γιατί άλλη μάνα δεν μπορεί να βρει, αρνείται να θυσιαστούν τα αδέλφια του, γιατί άλλα αδέλφια δεν μπορεί να βρει, δέχεται να «θυσιαστεί» η γυναίκα του, γιατί μπορεί να την αναπληρώσει, να την αντικαταστήσει με άλλη. Στο : « Της Άρτας το γιοφύρι» θυσιάζεται η γυναίκα του πρωτομάστορα, η οποία για το μόνο πράγμα που κλαίει είναι το ότι αφήνει το παιδί της στην κούνια του κοιμώμενο.
- « Έταιρον κι η Λυγερή». Το παραδοσιακό τούτο ποντιακό άσμα είναι κατά τον πόντιο λόγιο και μελετητή Παντελή Μελανοφρύδη, ως ανεφέρθη ανωτέρω, είναι μεταγενέστερο του : «Τη Τρίχας το γεφύρ». Το δύο αυτά δημοτικά τραγούδια έχουν τα εξής στοιχεία σχετικά με τον αριθμό τρία (3).
Στο πρώτο : « Έταιρον κι η Λυγερή». η λυγερή κοπέλα που πέφτει στο ποτάμι ζητά από το παλικάρι να την βγάλει, τάσσοντας στο ίδιο τρία (3) πράγματα, πρώτον, το τσαρκούλιν (= το μαντήλι του λαιμού της), δεύτερον, το ζωνάρ΄ (=τη ζώνη της) και τρίτον το βρασιάλ΄ (=το βραχιόλι της), και δέχεται διαδοχικά ισάριθμες, ήτοι τρεις (3) αρνήσεις, απανωτές. Όταν του υπόσχεται φιλί, το παλικάρι την βγάζει από το ποτάμι και ζητεί να κάνει πράξη την υπόσχεσή της. Η λυγερή κοπέλα το αναβάλλει με εύσχημο τρόπο. Προβάλλει διαδοχικά τρεις (3) αιρέσεις, πρώτον να φθάσουν σα λιβάδα [(=στα λιβάδια στο βάθος του δρόμου τους), μετά, δεύτερον, να φθάσουν σην κοιλάδα (=στην κοιλάδα, που ξανοίγεται μπροστά τους), και ακολούθως, τρίτον, να φθάσουν σα χωρία (=στο πλησιέστερο χωριό της πορείας τους). Μόλις οι δυο τους μπήκαν στο πλησιέστερο χωριό, η κοπέλα ζήτησε από τους κατοίκους του χωριού συμπαράσταση. Έτσι η υπόσχεσή της δεν τηρήθηκε.
Στο τραγούδι : «Τη Τρίχας το γεφύρ΄» ο πρωτομάστορας απορρίπτει τρία (3) προσφιλή του πρόσωπα για θυσία για να στεριώσει το γεφύρι : πατέρα, μάνα, αδέλφια, ήτοι [«τον κύρη μ΄» (= τον πατέρα μου), «τη μάνα μ΄» (=την μητέρα μου), «τα΄αδέλφα μ΄» (= τα αδέλφια μου)], και θυσιάζει την σύζυγό του. Ο ίδιος σκέφθηκε πως μάνα δεν μπορεί να ξαναβρεί, ούτε πατέρα, ούτε αδέλφια. Νέα όμως σύζυγο, εύκολα.
Από την δομή των δύο τούτων δημοτικών ποντιακών τραγουδιών καταφαίνεται πως το «Έταιρον κι η λυγερή», ως μεταγενέστερο του «Τη Τρίχας το γεφύρ΄», πορεύεται στα χνάρια αυτού, δηλ. του : «Τη Τρίχας το γεφύρ΄».
3.«Η κόρ΄επήεν σο(ν) παρ΄χάρ» (=Η κόρη πήγε στον βοσκότοπο που ευρίσκεται σε οροπέδιο, παρά τω χωρίω (=παρ΄χαρ΄), ήτοι που βρίσκεται εγγύς του χωρίου). «Η κόρ΄ επήεν σον παρχαρ΄ να (γ)ίνεται ρομάνα..» (=η Κόρη πήγε στον ορεινό βοσκότοπο του χωριού της να γίνει ορομάνα, μάνα του όρους, μάνα του βουνού, της φύσης, αλλά και ρωμάνα, μάνα της Ρωμανίας, μάνα του ελληνισμού της Ρωμανίας. Το τραγούδι αυτό εκθειάζει την αρχαιοελληνίδα μάνα του Πόντου και της ελληνοβυζανινής Αυτοκρατορίας, και μέσα από την μάνα αυτή, προβάλλει την ιστορία και τον πολιτισμό των Ποντίων, τον υπαίθριο αγροτοκτηνοτροφικό τρόπο ζωής των Ποντίων και βέβαια τον έρωτα και την γονιμότητα.
Ο σπουδαίος σύγχρονος ποιητής μας Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο οποίος «φυλάσσει Θερμοπύλας» εις τον Μόλυβον Λέσβου, και εις τον οποίον αποστέλλουμε θερμές ευχές για υγεία και μακροημέρευση, χαρακτηρίζει το δημώδες αυτό ποντιακό άσμα ως Ύμνο προς τον Ποντιακό Ελληνισμό. Συμφωνούμε απόλυτα.
- Εξέχον παραδοσιακό ποντιακό δίστιχο σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο μέτρο
είναι το ακόλουθο :
« Ήλιον εβγαίν α΄ σα ραχιά κι η δείσα α΄ σο χωρίον,
κι η κόρ΄ ρομάνα α΄σον Παρχάρ΄ ας΄ όλτς κι άλλο καλλίον».
(= Ο Ήλιος βγαίνει από τη ράχη του βουνού και η ομίχλη απ΄ το χωριό, και η κόρη–ρομάνα βγαίνει από τον ορεινό βοσκότοπο, από όλους πιο όμορφα, με ωραιότερο τρόπο).
- «Η μάνα έν κρύον νερόν». Το ποίημα αυτό είναι ύμνος προς την μητέρα. Αναφέρεται στην αγνή, γνήσια, ανιδιοτελή αγάπη της μάνας προς τα παιδιά της. Το άσμα τούτο αποδίδει ερμηνευτικά, με ξεχωριστό τρόπο, ο σπουδαίος πόντιος, εκ Δράμας ορμώμενος, αοιδός μας Πέτρος Γαϊτάνος, στον οποίο επίσης ευχόμαστε υγεία και μακροζωία.
- «Σαράντα μήλα κόκκινα». Δημοφιλές δημώδες ποντιακό ερωτικό τραγούδι.
- «Σουμέλα λεν την Παναγιάν». Άσμα ποντιακό δημώδες που αναφέρεται στην ξενιτιά.
- «Έλα πουλί μ΄ α σά μακρά». Το δημώδες αυτό ποντιακό τραγούδι που επίσης αναφέρεται στην ξενιτιά.
- Το παραδοσιακό εν Ελλάδι τραγούδι «Για δέστε τον αμάραντο» αναφερόμενο στο ομώνυμο φυτό, απαντάται και στα ποντιακά δημοτικά τραγούδια σε διάφορες ποντιακές παραλλαγές. Με αυτές συμβολίζεται η έννοια του αμάραντου ως αθάνατου φυτού, παραπέμποντας στον Πόντο ως προαιώνιας ελληνικής γης : « …..σον Πόντον φυτρών΄, στοιβά(ζ)εται σ΄ ρασάδ(ι)α, ποτέ τ΄(ου) κι ποτί(ζ)εται, κι ούτε κορφολογίεται, …..τα ράσια τρώγνα τον, τα ψύα ανασταίουν». (=Το φυτό Αμάραντος ευδοκιμεί στον Πόντο, βγαίνει στις πέτρες άφθονα, δεν ποτίζεται, δεν κορφολογιέται, το τρώνε οι ράχες (=αντέχει στις πλαγιές) και οι ψυχές ανασταίνονται).
Το 1922-1923 εξεδιώχθησαν πλήρως από την Τραπεζούντα οι κάτοικοί της Πόντιοι χριστιανοί, και η πόλη καταλήφθηκε από τους Τούρκους. Τριάντα έτη μετά, το 1952, ο Χρίστος Κουλαουζίδης ύστερα από εκδρομή στον Πόντο, έγραψε το ίδιο έτος (1952) κείμενο με τίτλο : «Από μια πρόσφατη εκδρομή στον Πόντο». Στο κείμενο περιλαμβάνεται και το εξής δίστιχο : «Σα τριάντα χρόν(ι)α απάν αρ΄ έκσαν αλλομίαν τ΄ αλάτα της Τραπεζούντας αρ κεμεντζές λαλίαν».(=Μετά από τριάντα (30) χρόνια ακούστηκε ξανά ήχος ποντιακής λύρας στον αέρα και τα σοκάκια της Τραπεζούντας).
Ο πόντιος Ευστάθιος Ευσταθιάδης, λαογράφος, για το εν γένει δημοτικό ποντιακό τραγούδι, συμπεριλαμβανομένου και του ακριτικού, λέγει : «Το ποντιακό τραγούδι είναι γλυκύτατος καρπός της ηρωικής μούσας του ποντιακού λαού».
Επίσης ο ίδιος προσθέτει : «Το ποντιακό τραγούδι είναι το απαύγασμα των ισχυρών και ευγενών συναισθημάτων του ποντιακού λαού. Η ποντιακή μούσα παρακολουθεί τον φορέα της και την πορεία του. Ταυτίζεται με την προσωπικότητά του. Τον συντροφεύει στους θριάμβους και σαν αφετηρία και σαν εθνική συνέχεια».
Επιπροσθέτως ο ίδιος σημειώνει : «Περνά ο ποντιακός λαός κρίσιμες ώρες. Απειλείται με τον θάνατο και σώζεται με το σάλπισμα της μούσας του. Και όταν πεθαίνει, γρήγορα ανασταίνεται. Την ανάστασή του την διαισθάνεται λίγο πριν τον οραματισμό της αλάθητης μούσας του».
Τέλος, ο ίδιος καταλήγει : « Μέσα σ΄ αυτήν, την αλάθητη μούσα του και την ανάστασή του συμπυκνώνεται εθνικό δυναμικό ακατάβλητο. Γίνεται έτσι η μούσα αυτή το μυστικό της Αθανασίας του Ελληνικού Ποντιακού Γένους».
Ο Ζοζέ ντε Σόζα Σαραμάγκου (1922-2010), Πορτογάλος συγγραφέας, ποιητής, σεναριογράφος και δημοσιογράφος, τιμημένος με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας έφη : « Είμαστε η μνήμη την οποίαν έχουμε. Χωρίς μνήμη δεν θα γνωρίζουμε ποιοι είμαστε ».
Καταλήγω : Τα δημοτικά μας τραγούδια, συμπεριλαμβανομένων και των ακριτικών, και εν γένει οι παραδόσεις μας δεν είναι μία τυπική επανάληψη των συνηθειών μας, είναι μία συγκολλητική ουσία που καθιστά ενιαία τη ζωή μας με τις ρίζες μας. Εν ολίγοις, οι παραδόσεις μας είναι οι ρίζες της ψυχής μας.
Βιβλιογραφία :
- Ιστορία του Ποντιακού Ελληνισμού Τόμος Α΄, Χρήστου Σαμουηλίδη, 2002.
- Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Πολιτισμού, Ο Πόντος- Ιστορία, Λαογραφία και Πολιτισμός, Τόμος Β΄ ,
- Εγκυκλοπαίδεια Ποντιακού Ελληνισμού «Πόντος Ιστορία Λαογραφία και Πολιτισμός, Τόμος Α΄,
- Λεξικόν Ελληνικής Αρχαιολογίας, Τόμος Α΄, Αλεξάνδρου Ραγκαβή,
- Λεξικόν Ελληνικής Αρχαιολογίας, Τόμος Β΄, Αλεξάνδρου Ραγκαβή
- Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Πολιτισμού, Ιστορία – Λαογραφία- Πολιτισμός, Τεύχος 5ο .
- Ποντιακή Εστία, Μηνιαίον Λαογραφικόν Περιοδικόν, Δεκέμβριος 1952, Τεύχος 12ον . Έτος 1ον.
*Ερευνητής- μελετητής-αναλυτής 9-3-2026






























