Η απολιγνιτοποίηση στην Ελλάδα πάει πίσω δεκαετίες. Το μερίδιο του λιγνίτη στην εγχώρια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας έφτασε το 74% το 1989, ενώ το 2005 κορυφώθηκε η παραγωγή του σε απόλυτους αριθμούς
Στην Ελλάδα, ο λιγνίτης καιγόταν σε μονάδες που μπήκαν στο σύστημα τη δεκαετία του 1970 και του 1980. Με τα χρόνια, η απόδοση και η αξιοπιστία τους έπεφταν. Αν προσθέσει κανείς και το αυστηρότερο πλαίσιο για τις επιτρεπόμενες εκπομπές ρύπων, οι ελληνικές μονάδες ήταν καταδικασμένες.
Η απολιγνιτοποίηση στην Ελλάδα πάει πίσω δεκαετίες. Το μερίδιο του λιγνίτη στην εγχώρια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας έφτασε το 74% το 1989, ενώ το 2005 κορυφώθηκε η παραγωγή του σε απόλυτους αριθμούς. Εκείνη τη χρονιά, ο λιγνίτης κάλυπτε σχεδόν το 60% των αναγκών μας.
Εκτοτε ξεκίνησε μια μακρά αλλά σταθερή πτώση: -28% έως το 2014 (έναντι του 2005), -66% το 2019 και -92% το 2025. Το 2019, όταν ανέλαβε αυτή η κυβέρνηση, τα δύο-τρίτα της απολιγνιτοποίησης είχαν ήδη γίνει και ο λιγνίτης κάλυπτε μόλις το 25% της εγχώριας παραγωγής. Σήμερα το ποσοστό είναι μόλις 5%. Σύντομα, θα είναι μηδέν. Στον δημόσιο διάλογο, η απολιγνιτοποίηση έχει προκαλέσει ερωτήματα, ανησυχίες και, κατά καιρούς, έντονες αντιδράσεις. Εχει χαρακτηριστεί ως «βίαιη», «αχρείαστη», ακόμα και «καταστροφική». Πολλοί συμπολίτες μας πιστεύουν ότι ο λιγνίτης προσφέρει «αυτάρκεια» και «φθηνή ενέργεια». Δυσκολεύονται να καταλάβουν τη λογική της απολιγνιτοποίησης.
Αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα βέβαια συμβαίνει στις περισσότερες χώρες του δυτικού κόσμου. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η χρήση του άνθρακα είναι σε χαμηλό τετρακοσίων ετών (από το 1600 έχει να καταναλώσει τόσο λίγο άνθρακα η χώρα). Στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η κατανάλωση άνθρακα κορυφώθηκε το 1985 – έκτοτε έχει μειωθεί κατά 75%.
Πολλές ευρωπαϊκές χώρες –όπως η Αυστρία, το Βέλγιο, και η Πορτογαλία– έχουν ήδη μηδενίσει τη χρήση του στην ηλεκτροπαραγωγή. Η Ισπανία, η Γαλλία και η Ιταλία είναι στο μείον 90-κάτι τα εκατό. Ακόμα και στις χώρες που διατηρεί μερίδιο ο άνθρακας, η πτώση είναι αισθητή: -74% στη Ρουμανία, -69% στη Βουλγαρία, -67% στη Γερμανία (η οποία προτίμησε να κλείσει πρώτα τα πυρηνικά της εργοστάσια και μετά τον άνθρακα).
Ακόμα και εκτός Ευρώπης, η εποχή του άνθρακα σβήνει. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, βλέπουμε μια πτώση 68% (θύμα του φθηνού φυσικού αερίου). Μόνο στην Κίνα, στην Ινδία, και σε άλλες χώρες της Ασίας ακμάζει ο άνθρακας – στα υπόλοιπα μέρη της υφηλίου είναι είτε στάσιμος είτε σε πτώση. Στη χώρα μας, ο λιγνίτης αντιμετώπισε δύο προβλήματα. Πρώτον, ο λιγνίτης μας είναι χαμηλής ποιότητας. Μια μελέτη της Booz & Company για λογαριασμό της ΔΕΗ το 2012 έδειχνε ότι το κόστος της ηλεκτροπαραγωγής από λιγνίτη ήταν σχεδόν διπλάσιο στην Ελλάδα σε σχέση με τη Βουλγαρία, και 50% πιο ακριβό έναντι της Πολωνίας και της Τσεχίας.
Επειτα, αυτός ο λιγνίτης καιγόταν σε μονάδες που μπήκαν στο σύστημα τη δεκαετία του 1970 και του 1980. Με τα χρόνια, η απόδοση και η αξιοπιστία τους έπεφταν. Αν προσθέσει κανείς και το αυστηρότερο πλαίσιο για τις επιτρεπόμενες εκπομπές ρύπων, οι ελληνικές μονάδες ήταν καταδικασμένες.
Σε βάθος χρόνου, τον λιγνίτη τον αντικατέστησαν οι ΑΠΕ. Αλλά στην αρχή δεν συνέβη αυτό. Μέχρι το 2019, η χώρα μας αντικαθιστούσε τον λιγνίτη με εισαγωγές. Το 2019, εισάγαμε το 18% των αναγκών μας σε ρεύμα. Είχαμε επίσης την ακριβότερη τιμή χονδρικής στην Ευρώπη (γιατί έπρεπε να τραβάμε ρεύμα από έξω). Αυτά ήταν τα δεδομένα που οδήγησαν τον πρωθυπουργό το 2019 να ανακοινώσει την έξοδο από τον λιγνίτη.
Τη χαριστική βολή στον λιγνίτη έδωσε το σύστημα εμπορίας των ρύπων της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Για πολλά χρόνια, η Ευρώπη είχε μια συμβολική τιμή για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (6 ευρώ ο τόνος το 2012-2017). Από το 2018 και μετά, όμως, οι τιμές ανέβηκαν. Σήμερα έχουν φτάσει οι ρύποι στα 75 ευρώ/τόνο.
Ακόμα και για μια νέα μονάδα όπως η Πτολεμαΐδα 5, το κόστος των ρύπων είναι δυσβάστακτο. Για κάθε μεγαβατώρα που παράγει η Πτολεμαΐδα 5 πληρώνει περίπου 85 ευρώ σήμερα μόνο για τους ρύπους. Αν προσθέσει κανείς το κόστος εξόρυξης και λειτουργίας της μονάδας, τα νούμερα γίνονται απαγορευτικά. Πέρυσι η μονάδα λειτούργησε μόλις στο 19% της ισχύος της. Φέτος (έως τώρα) είναι στο 7%.
Η απολιγνιτοποίηση δηλαδή δεν είναι μια πολιτική επιλογή – είναι ένας οικονομικός και τεχνολογικός μονόδρομος. Αλλωστε όλες οι κυβερνήσεις από το 2005 και μετά άφησαν τη χώρα με χαμηλότερη παραγωγή από λιγνίτη από αυτήν που βρήκαν όταν ανέλαβαν.
Είναι σαφές ότι τα εθνικά μας καύσιμα είναι ο ήλιος και ο άνεμος. Είμαστε πρωτοπόροι παγκοσμίως και στα φωτοβολταϊκά και στα αιολικά πάρκα. Ο ήλιος και ο άνεμος μας έχουν μετατρέψει σε έναν από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη. Με τον ήλιο και τον άνεμο (και τα νερά) έχουμε φέτος μια από τις χαμηλότερες τιμές χονδρικής σε όλη την Ευρώπη.
Ο λιγνίτης έπαιξε τον ρόλο του στη σύγχρονη ιστορία της χώρας. Αυτό δεν το αμφισβητεί κανείς. Αλλά ο κύκλος του έκλεισε. Η νοσταλγία για ένα πλασματικό παρελθόν δεν μπορεί να αποτελεί βάση για την εθνική μας ενεργειακή στρατηγική. Το μέλλον ανήκει στις ΑΠΕ.
*Ο κ. Νίκος Τσάφος είναι υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
































