Εν έτει 2026, η νέα γενιά καλείται να μεγαλώσει μέσα στον φόβο, την πίεση και την αβεβαιότητα. Ζούμε σε μία κοινωνία εξάντλησης, καθώς οι νέοι και οι νέες μεγαλώνουμε χωρίς ανάσα. Μεγαλώνουμε μέσα σε μία σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, η οποία απαιτεί τελειότητα αλλά αδυνατεί να προσφέρει ασφάλεια, μέριμνα και ουσιαστική ελπίδα.
Το περιστατικό της αυτοκτονίας, δύο νέων κοριτσιών δεν αποτελεί «μεμονωμένο περιστατικό» απεναντίας συνιστά κοινωνικό σύμπτωμα. Αποτελεί τον καθρέφτη της εποχής και το αποτέλεσμα της κοινωνικής πίεσης. Παράλληλα, υπογραμμίζει την συλλογική αποτυχία, γιατί δύο κορίτσια έπεσαν στο κενό και μαζί τους έπεσε για λίγο και η ψευδαίσθηση πως όλα λειτουργούν κανονικά. Η πίεση του εκπαιδευτικού συστήματος και οι πανελλήνιες, οδηγούν στην βαθιά ρίζα του φαινομένου. Όταν ένας νέος άνθρωπος, δηλώνει αυτολεξεί: «αυτός ο κόσμος δεν είναι για μένα» επιβεβαιώνει την «κραυγή» μια γενιάς που προσπαθεί να ακουστεί. Ίσως το πιο τρομακτικό δεν είναι μόνο το ίδιο το περιστατικό αλλά το γεγονός πως δεν αποτελεί πλέον εξαίρεση. Σύμφωνα με ευρωπαϊκά και διεθνή στοιχεία, η ψυχική επιβάρυνση των νέων ανθρώπων αυξάνεται δραματικά τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά την πανδημία, την κοινωνική αποξένωση και τη διαρκή ανασφάλεια για το μέλλον. Εντούτοις ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται κάτω από ένα «πέπλο» αδιαφορίας ότι όλα δένουν καλώς.
Αδιαμφισβήτητα, η πραγματικότητα αισθητοποιείται από την εξάντληση των νέων λόγω των πανελληνίων και το αίσθημα της αποτυχίας. Τα κοινωνικά δίκτυα που παρουσιάζουν τις «τέλειες ζωές» και τα ιδανικά πρότυπα, μέσα από φίλτρα. Την μοναξιά που βιώνουν εξαιτίας της κοινωνικής απομόνωσης. Η μοναξιά είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ψυχική υγεία, η οποία είναι πιο σημαντική από ποτέ. Ενώ την ίδια στιγμή, στα σχολεία οι ψυχολόγοι γίνονται «λάστιχο», διότι αναλογεί ένας ή μία για κάθε πέντε σχολεία. Αφενός η ψυχολογική υποστήριξη είναι αναμφίβολα σημαντική και επιτακτική. Αφετέρου δεν είναι εφικτό να αντισταθμίσει το συστημικό πρόβλημα που συνεπάγεται με την απουσία πολιτειακής μέριμνας σε συλλογικό επίπεδο. Συγχρόνως, η κοινωνική πίεση είναι συνεχής και επίπονη από τα «πρέπει» που θέτει καθημερινά η κοινωνία, η οποία ζητά από τη νέα γενιά να επιβιώνει και όχι να ζει. Η ανασφάλεια για το μέλλον και η οικονομική ασφυξία, συνθλίβουν τους νέους και εξισώνεται με το αίσθημα της αποτυχίας και ενδεχομένως της ένδειας.
Η πολιτεία συνεχίζει να ακολουθεί μια «πολιτική στρουθοκαμήλου» απέναντι στην ψυχική κατάρρευση των νέων ανθρώπων. Συχνά αδιαφορεί και διαφαίνεται να θυμάται τη νεολαία μόνο όταν μετατρέπεται σε στατιστική, σε τραγωδία ή σε τίτλο ειδήσεων. Οι καθυστερημένες αντιδράσεις συμβάλλουν καταλυτικά στην τραχύτητα του κοινωνικού φαινομένου. Σύμφωνα με πρόσφατες ευρωπαϊκές έρευνες, ένας στους δύο νέους ανθρώπους δηλώνει πως αντιμετωπίζει σοβαρή ψυχική πίεση, ενώ τα περιστατικά άγχους και κατάθλιψης στις νεαρές ηλικίες αυξάνονται σταθερά χρόνο με τον χρόνο. Το «σύμπτωμα» αυτό αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο χωρίς μέτρα πρόληψης.
Αναντίρρητα, συνδετικό κρίκο αποτελεί και η κοινωνία, η οποία με τη σειρά της κρύβει μια βαθιά αλήθεια για τον τρόπο που μεγαλώνουμε. Αφού, ζούμε σε μία κοινωνία που έμαθε να παρακολουθεί την ψυχική κατάρρευση, με υποκρισία και αδιαφορία. Δεν έμαθε να την αποτρέπει. Έμαθε σ’ εμάς τα παιδιά να σωπαίνουμε και να δεχόμαστε τις πιέσεις σιωπηρά. Χωρίς αντίδραση. Χωρίς αλλαγή. Το ερέθισμα της κοινωνίας επιδρά άμεσα σε συλλογικό επίπεδο άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά. Ίσως η κοινωνία να χρειάζεται λιγότερη τελειότητα και περισσότερη κατανόηση.
Μια δημοκρατία που δεν ακούει τη νεολαία της δεν κινδυνεύει μόνο πολιτικά κινδυνεύει ανθρώπινα. Γιατί το μέλλον μιας κοινωνίας δεν μπορεί να χτίζεται πάνω στη σιωπή, την εξάντληση και την απελπισία των νέων ανθρώπων. Αν η δημοκρατία δεν αφουγκραστεί τους νέους και τις νέες, θα χάσει το ίδιο της το μέλλον.
Ίσως τελικά η νέα γενιά να μη ζητά πολλά. Είναι ζήτημα ζωτικής σημασίας να υπάρχουν χώροι ασφαλείας, ουσιώδης ψυχική υποστήριξη, καίρια παιδεία που δεν θα θυμίζει ένα εξετασιοκεντρικό σύστημα. Αξίζει να τονιστεί ότι η αλληλεγγύη θα λειτουργήσει ως «κατευθυντήρια γραμμή» και θα επιδράσει ευνοϊκά για να ακουστεί η φωνή των νέων και λιγότερο η επίκριση.
Η νέα γενιά ζητά να ακουστεί πριν να είναι αργά. Ζητά μια δημοκρατία που να αφουγκράζεται τους νέους και τις νέες της, όχι μόνο όταν μετατρέπονται σε στατιστικές, τίτλους ειδήσεων ή παράπλευρες απώλειες μιας εποχής που καταρρέει σιωπηλά. Και καμία δημοκρατία δεν μπορεί να επιβιώσει αν συνεχίσει να αντιμετωπίζει τη φωνή των νέων σαν θόρυβο αντί για προειδοποίηση. Η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα αποδεικνύει καθημερινά πως η πίεση, η ανασφάλεια, η μοναξιά και η κοινωνική εξάντληση δεν αποτελούν ατομικά προβλήματα αλλά συλλογικά ζητήματα που απαιτούν θεμελιώδεις απαντήσεις. Αν συνεχιστεί να αντιμετωπίζονται έτσι οι φωνές των νέων είτε ως υπερβολή, είτε ως αδυναμία, τότε η κοινωνία θα συνεχίσει να χάνει ανθρώπους που θα μπορούσαν να έχουν μέλλον, όνειρα και παρουσία μέσα σε αυτή. Ας μην ξεχνάμε ότι εμείς, η νέα γενιά, εκτός από το μέλλον αποτελούμε και το παρόν.
































