Η απόπειρα δολιοφθοράς του αγωγού TurkStream στη Σερβία είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα περιφερειακό περιστατικό ασφάλειας. Αποκαλύπτει το γεωπολιτικό ρήγμα που διατρέχει το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα και επαναφέρει το ερώτημα που οι Ευρωπαίοι ηγέτες προτιμούν να αποφεύγουν: πόσο ρωσικό αέριο εξακολουθεί να εισέρχεται στην ήπειρο, μέσω ποιων διαδρόμων και πόσο ευάλωτοι έχουν γίνει αυτοί οι διάδρομοι.
Ο πολιτικός θόρυβος γύρω από το συμβάν, η αμυντική στάση του Βελιγραδίου, η ευθυγράμμιση της Βουδαπέστης με τη Μόσχα, οι διαψεύσεις του Κιέβου, η σιωπή των Βρυξελλών, θολώνει τη στρατηγική πραγματικότητα. Οι εναπομένουσες εξαρτήσεις της Ευρώπης τέμνονται πλέον με ένα τόξο υβριδικών επιθέσεων που εκτείνεται από τη Μαύρη Θάλασσα έως την Ανατολική Μεσόγειο και, τώρα έως τα Στενά του Ορμούζ.
Ο TurkStream είναι η τελευταία λειτουργική αρτηρία που μεταφέρει ρωσικό αέριο μέσω αγωγών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο Nord Stream καταστράφηκε το 2022, ο Yamal Europe σταμάτησε, και η ουκρανική διέλευση τερματίστηκε την 1η Ιανουαρίου 2025. Αυτό που απομένει είναι ένας και μόνο διάδρομος που ξεκινά από τη Ρωσία, περνά στην Τουρκία και στη συνέχεια διασχίζει τη Βουλγαρία, τη Σερβία και την Ουγγαρία, με παράπλευρη ροή προς την Ελλάδα. Το 2025, ο TurkStream παρέδωσε περίπου 11,5 δισ. κ.μ. στους πρώτους οκτώ μήνες του έτους, έναντι πλήρους ετήσιας δυναμικότητας 15,75 δισ. κ.μ. Σε μια ΕΕ που καταναλώνει περίπου 350 δισ. κ.μ. ετησίως, αυτό αντιστοιχούσε το 2025 μόλις στο 4,5% της ζήτησης. Κι όμως, αυτός ο μικρός όγκος έχει αποκτήσει δυσανάλογο στρατηγικό βάρος, ακριβώς επειδή αποτελεί το τελευταίο κατάλοιπο ενός κάποτε κυρίαρχου συστήματος.
Πριν από το 2022, η ΕΕ εισήγαγε 155 δισ. κ.μ. ρωσικού αερίου μέσω αγωγών κάθε χρόνο. Σήμερα, μόλις 10–15 δισ. κ.μ. φτάνουν μέσω TurkStream. Η Ευρώπη αντιστάθμισε την απώλεια στρεφόμενη μαζικά στο LNG. Οι εισαγωγές αυξήθηκαν από περίπου 80 δισ. κ.μ. το 2021 σε 135–140 δισ. κ.μ. την περίοδο 2023–2025, αντικαθιστώντας περίπου το ένα τρίτο των χαμένων ρωσικών ποσοτήτων. Τα υπόλοιπα καλύφθηκαν από μείωση ζήτησης, αυξημένες ροές από Νορβηγία και Βόρεια Αφρική, βελτιστοποίηση αποθηκών και καύσιμη υποκατάσταση. Η μετατόπιση αυτή αναδιαμόρφωσε τις παγκόσμιες αγορές και συνέδεσε την Ευρώπη με τις θαλάσσιες τιμολογιακές δυναμικές που καθορίζονται από την ασιατική ζήτηση. Η εξάρτηση από τη Ρωσία μειώθηκε, αλλά η έκθεση στην παγκόσμια μεταβλητότητα του LNG αυξήθηκε.
Εδώ αποκτά γεωπολιτική σημασία το περιστατικό στη Σερβία. Δεν είναι μεμονωμένη πράξη, αλλά μέρος ενός ευρύτερου μοτίβου. Στην περιοχή του Κρασνοντάρ, καρδιά του εξαγωγικού συστήματος της Μαύρης Θάλασσας, επιθέσεις με drones, πυρκαγιές και εκρήξεις έχουν επανειλημμένα πλήξει σταθμούς συμπίεσης και κόμβους αγωγών. Στην Ανατολική Μεσόγειο, ερευνητικά σκάφη στον διάδρομο EastMed έχουν παρεμποδιστεί, ισραηλινές υπεράκτιες πλατφόρμες έχουν δεχθεί επιθέσεις με drones, και ο αγωγός Balticconnector μεταξύ Φινλανδίας και Εσθονίας κόπηκε το 2023. Η γεωγραφία της ενεργειακής ασφάλειας έχει διαλυθεί με αποτέλεσμα ξηρά, θάλασσα και βυθός να είναι πλέον εξίσου εκτεθειμένα.
Δεύτερο επίπεδο γεωπολιτικής πίεσης
Η αναζωπύρωση της αστάθειας στα Στενά του Ορμούζ προσθέτει ένα δεύτερο επίπεδο γεωπολιτικής πίεσης. Η Ευρώπη δεν εξαρτάται ιδιαίτερα από το LNG του Κόλπου σε φυσικούς όγκους, αλλά εξαρτάται καθοριστικά από τις παγκόσμιες τιμές του LNG. Όταν το Ορμούζ γίνεται ασταθές, οι Ασιάτες αγοραστές πλειοδοτούνε για φορτία, οι αγορές σφίγγουν και το κόστος για την Ευρώπη αυξάνεται. Η λογική θυμίζει τον «Πόλεμο των Τάνκερ» της δεκαετίας του 1980, αλλά προσαρμοσμένη σε μια εποχή drones, κυβερνοδιατάραξης και δρώντων με δυνατότητα άρνησης ευθύνης. Η Ευρώπη έχει μετακινηθεί από την εξάρτηση από έναν μεγάλο χερσαίο προμηθευτή στην εξάρτηση από ένα παγκόσμιο θαλάσσιο σύστημα που αμφισβητείται ολοένα και περισσότερο.
Τα γεγονότα αυτά σχηματίζουν ένα συνεχές τόξο ευαλωτότητας από τη Μαύρη Θάλασσα έως τον Κόλπο. Η απόπειρα δολιοφθοράς του TurkStream, οι επιθέσεις στο Κρασνοντάρ, η παρενόχληση μεσογειακών πλατφορμών και οι αναταράξεις στο Ορμούζ δεν είναι ξεχωριστές κρίσεις. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει πλέον δύο κρίσιμα σημεία: έναν χερσαίο διάδρομο στα Βαλκάνια και έναν θαλάσσιο διάδρομο στον Κόλπο, αμφότερους ευάλωτους σε πιέσεις «γκρίζας ζώνης».
Μέχρι το 2026, οι ροές του TurkStream παραμένουν στα 10–15 δισ. κ.μ. ετησίως, αλλά με εντονότερες διακυμάνσεις λόγω συντήρησης, πολιτικών μηνυμάτων και αστάθειας. Η Ελλάδα συνεχίζει να λαμβάνει ρωσικό αέριο μέσω Βουλγαρίας, αν και σε μειωμένα επίπεδα, και οι ποσότητες αυτές παραμένουν κρίσιμες για την εξισορρόπηση του συστήματος σε περιόδους αιχμής. Η Ευρώπη έχει μειώσει το ρωσικό αέριο από το 35% πριν το 2022 στο περίπου 8% σήμερα, αλλά η μείωση δεν ισοδυναμεί με εξάλειψη. Ακόμη και μια εξάρτηση 4,5% αποκτά στρατηγική σημασία όταν συγκεντρώνεται σε έναν μόνο διάδρομο.
Οι εκρήξεις στον Nord Stream έδειξαν ότι οι αγωγοί μπορούν πλέον να χρησιμοποιηθούν ως μέσα πίεσης, ενώ η αστάθεια στα Στενά του Ορμούζ αποδεικνύει ότι και οι θαλάσσιες ενεργειακές οδοί υπόκεινται στην ίδια λογική. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρώπη δεν μπορεί να αγνοεί ότι διαθέτει περίπου 450 κοιτάσματα υδρογονανθράκων τα οποία έχουν χαρακτηριστεί “stranded” (ανενεργά ή πολιτικά παροπλισμένα). Η κατηγοριοποίηση αυτή έγινε σε μια εποχή όπου η ενεργειακή ασφάλεια θεωρούνταν δεδομένη. Σήμερα όμως, με τις θαλάσσιες οδούς υπό πίεση, τους αγωγούς ευάλωτους σε υβριδικές επιθέσεις και τις τιμές LNG να καθορίζονται από εξωτερικές κρίσεις, η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να αφήνει το δικό της υπόγειο δυναμικό αδρανές.
Η επανεξέταση αυτών των κοιτασμάτων θα αναγνωρίσει ότι η ενεργειακή ασφάλεια αποτελεί προϋπόθεση για κάθε μετάβαση. Η αξιοποίηση μέρους αυτού του πόρου μπορεί να λειτουργήσει ως στρατηγικό αντίβαρο, μειώνοντας την εξάρτηση από ασταθείς διαδρομές και αγορές που διαμορφώνονται από άλλους. Με απλά λόγια, η Ευρώπη δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τα δικά της κοιτάσματα ως “stranded” (ανενεργά, μη αξιοποιήσιμα ή πολιτικά παροπλισμένα) όταν η ίδια παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα δίκτυο ευαλωτήτων που δεν ελέγχει. Η επανένταξή τους στο ενεργειακό σχέδιο αποτελεί προσαρμογή στη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα.
Γιάννης Μπασιάς
Ενεργειακός αναλυτής, πρώην Διευθύνων Σύμβουλος Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων





























