- Στο Μουσείο Λούβρου στο Παρίσι της Γαλλίας ευρίσκεται κρατήρ, ύψους 46 εκατοστών, του 6ου αιώνος π.Χ., ήτοι 600 π.Χ.- 500 π.Χ., ερυθρόμορφου ρυθμού, που φέρει ερυθρόμορφη απεικόνιση. Είναι λαμπρό έργο του σπουδαίου Αθηναίου τεχνίτη-ζωγράφου Ευφρονίου. Η παράσταση απεικονίζει σκηνή από την πάλη του Ηρακλή με τον Αίαντα.
Αίας : 1) ο Λοκρός, υιός του Οϊλέως, (γι΄ αυτό και Οϊλιάδης και Οϊλείδης ελέγετο), βασιλέως της Λοκρίδος. Έφερε 40 τριήρεις με Λοκρούς στην Τρωάδα, την Τροία. Υπό του Ομήρου περιγράφεται και μείων (μικρότερος) του άλλου Αίαντος, αλλά ανδρείος και ταχύπους και περιοριζόταν σε οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες να φορεί λινό θώρακα. Γι΄αυτό και λινοθώραξ ωνομάζετο (Ομήρ. Ιλιάδ. Β, 527, – Ξ, 520). Πολλές φορές κοντά στον άλλον Αίαντα μαχόμενος, διεκρίθη κυρίως στην μάχη γύρω από το νεκρό σώμα του Πατρόκλου (Ιλιάδ. Ρ). Μισούμενος υπό της θεάς Αθηνάς, ναυάγησε κατά την επιστροφή του από την Τροία στις Γυρές, στους βράχους της Ευβοϊκής ακτής κατά τον Καφηρέα. Τον έσωσε ο θεός Ποσειδών, καθώς εταλαιπωρείτο στους σκοπέλους. Ήτο όμως υπερόπτης άνδρας. Εκαυχήθη ότι θα εσώζετο και χωρίς την βοήθεια των θεών. Για τον λόγο αυτό ο Ποσειδών εξοργίσθηκε και συνέθλιψε με την τρίαινά του τον σκόπελο επί του οποίου ευρίσκετο ο Αίας σωθείς, με αποτέλεσμα να εξοντωθεί ο υβριστής Αίας (Ομήρ. Οδύσ. δ, 499). Εναντίον του Αίαντος τούτου έτρεφε απέχθεια και έχθρα η θεά Αθηνά, γιατί ως λέγουσι, κατά την άλωσιν της Τροίας ο Αίας εισώρμησε στον ναό της ιδίας και συνέλαβε την ιέρειά της Κασσάνδρα. Η Κασσάνδρα ήτο εντός του ναού και βλέποντας τον Αίαντα κατέφυγε και αγκάλιασε το άγαλμά της θεάς ζητώντας από την ίδια άσυλο και προστασία. Παρόλα αυτά ο Αίας την συνέλαβε και την αιχμαλώτισε. Όμως ο Αγαμέμνων, με πρόνοια της θεάς, απελευθέρωσε την ιέρειά της Κασσάνδρα. Οι Λοκροί λάτρευαν τον Αίαντα και πάντοτε στις μάχες που έδιναν, άφηναν γι΄ αυτόν μία θέσιν κενήν εις τις τάξεις τους προς μάχην.
2) Αίας ο Τελαμώνιος ή Τελαμωνιάδης, εκ Σαλαμίνος, υιός του Τελαμώνος και αδελφός του Τεύκρου, ο μέγας καλούμενος, ήλθε με δώδεκα πλοία στην Τροία (Ιλιάδ. Β, 557) και ήτο, μετά τον Αχιλλέα, ο πάντων ανδρειότατος και του Έκτορος άξιος αντίπαλος (Ιλ. Γ, 225, Η, 206, Ξ, 204, Ο, 415). Όταν οργισθείς ο Αχιλλεύς απεσύρθη στην σκηνή του και δεν εμάχετο, ουσιαστικά αναπλήρωνε και αυτόν ο Αίας στις μάχες με την ανδρεία του. Ο ίδιος δε μπροστά από όλους εμάχετο προ του νεκρού σώματος του Πατρόκλου (Ιλ. Ρ). Όταν η Θέτις, η μητέρα του Αχιλλέως έκανε τους επικηδείους αγώνες για τον θάνατο του υιού της Αχιλλέως, απεφάσισε να δοθεί η πανοπλία του στον ανδρειότατο των Ελλήνων, σε εκείνον που πρώτος και περισσότερο από όλους πρωτοστάτησε μαχόμενος για το νεκρό σώμα του Αχιλλέως και της πανοπλίας του. Τότε, καθώς ανταγωνίζονταν ο Αίας ο Τελαμώνιος και ο Οδυσσεύς, επροτιμήθη ο Οδυσσεύς, γι΄ αυτό και ο Αίας, απελπισμένος, αυτοκτόνησε. Ακόμη και στον Άδη ο Αίας ούτος εξεδήλωνε πάντοτε την οργήν του, την μήνιν του, κατά του Οδυσσέως (Ομήρ. Οδύσ. λ, 541).
- Στην Κοπεγχάγη της Δανίας Ny Carlsderg Glyptothek ευρίσκεται ολόσωμο άγαλμα του Ανακρέοντος, του Τήιου ποιητή των συμποσίων και του έρωτος, ρωμαϊκό αντίγραφο ελληνικού πρωτοτύπου της εποχής του Φειδία. Ο καλλιτέχνης κατόρθωσε να αποδώσει στο έργο του τούτο το πνεύμα και το κλίμα ευτυχίας που διαπνέει και διαποτίζει τους στίχους του Ανακρέοντα, την ευαισθησία και την ζωντάνια αυτού. Ο Ανακρέων ο Τήϊος, εκ Τέω ή Τέου της Ιωνίας Μικράς Ασίας ήτο ο επισημότατος λυρικός ποιητής κατά την 6ην εκατονταετηρίδα π.Χ., ήτοι 600 π.Χ.- 500 π.Χ. Όταν το 545 π.Χ. ο Άρπαγος, ο στρατηγός του Κύρου του πρεσβυτέρου, εκυρίευσε την Ιωνία, τότε ο Ανακρέων μετέβη στη νήσο μας Σάμο, κοντά στον τύραννο Πολυκράτη, κοντά στον οποίο έμεινε μέχρι τον θάνατό του, ήτοι μέχρι το 522 π.Χ. Γέρων στην συνέχεια απήλθε στην Αθήνα, με πρόσκληση του Ιππάρχου και παρέμεινε κοντά στις Πεισιστρατίδες μέχρι την πτώση τους. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Τέω και ακολούθως πήγε στα Άβδηρα της αρχαίας ελληνικής Θράκης. Απέθανε στα Άβδηρα ή στην Τέω της Ιωνίας. Η ποίηση του περιλαμβάνει ερωτικά με πλήρη χάρη άσματα καθώς και βακχικά. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι η αρχαία ελληνική ιωνική.
- Στο Μουσείο Βίλλα Τζούλια στην Ρώμη της Ιταλίας ευρίσκεται αγγείο ερυθρόμορφου ρυθμού, του 5ου αιώνος π.Χ., ήτοι 500 π.Χ.- 400 π.Χ. Στο αγγείο τούτο υπάρχει ερυθρόμορφη απεικόνιση. Σε αυτήν παριστάνονται νέες κοπέλες που χορεύουν κυκλικά και τραγουδούν ένα «Παρθένειον» με τον ήχο αυλού. Το «Παρθένειον» ήτο λυρικόν άσμα, τα οποίο ερμήνευε χορός κορασίδων. Ήτο είδος λυρικής ποήσεως. Προωρίζετο δε να τραγουδηθεί και να χορευθεί σε κύκλο από νεάνιδες σε θρησκευτικές εορτές. Το πλέον γνωστό σωζόμενον «Παρθένειον» άσμα, είναι του ποιητού Αλκμάνα, αρχαίου έλληνος λυρικού ποιητού, εκ Μικράς Ασίας, της 40ης Ολυμπιάδος (620 π.Χ.). Ως δούλος στην Σπάρτη ο εν λόγω ποιητής, ανατραφείς στην οικία του Αγησίδου, απελευθερώθηκε και επολιτογραφήθη. Έγραψε κυρίως Παρθένεια (ύμνους των χορών των παρθένων), ύμνους, παιάνες, ερωτικά άσματα, προσωδίες παντός ρυθμού, σε διάλεκτο αιολοδωρική. Εθαυμάζετο δε σε μεγάλο βαθμό κατά την αρχαιότητα, και μάλιστα στα χρόνια που συνέγραφε τα άσματά του, εκ των οποίων ελάχιστα αποσπάσματα σώθησαν.
Σε αντίθεση με την μονωδία (μόνος+ωδή), στην χορική ποίηση τραγουδούσε ολόκληρη ομάδα ανδρών και γυναικών.
- Στο Μουσείο Λούβρου στο Παρίσι ευρίσκεται κορινθιακός κρατήρας του 6ου αιώνος π.Χ., ήτοι 600 π.Χ. – 500 π.Χ., μελανόμορφου και ερυθρόμορφου μαζί ρυθμού. Στον κρατήρα τούτο υφίσταται απεικόνιση – παράσταση συμποσίου. Οι συμποσιαστές εμφανίζονται επάνω σε πολυτελείς κλίνες και κρατούν μουσικά όργανα.
- Στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Βερολίνου της Γερμανίας ευρίσκεται αγγείο, του 525 π.Χ., ερυθρόμορφου ρυθμού, με ερυθρόμορφη απεικόνιση. Στην απεικόνιση αυτή του αγγείου παριστάνεται νέος, ο οποίος στο δεξιό χέρι του κρατάει τόξο και στο αριστερό λουλούδι, το οποίο οσφραίνεται, γεύεται την ευωδία του.
- Στο Μουσείο Βατικανού ευρίσκεται αγγείο, μελανόμορφου ρυθμού, του 525 π.Χ., παρουσιάζει απεικόνιση μελανόμορφη, με φωτεινή την ανθρώπινη μορφή στην μαύρη επιφάνεια του αγγείου. Η παράσταση αυτή απεικονίζει μία γυναίκα, περίλυπη, να θρηνεί νεκρό πολεμιστή.
- Στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Μονάχου Γερμανίας ευρίσκεται ερυθρόμορφος αμφορέας, ύψους 0,69 μ., στις αρχές του 5ου αιώνος π.Χ., ήτοι 500 π.Χ.-470 π.Χ. Είναι ερυθρόμορφου ρυθμού και εμφανίζει ερυθρόμορφη απεικόνιση, στην οποία εμφανίζει τον Ερμή σε μοναδική σύνθεση με έναν Σάτυρο και ένα ζαρκάδι. Είναι το πιο λαμπρό δείγμα της αττικής ζωγραφικής στις αρχές του 5ου αιώνος π.Χ. Η λυγερή κορμοστασιά των δύο μορφών (Ερμή – Σατύρου) και η λεπτότητα στην απόδοση των προσώπων και των σωμάτων τους είναι χαρακτηριστική.
- Στο Μουσείο Λούβρου στο Παρίσι ευρίσκεται μικρό άγαλμα ύψους 0,65 εκατοστών, γυναικείας μορφής. Κατά τα μέσα του 7ου αιώνος π.Χ., ήτοι 650 π.Χ., αρχίζει στην Ελλάδα η κατασκευή μεγάλων λίθινων αγαλμάτων. Η πρώτη φάση της ελληνικής γλυπτικής ονομάστηκε «δαιδαλική», από έναν μυθικό γλύπτη Δαίδαλο. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της τέχνης αποτελεί αυτό το μικρό άγαλμα.
Ακρόλιθοι ήσαν τα αγάλματα, των οποίων τα άκρα μόνον (κεφαλή, χείρες και πόδες) ήσαν λίθινα, το δε υπόλοιπον σώμα, δι΄ οικονομίαν, ήτο ξύλινον (Ανθολ. Ρωβ. XII, 40 – Παυσαν. B, 4, 1, – ΣΤ, 25, 4).
Αι Αμύκλαι ήσαν αρχαία πόλις τηςς Λακωνίας κειμένη περί την μίαν ώραν νοτίως της Σπάρτης (Ομήρ. Ιλ. Β, 584). Στην πόλη τούτη υπήρχε το ιερόν του Αμυκλαίου Απόλλωνος (Θουκυδίδ. Ε, 18), του οποίου το άγαλμα ήταν ένας απλός χαλκούς, χάλκινος κίονας. Σε αυτόν τον κίονα προσετέθησαν μέλη, ήτοι κεφαλή, χείρες και πόδες, για να έχει μορφή ανθρωπίνου – θεϊκού αγάλματος.
- Στην Γλυπτοθήκη του Μονάχου της Γερμανίας ευρίσκεται ο θνήσκων πολεμιστής από σύνθεση του ανατολικού αετώματος του ναού της Αφαίας στην Αίγινα, γύρω στο 500 π.Χ.
- Στο Μουσείο Λούβρου στο Παρίσι ευρίσκονται ελληνικά ενώτια, σκουλαρίκια πολυτελείας, από ήλεκτρο ύψους 0,08 εκατοστών, που χρονολογούνται στα μέσα του 7ου αιώνος π.Χ., ήτοι 650 π.Χ. *Ερευνητής-Μελετητής-Αναλυτής. 26-8-2026



























