Ο Γιώργος Κεραμυδάς, με καταγωγή από την Πτολεμαΐδα, καταγράφει ήδη σημαντικές διακρίσεις σε διεθνή φεστιβάλ κινηματογράφου μέσα από τις μικρού μήκους ταινίες του, παρότι βρίσκεται ακόμη στο στάδιο των σπουδών του. Ο σκηνοθέτης μίλησε στην εκπομπή ΖΟΥΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ του True Story Radio 102.8 με τον Αντώνη Πουγαρίδη για τη διαδρομή του στον χώρο, τις δυσκολίες της κινηματογραφικής δημιουργίας στην περιφέρεια, αλλά και για το επόμενο σχέδιό του: μια νέα ταινία γυρισμένη στη Δυτική Μακεδονία, με φόντο τα ορυχεία και την αλλαγή που βιώνει η περιοχή.
Όπως ανέφερε, το ενδιαφέρον του για τον κινηματογράφο ξεκίνησε από μικρή ηλικία, όταν άρχισε να βλέπει ταινίες όχι μόνο ως θεατής, αλλά και με την απορία για το πώς κατασκευάζονται. Καθοριστική, όπως είπε, ήταν η επαφή του με το έργο του Άλφρεντ Χίτσκοκ, που τον οδήγησε να αναζητήσει βαθύτερα τη γλώσσα και τους μηχανισμούς της κινηματογραφικής αφήγησης.
Η ενασχόλησή του έγινε πιο συστηματική όταν ενημερώθηκε το 2023 για την έναρξη τμήματος σπουδών κινηματογράφου στο ΕΑΠ. Έχοντας ήδη μελετήσει μόνος του πολλά από τα επιμέρους πεδία της παραγωγής, από το σενάριο μέχρι το μοντάζ και την αφίσα, κατάφερε από νωρίς να παρουσιάσει ολοκληρωμένες δουλειές με ενιαία αισθητική και αφηγηματική συνοχή.
Αυτό, όπως εξήγησε, του έδωσε τη δυνατότητα να υποβάλει φοιτητικές του εργασίες σε διεθνή φεστιβάλ, όπου βρέθηκαν να διαγωνίζονται δίπλα σε επαγγελματικές παραγωγές. Για τον ίδιο, ακόμη και η επιλογή μιας ταινίας σε τέτοια διοργάνωση έχει βαρύτητα, ενώ τα βραβεία που έχει αποσπάσει λειτουργούν ως επιβεβαίωση της προσπάθειας.

Ξεχωριστή θέση στις διακρίσεις του κατέχει, όπως είπε, η πορεία της ταινίας «A.I.: How I Learned to Love the Singularity» σε φεστιβάλ στο Τόκιο. Η συγκεκριμένη δουλειά εντάχθηκε σε τέσσερις κατηγορίες, κατακτώντας δύο βραβεία και δύο ακόμη υποψηφιότητες.
Παρά τις επιτυχίες αυτές, σημείωσε ότι η αναγνώριση στον χώρο δεν έρχεται αυτόματα μέσα από μία συμμετοχή σε φεστιβάλ. Όπως ανέφερε, η επαφή με διοργανωτές και ανθρώπους του χώρου μπορεί να ανοίξει δίαυλους επικοινωνίας, ωστόσο η ουσιαστική επαγγελματική καταξίωση παραμένει μια πιο σύνθετη και μακροχρόνια διαδικασία.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις συνθήκες δημιουργίας κινηματογραφικού έργου στη Δυτική Μακεδονία. Όπως τόνισε, η περιοχή διαθέτει ισχυρό φυσικό αποτύπωμα και θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένα ιδανικό φυσικό στούντιο για γυρίσματα, ωστόσο λείπει ακόμη ένα οργανωμένο υποστηρικτικό πλαίσιο. Κατά την άποψή του, δήμοι, περιφέρεια και πανεπιστημιακά ιδρύματα θα μπορούσαν να συνεργαστούν ώστε να διαμορφωθεί ένα οικοσύστημα για οπτικοακουστικές παραγωγές, στα πρότυπα άλλων περιοχών.

Ο ίδιος υπογράμμισε ότι η ανάπτυξη ενός τέτοιου οικοσυστήματος δεν αφορά μόνο τους σκηνοθέτες, αλλά και όλους τους επαγγελματίες που απαιτεί μια παραγωγή, από τον ήχο και τη φωτογραφία μέχρι τους ηθοποιούς. Σε αυτό το πλαίσιο, στάθηκε ιδιαίτερα στη συμβολή των θεατρικών ομάδων της περιοχής και ιδιαίτερα της ομάδας του «Βόρειου Πεδίου», από την οποία, όπως είπε, βρίσκει τους ανθρώπους που συμμετέχουν στις ταινίες του.
Αναφερόμενος στις τεχνικές δυσκολίες, επεσήμανε ότι η παραγωγή μιας ταινίας δεν μπορεί ουσιαστικά να είναι «one man show», ακόμη κι αν κάποιος αναλαμβάνει πολλά στάδια μόνος του. Όπως είπε, ένα από τα μεγαλύτερα κενά που εντοπίζονται στις ανεξάρτητες παραγωγές είναι ο ήχος, καθώς πρόκειται για πεδίο που απαιτεί εξειδικευμένη προετοιμασία και δεν διορθώνεται εύκολα στο μοντάζ.

Σε ό,τι αφορά τα επόμενα βήματά του, αποκάλυψε ότι έχει ήδη γράψει νέο σενάριο, το οποίο σχεδιάζει να γυρίσει στη Δυτική Μακεδονία. Η ταινία, μικρού μήκους, αναμένεται να έχει ως φόντο τα ορυχεία και να εστιάζει, μέσα από μια προσωπική και ανθρώπινη ιστορία, στην έννοια του πένθους και στη μετάβαση μιας περιοχής που αλλάζει.
Για το συγκεκριμένο εγχείρημα, όπως ανέφερε, έχει ήδη έρθει σε επαφή με το Film Office, από όπου έλαβε χρήσιμες πληροφορίες. Στόχος του είναι η ταινία να αξιοποιηθεί είτε ως πτυχιακή εργασία είτε να διεκδικήσει περαιτέρω υποστήριξη μέσω χρηματοδοτικών εργαλείων για την παραγωγή μικρού μήκους.
Κλείνοντας, έστειλε και ένα μήνυμα προς όσους ενδιαφέρονται για τον κινηματογράφο, λέγοντας πως, παρά τις δυσκολίες, η δημιουργία δεν είναι απρόσιτη. Όπως σημείωσε, θα ήθελε να δει περισσότερους ανθρώπους στη Δυτική Μακεδονία να ασχολούνται με τον χώρο, ώστε σταδιακά να διαμορφωθεί μια κοινότητα που θα στηρίζει την κινηματογραφική παραγωγή.






























