Γράφει ο Γεώργιος
Μ. Μπόντας
τέως Δ/ντής της Μανουσείου Δημόσιας Βιβλιοθήκης Σιάτιστας
λαογράφος
Τα βουνά, καθώς δεσπόζουν στο Ελληνικό τοπίο, ήταν φυσικό να δεσπόζουν και στη ζωή, στη φαντασία και στη νοοτροπία των Ελλήνων. Από την εποχή της αρχαιότητος, ο ελληνικός λαός, έστρεψε στους λογισμούς του προς τα βουνά. Εκεί τοποθετούσε τους θεούς του και από εκεί επήγαζε η μυθολογία, του. Όλα αυτά τα στοιχεία και οι ιδιότητες γίνονται φανερά στις παροιμίες του λαού.
‘’Οι κάμποι τρέφουν άλογα και τα βουνά λεβέντες’’ πρόκειται για συνηθισμένη έξαρση της αξίας των ορεσιβίων, σε αντιδιαστολή προς τους κατοίκους του κάμπου, και υποστηρίζεται ότι τα όρη τρέφουν γενναίους άντρες, ενώ οι πεδιάδες τίποτε καλό δεν έχουν εκτός από άλογα.
Αλλά τα βουνά είναι και σύμβολο του αμετακίνητου. Ο λαός λέγει ‘’Βουνό με βουνό δε σμίγει’’ ή ‘’βουνό με βουνό δεν ανταμώνει’’. Η παροιμία θέλει να δείξει, ότι είναι δυνατό σε δυό άτομα να συναντηθούν έπειτα από χρόνια, σε τόπους απομακρυσμένους και με συνθήκες εντελώς απίθανες.
Να ζήσεις σαν τα ψηλά βουνά. Ευχή πανελλήνια και από τις προσφιλέστερες. Συνηθίζεται ιδίως σε ονομαστικές γιορτές και σε γάμους, αλλά δεν λείπει και από κάθε άλλη ανάλογη περίσταση.
Αλλά τα βουνά όπως ήταν επόμενο, έπαιξαν μεγάλο ρόλο και στην ιστορία του έθνους, του οποίου κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας υπήρξαν προπύργια. Αυτά ήταν τα απάτητα κρησφύγετα των Αρματολών και των Κλεφτών, των γενναίων εκείνων ανδρών, που υπήρξαν οι κυρίαρχοι των Ελληνικών βουνών και οι άξιοι φορείς του ηρωικού πνεύματος.
Αυτοί αποτέλεσαν τον κύριο πυρήνα των ενόπλων δυνάμεων που έκαμαν την Επανάσταση του 1821. Η λαϊκή μούσα εξύμνησε τα βουνά και ο Ρήγας Βελεστινλής στον ‘’Θούριο’’ του καλεί τους ορεσίβιους μαχητές των σε μια πανεθνική ένωση για τον αγώνα του Έθνους:
Σουλιώτες και Μανιάτες, λιοντάρια ξακουστά,
ως πότε στις σπηλιές σας κοιμάσθε σφαλιχτά;
Μαυροβουνιού καπλάνια κι Ολύμπου σταυραετοί,
κι’ Αγράφων τα ξεφτέρια, γεννιέται μια ψυχή.
‘’Φρούρια’’ της Ελληνικής Ελευθερίας, εθνικά φρούρια του Γένους έτσι έχει αποκαλέσει τα βουνά ο θρυλικός αρχιστράτηγος του 1821.
Μια σωστή και φωτεινή γνώμη, γύρω απ’ αυτά τα βουνά και τον εθνικό απελευθερωτικό ρόλο τους, έχει γράψει το 1824 ο Γάλλος FAURIEL, ο πρώτος εκδότης των Ελληνικών δημοτικών τραγουδιών. Γράφει λοιπόν τα εξής: Μια ολοκληρωμένη συλλογή των κλέφτικων τραγουδιών θα είχε πολύ μεγάλη σπουδαιότητα, καθώς τα τραγούδια αυτά θα αναφέρονται χρονολογικά στην εποχή που το όνομα κλέφτης είχε χρησιμοποιηθεί για να καθορίζει τους λίγους οπλισμένους Έλληνες όσοι κατάφευγαν στα βουνά για να ζήσουν ανεξάρτητοι. Μια τέτοια συλλογή θα ήταν η πραγματική ιστορία της Ελλάδος, από τον καιρό της κατακτήσεώς της από τους Τούρκους. Σ’ αυτή τη συλλογή θα μας αποκαλύπτονταν ο αληθινός χαρακτήρας και η πορεία της αργής και μακροχρόνιας κατακτήσεως, στην οποία το ατέλειωτο έργο της βίας το επεράτωνε η δολιότητα του Τούρκου. Θα βλέπαμε σ’ αυτή την ιστορία ότι πάνω στα βουνά έβρισκε καταφύγιο μια Ελλάδα άξια κόρη της αρχαίας. Μια τέτοια ιστορία θα αποτελούσε μια συλλογή από χαρακτηριστικά γνωρίσματα ηρωισμού, που θα είναι πολύ ανώτερα σε λάμψη, και ασφαλώς σε ιστορική βεβαιότητα, από εκείνα των πολεμιστών της Ιλιάδας. Θα ήταν η πραγματική Ιλιάδα της σύγχρονης Ελλάδας, που ακόμα και πάνω σε ποιητικά κριτήρια, θα είχε την αξία της πλάι στην αρχαία εκείνη του Ομήρου.
Σ’ αυτή την κατηγορία κλέφτικων τραγουδιών, όχι σπάνια συναντούμε στίχους, όπου ο τραγουδιστής – και μαζί του ο λαός- στρέφεται προς τα ψηλά βουνά και τα ρωτάει, τι γίνονται και που βρίσκονται οι Κλέφτες. Είναι τόσο άρρηκτα δεμένη η ύπαρξη βουνού και κλεφτουριάς ώστε είναι αδιανόητο, πώς μπορεί να υπάρχει το ένα χωρίς το άλλο. Η μόνη εκδοχή, για όποιαν προσωρινή απουσία της κλεφτουριάς, είναι ότι κάπου εκεί στα βουνά πρέπει οι κλέφτες να είναι κρυμμένοι. Πρόκειται πάντοτε σχεδόν τυπικά- για μια απορία, που μόνο τα βουνά μπορούν να γνωρίζουν τη λύση της. Ακριβώς για τούτο, σ’ αυτά τα βουνά απευθύνεται ο τραγουδιστής, που θέλει να ρωτήσει και να μάθει.
Εσείς, βουνά, ψηλά βουνά, με τα δασιά κλαριά σας,
με τα δασιά τα έλατα, το ένα πάνω στ’ άλλο,
τους Κλέφτες τις τους κάματε, τους Κολοκοτρωναίους;
Τα βουνά δεν είναι όμως μόνο σύμβολα της ελευθερίας, αλλά και της αιωνιότητας. Η μόνιμη και στέρεη παρουσία τους, με τον αμετάβλητο και τον αγέραστο όγκο, εξηγείται σαν αθανασία. Αυτή την αθανασία μακαρίζει ο θνητός που καρτεράει το χάρο και μαζί του το θάνατο.
Καλότυχα’ ναι τα βουνά, καλότυχοι ειν’ οι κάμποι,
που θάνατο δεν καρτερούν και χάρο δεν προσμένουν,
μον’ καρτερούν την άνοιξη, τα’ όμορφο καλοκαίρι,
να πρασινίζουν τα βουνά, να λουλουδούν οι κάμποι.
Από παρόμοια ψυχολογικά κίνητρα ξεκινώντας ο Ελληνικός λαός, δεν χάνει την ευκαιρία να τονίσει ιδιαίτερα όχι μόνο την αγάπη του στα βουνά, αλλά και τον πόνο του για τον αποχωρισμό του απ’ αυτά. Δεν είναι μοναδικό το παράδειγμα του ηρωικότατου Κατσαντώνη, που καθώς τον πήγαιναν αιχμάλωτο, εξαντλημένο από τον πυρετό και τη βαριά αρρώστια αυτός σαν ύστατη χάρη παρακαλεί να τον αφήσουν λίγο, να ξανασάνει και ν’ αποχαιρετήσει τα βουνά του.
Τούρκοι βαστάτε τα’ άλογα λίγο να ξανασάνω
να χαιρετήσω τα βουνά και τις κοντοραχούλες
Ένα νεοελληνικό μοιρολόγι, ίσως παλιό οπωσδήποτε από τους βυζαντινούς χρόνους είναι που αρχίζει με τα βουνά, που είναι μαύρα. Αιτία αυτής της μαυρίλας είναι το ομαδικό, τις στιγμές εκείνες πέρασμα των ψυχών, που σκληρός και ανελέητος κουρσάρος ο χάρος, τις οδηγεί στον κάτω κόσμο. Το κείμενο του μοιρολογιού αυτού έχει ως εξής:
Γιατί ‘ναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα;
Μην άνεμος τα πολεμά, μήνα βροχή τα δέρνει;
Ουδ’ άνεμος τα πολεμά κι ουδέ βροχή τα δέρνει,
μόνε διαβαίνει ο χάροντας με τους αποθαμένους.
Σέρνει τους νιους από μπροστά, τους γέρους κατόπι,
τα τρυφερά παιδόπουλα στη σέλλα αραδιασμένα,
παρακαλούν οι γέροντες κι οι νέοι γονατίζουν,
και τα μικρά παιδόπουλα τα χέρια σταυρωμένα.
Το νεοελληνικό αυτό μοιρολόγι δικαιολογημένα μάγεψε και αυτόν τον μεγάλο Γερμανό ποιητή Γκαίτε. Ο μεγαλοφυής ποιητής του Φάουστ, καθώς γνώρισε το Ελληνικό μοιρολόγι, τόσο πολύ γοητεύθηκε, που έπιασε και το μετέφρασε στα γερμανικά.
Αν ο Γκαίτε μετέφρασε το Ελληνικό αυτό μοιρολόγι, ο Κωστής Παλαμάς το χρησιμοποίησε ως πηγή εμπνεύσεως και ως αφετηρία, για να συνθέσει το γνωστότατο ποίημά του «Καβάλα πάει ο χάροντας».




























