Τω αυτώ μηνί Μαρτίω ια΄ μνήμη της Οσίας Μητρός ημών Θεοδώρας, Βασιλίσσης Άρτης, της εκ Σερβίων της Μακεδονίας.
«H μακαριωτάτη και αοίδιμος Αγία Θεοδώρα ήτο από τα Σέρβια της Μακεδονίας και εβλάστησεν εις το γένος της και την πατρίδα της, ωσάν ρόδον πολύτιμον και ηδύπνοον, ευωδιάζοντας από την ενάρετον και θαυμαστήν πολιτείαν της.» Έτσι παρουσιάζει την Αγία μας ο επίσημος Συναξαριστής της Εκκλησίας μας.
Ο βιογράφος της, Ιώβ, αναφέρει «Ο μέντοι σεβαστοκράτωρ Πετραλείφης, υιούς γεννήσας εν Θετταλία και την αείμνηστον απέτεκε Θεοδώραν».
Κάποιοι αμφισβητούν ότι η Θεοδώρα γεννήθηκε στα Σέρβια, μολονότι ούτε ο βιογράφος της το αμφισβητεί, και μάλιστα θεωρούν γενέτειρα την Θεσσαλονίκη, μολονότι η ίδια η Θεσσαλονίκη δεν την αναγνωρίζει, δεν την περιλαμβάνει πουθενά στο αγιολόγιό της. Όσο για το επιχείρημα ότι γεννήθηκε εν μέσω φραγκοκρατίας και άρα ο πατέρας της θα έφυγε –υπόθεση– από τα Σέρβια, έχουμε μαρτυρίες ότι την περίοδο της φραγκοκρατίας, όχι μόνο ο πατέρας της δεν έφυγε αλλά αντιθέτως, τα Σέρβια ήσαν καταφύγιο πολλών αρχόντων:
«Ο Μιχαήλ Β΄ όταν κατέλαβε τα Σέρβια, εύρεν εντός του φρουρίου των πολλούς στρατηγούς και μεγιστάνας του Βυζαντίου, τους οποίους η μεγάλη πολιτική ακαταστασία, η οποία εβασίλευε τότε, συνεκέντρωσεν εις το σπουδαίον εκείνο πολιτικοστρατιωτικόν κέντρον» Μηνα Μαλούτα, «Τα Σέρβια…» σελ 46
Ο Μιχαήλ (ο κατόπιν σύζυγος της Αγίας Θεοδώρας) κατέλαβε το φρούριον των Σερβίων, … «Εις την κατάληψιν του φρουρίου των Σερβίων, ο Μιχαήλ προέβη και διά στρατηγικόν λόγον αλλά και διά πολιτικόν. …Στρατηγικός … πολιτικός δε διότι εν τω φρουρίω τούτω ευρίσκοντο στρατηγοί και μεγιστάνες του βυζαντίου, οίτινες εν δεδομένη περιπτώσει θα ηδύναντο να τω φανώσι χρήσιμοι». Θ. Παπαθανασίου, «Μεσαιωνικόν Φρούριον» σελ. 43
Προφανώς, όταν στην ακατάστατη αυτή περίοδο της φραγκοκρατίας τα Σέρβια έγιναν καταφύγιο πολλών αρχόντων του Βυζαντίου, δεν είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι έφυγε ο τοπικός άρχοντας…
Παραλείπουμε τις πολλές μαρτυρίες Ιστορικών για την γενέτειρα της Αγίας Θεοδώρας, τις οποίες σε άλλες περιπτώσεις αναφέραμε…
Η Αγία Θεοδώρα, πλούσια σε πολλά χαρίσματα. Θα περιοριστούμε σε μία πτυχή του χαρακτήρα της που είναι σχεδόν άγνωστη. Αναδημοσιεύουμε κείμενο από την εφημερίδα μας, τα Σεςρβιώτικα Νέα, αρ. 229, Μάρτιος του 2015
Η Αγία Θεοδώρα Βασίλισσα –Ειρηνοποιός
Η Αγία Θεοδώρα, ως γνωστόν, ζει στα χρόνια της Φραγκοκρατίας. Τότε δύο κράτη ελληνικά είχαν μείνει ισχυρά από το Βυζάντιο: Το Δεσποτάτο της Ηπείρου, με έδρα την Άρτα, όπου ήταν Βασίλισσα η Θεοδώρα και στο οποίο ανήκαν και τα Σέρβια, και η Αυτοκρατορία της Νίκαιας. Δυστυχώς μεταξύ των δύο αυτών ελληνικών κρατών υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός και συχνά πόλεμοι. Η Θεοδώρα κατέβαλλε μεγάλες προσπάθειες να υπάρχει ειρήνη ανάμεσα στους Έλληνες και να προσπαθήσουν από κοινού να ελευθερώσουν την Κωνσταντινούπολη.
Στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, τόμ. Θ σελ 91, διαβάζουμε: «Το μόνο μέλος της ηγεμονικής οικογένειας της Ηπείρου, που «λατρεύθηκε» κατά τον ίδιο τρόπο (εννοεί με τον Ιωάννη Βατάτζη, ο οποίος ανακηρύχθηκε άγιος), υπήρξε η βασίλισσα Θεοδώρα, σύζυγος του Μιχαήλ Β΄, που η μνήμη της τιμάται ακόμη και σήμερα στην Άρτα, και που ανάλωσε τη ζωή της στην προσπάθεια να συνεργασθούν όλοι οι Έλληνες για την απελευθέρωση της Κωνσταντινουπόλεως».
«Το 1249 (ο Ιωάννης Βατάτζης) πρότεινε συμμαχία στον Μιχαήλ Β΄ της Ηπείρου, που θα επισφραγιζόταν με γάμο της εγγονής του Μαρίας με τον πρωτότοκο γιο του Μιχαήλ, τον Νικηφόρο, που ήταν 18 ετών. Το συνοικέσιο πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία της συζύγου του Μιχαήλ, Θεοδώρας, που είχε αποκτήσει υπομονή αγίας και συνείδηση ειρηνοποιού και που συνόδευσε το γιο της στη Νίκαια, όπου επέβλεψε στην τέλεση της μνηστείας. Συμφωνήθηκε ότι ο γάμος θα γινόταν σε ένα χρόνο. (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ.Θ, σελ.90)
Ας δούμε πώς περιγράφουν το γεγονός του συνοικεσίου δύο ιστορικοί εκείνης της εποχής, ο Γεώργιος Ακροπολίτης και ο Νικηφόρος Γρηγοράς : Ο πρώτος λέει σε μετάφραση «Ο βασιλιάς Ιωάννης (πρόκειται για τον Βατάτζη) υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με το Μιχαήλ και συνδέθηκε μαζί του με συγγενικό δεσμό. Πάντρεψε δηλαδή τον γιο του Μιχαήλ, τον Νικηφόρο, με την κόρη του γιου του βασιλιά Θεοδώρου, τη Μαρία. Και η γυναίκα του Μιχαήλ, η Θεοδώρα, παίρνοντας μαζί της τον Νικηφόρο πέρασε στην Ανατολική ακτή και συνάντησε τον βασιλιά να βρίσκεται κάπου στα μέρη των Πηγών και τελικά συντελέστηκε ο αρραβώνας των παιδιών τους. Και παίρνοντας η Θεοδώρα μαζί της τον γιο της γύρισαν στην πατρίδα τους κοντά στον σύζυγό της Μιχαήλ, αφού είχαν φιλοξενηθεί από τον βασιλιά μας όπως άρμοζε». Γεώργιος Ακροπολίτης «Χρονική Συγγραφή» Εκδόσεις Ζήτρος σελ. 283
Ο Νικηφόρος Γρηγοράς, στο βιβλίο του «Ρωμαϊκή Ιστορία» Εκδόσεις Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνη σελ 73.προσθέτει απλά ότι η Θεοδώρα παρίστατο αφ’ ενός για να επισκεφθεί τη νύφη της και αφ’ ετέρου για να επιβεβαιώσει τις συμφωνίες. Επίσης λέει ότι ο γάμος θα γινόταν μετά από ένα χρόνο (έγινε όμως μετά από επτά χρόνια, από το 1249 στο 1256) και ότι τις πρεσβείες για την επίτευξη του συνοικεσίου, τις έστειλε πρώτος ο δεσπότης της Ηπείρου Μιχαήλ Β
Κατά τον Γρηγορά, λοιπόν, σε ένα χρόνο θα γινόταν οι γάμοι του Νικηφόρου με τη Μαρία. Ο Μιχαήλ όμως, σύμφωνα με τον Ακροπολίτη, αθέτησε τις συμφωνίες και επετέθη εναντίον της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας. Μπροστά στον κίνδυνο ολοκληρωτικής ήττας ο Μιχαήλ άρχισε διαπραγματεύσεις και υποχώρησε. Σε λίγο καιρό πεθαίνει ο βασιλιάς Ιωάννης Βατάτζης και ο Μιχαήλ επαναλαμβάνει και πάλι την ίδια συμπεριφορά. Τώρα του επιτίθεται ο γιος του Βατάτζη, ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης, πατέρας της μνηστής του Νικηφόρου, Μαρίας. Και τότε έπαιξε και πάλι τον ειρηνευτικό της ρόλο η Θεοδώρα, προλαμβάνοντας το στράτευμα του Θεοδώρου πριν μπει στη Μακεδονία..
«Το καλοκαίρι του 1256 η σύζυγος του Μιχαήλ Θεοδώρα, που για μιαν ακόμη φορά είχε πρωτοστατήσει στις διαπραγματεύσεις, συνόδευσε το γιο της Νικηφόρο στο ταξίδι του προς το στρατόπεδο του αυτοκράτορος Θεοδώρου, στις όχθες του Έβρου. Στη συνέχεια πήγαν στη Θεσσαλονίκη όπου τον Οκτώβριο του 1256 τελέστηκε ο γάμος του Νικηφόρου με την κόρη του αυτοκράτορος, Μαρία. Στο γάμο αυτό λόγω της σημασίας του. ιερούργησε ο ίδιος ο Πατριάρχης Αρσένιος, και στη συνέχεια ο Θεόδωρος επικύρωσε τον τίτλο του Δεσπότη για το γαμπρό του Νικηφόρο.
Η όλη υπόθεση κανονικά θα αποτελούσε μια σημαντική διπλωματική νίκη για τον Θεόδωρο που θα συμπλήρωνε τη στρατιωτική νίκη του εναντίον της Βουλγαρίας. Αλλά ο αυτοκράτωρ έθεσε ως όρο της επικυρώσεως της συμμαχίας και του γάμου την παράδοση σ’ αυτόν των πόλεων του Δυρραχίου και των Σερβίων, πράγμα που έγινε αποδεκτό από την σύζυγο του Μιχαήλ Θεοδώρα και επικυρώθηκε και από τον ίδιο τον Μιχαήλ, επειδή ανησυχούσε για την τύχη της συζύγου του και του γιου του που ήταν ουσιαστικά όμηροι του Θεοδώρου. Το Δυρράχιο και τα Σέρβια ήταν δύο φρούρια μεγάλης στρατηγικής σημασίας στα όρια της επικράτειας της Ηπείρου- …το δεύτερο στα βόρεια σύνορα της Θεσσαλίας.- και η παράδοσή τους απέβλεπε στον περιορισμό των φιλοδοξιών του μόνου Έλληνα αντίζηλου της αυτοκρατορίας της Νίκαιας. Αλλά ο εκβιαστικός τρόπος με τον οποίο πέτυχε ο Θεόδωρος τη νέα αυτή εδαφική ρύθμιση απομάκρυνε ακόμη περισσότερο την περίπτωση φιλικής συνεργασίας της Ηπείρου και της Νίκαιας για την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης.» (Από την ιστορία του ελληνικού Έθνους, Θ, σελ, 92):
Ας παρακολουθήσουμε τις δύο ιστορικές πηγές, τον Γεώργιο Ακροπολίτη και τον Νικηφόρο Γρηγορά πώς εξιστορούν το γεγονός:
«Καθώς όμως είχε μπει ο Σεπτέμβριος μήνας, η σύζυγος του δεσπότη Μιχαήλ, Θεοδώρα, μαζί με το γιο της τον Νικηφόρο, είχε έλθει στον βασιλιά για να εκπληρώσουν τη σύναψη του συγγενικού δεσμού, πράγμα που είχε συμφωνήσει πριν από κάποια χρόνια ο βασιλιάς Ιωάννης, ο πατέρας του βασιλιά Θεοδώρου. Ο βασιλιάς λοιπόν επειγόταν να φθάσει στη Θεσσαλονίκη, όπου κι επιθυμούσε να τελεστούν οι γάμοι. Κι αφού βέβαια σηκώθηκε κι έφυγε από το μέρος που βρισκόταν, πήρε το δρόμο που οδηγεί στη Θεσσαλονίκη ενώ κατά τη διάρκεια της πορείας αυτής διαπραγματευόταν με τη σύζυγο του δεσπότη. Και η σύζυγος του δεσπότη λοιπόν η Θεοδώρα συμφωνούσε με τις απαιτήσεις του βασιλιά, χωρίς τη θέλησή της. Καθώς δηλαδή βρισκόταν στα χέρια του και ήταν σχεδόν φυλακισμένη, δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο. Συμφώνησε λοιπόν, να αποδοθούν στο βασιλιά το οχυρό των Σερβίων και μαζί μ’ αυτό και το Δυρράχιο .Για να επικυρωθούν αυτά συντάχθηκαν έγγραφες συμφωνίες με όρκους και στάλθηκαν στο δεσπότη Μιχαήλ. Κι αυτός, όπως λέει και το έπος «θέλοντας και μη» συγκατένευσε στα όσα είχαν συμφωνηθεί με όρκο. Γιατί ευχόταν να απελευθερωθούν και να βρεθούν κοντά του κι ο γιος και η σύζυγός του. (Γ. Ακροπολίτη, Χρονική Συγγραφή, έκδοση Ζήτρος, σελ. 391-3
Και ο Νικηφόρος Γρηγοράς στο παραπάνω σύγγραμμα (σε μετάφραση):
Και για να μη μακρηγορούμε, μόλις ο ήλιος βρέθηκε στη φθινοπωρινή τροχιά, πήρε ο βασιλιάς (Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης) τα ρωμαϊκά στρατεύματα και κατευθύνθηκε προς τη Θεσσαλία. Αλλά δεν είχε προλάβει καλά – καλά η Μακεδονία να υποδεχτεί τα βασιλικά στρατεύματα, και έφτασε σ΄ αυτόν η Θεοδώρα, η γυναίκα του αποστάτη Μιχαήλ, για να τελέσει τους γάμους του γιου της, Νικηφόρου, με τη θυγατέρα του βασιλέα, Μαρία, και για να επιστρέψει όσα μέρη της επικράτειας των Ρωμαίων είχε κυριεύσει ο άντρας της στις εξορμήσεις του. Πράγματι, έτσι έγινε, και η Θεοδώρα αναχώρησε ήδη προς τον άντρα της, Μιχαήλ, παίρνοντας μαζί της και τη Μαρία, νύφη της από το γιο της.
Στο γεγονός αναφέρεται και η Alice–Mary Talbot «Life of St. Theodora of Arta”, εξαίροντας την προσωπικότητα της Βασίλισσας. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Θεοδώρα ήταν μια ιστορική μορφή μια και αυτή αναφέρεται σε πολλές περιπτώσεις από το Γεώργιο Ακροπολίτη. Το 1249, για παράδειγμα, αυτή ταξίδεψε στην Ανατολή με το γιο της Νικηφόρο για την τελετή των αρραβώνων του με τη Μαρία, εγγονή του Ιωάννη Βατάτζη και κόρη του Θεόδωρου Β΄ Λάσκαρη. Το 1256 συνόδεψε το γιό της στη Θεσσαλονίκη για τον πολυκαθυστερημένο γάμο, για τον οποίο ως αντάλλαγμα ο Θεόδωρος ο Β΄ απαίτησε την εκχώρηση στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας του Δυρραχίου και των Σερβίων (γενέτειρα της Θεοδώρας)
Ο Michell Averoff,( στο άρθρο του Η Αγία Θεοδώρα της Άρτας, περ. Σκουφάς. τ.72-73,σελ. 270) αναφερόμενος στο γάμο του Νικηφόρου γράφει τα εξής: «Ο Λάσκαρης επωφελήθηκε από το ταξίδι για να θέσει τους όρους του. Απαίτησε σαν αντάλλαγμα της συγκατάθεσής του για το γάμο να του αφήσει ο Δεσπότης τις πόλεις Δυρράχιο και Σέρβια. Για πρώτη φορά η επιδέξια γυναίκα, της οποίας η διπλωματία ήταν πάντα επιτυχημένη, αιφνιδιάστηκε. Αν δε δεχόταν, θα τους κρατούσε ομήρους για να εκβιάσει το Μιχαήλ να τους ανταλλάξει με τις δύο πόλεις. … Ο Θεόδωρος Λάσκαρης δεν ήλπιζε να αποκτήσει τόσο εύκολα το Δυρράχιο και τα Σέρβια, πόλεις χωρίς τις οποίες το Δεσποτάτο ήταν εκτεθειμένο στον εχθρό. Τα χαρτιά στάλθηκαν στο Μιχαήλ να τα επικυρώσει και οι γάμοι τελέστηκαν στη Σαλονίκη από τον Πατριάρχη Αρσένιο σε μια μεγάλη γιορτή. Ο Νικηφόρος σαν αποζημίωση για τις δύο δυνατές θέσεις που είχε παραχωρήσει στον Αυτοκράτορα, αξίωσε από τον Αυτοκράτορα την επίσημη αναγνώρισή του ως Δεσπότη.
Ο Αντώνιος Μηλιαράκης ερμηνεύοντας τη στάση του Μιχαήλ σχολιάζει: ότι είχε ένα παράτολμο σχέδιο, να κυριεύσει την Κωνσταντινούπολη και να γίνει βασιλεύς των Ρωμαίων («Ιστορία του Βασιλείου της Νικαίας και του Δεσποτάτου της Ηπείρου» Εκδόσεις Ιονικής Τράπεζας σελ 376.)
Εντελώς αντίθετη η στάση της Θεοδώρας: «Αλλά η Θεοδώρα που ένωνε τις πιο ασυμβίβαστες ιδιότητες, του αγίου και του διπλωμάτη, πρόθυμα ανέλαβε αποστολή για να πετύχει ένα συνοικέσιο μεταξύ του γιου της Νικηφόρου και της εγγονής του Έλληνα Αυτοκράτορα Βατάτζη. Ο Αυτοκράτορας το αποδέχτηκε, κι αυτό έδειξε πως παγιώνονταν, οριστικά, η ειρήνη μεταξύ Νίκαιας και Ηπείρου». Γουίλιαμ Μίλλερ «Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα» Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα σελ 144.
O D. Nicol επικρίνει τη στάση του Λάσκαρη «εκμεταλλεύτηκε αδιάντροπα την ανυπεράσπιστη θέση της Θεοδώρας (που ήταν στο έλεός του) επιβάλλοντας ορισμένους τελείως άσχετους αλλά πολύ σημαντικούς όρους για το γάμο του γιου της».
Παρόμοια κριτική κάνει και ο Μηλιαράκης (όπου παραπάνω) στον Λάσκαρη: Καθ’ οδόν ο Θεόδωρος διεπραγματεύθη προς την Θεοδώραν τα του γάμου διά τρόπου ουχί αξιοπρεπούς και εντίμου, διότι επέβαλεν αις αυτήν, έχων ήδη ταύτην ωσεί υποχείριον, όρους ους δεν θα ηδύνατο να προτείνει εάν ήτο παρών ο σύζυγός της Μιχαήλ Β΄ απαιτήσας να δοθώσιν αυτώ τα Σέρβια και το Δυρράχιον, χάριν του γάμου όπερ η Θεοδώρα υπεσχέθη και ενόρκως συνήφθησν αι συνθήκαι….Ο Θεόδωρος Β΄ διά της συνθήκης ταύτης ζητών την παραχώρησιν των Σερβίων και του Δυρραχίου, ουδέν έτερον εζήτει ή να γίνει κύριος των ανατολικών και των δυτικών ορίων του Δυτικού βασιλείου.
Η Θεοδώρα ξαναγύρισε στο Δεσποτάτο μαζί με το Νικηφόρο και τη νύφη Μαρία, ενώ ο Θεόδωρος Β’ ο Λάσκαρις έφυγε για τη Μ. Ασία. Πριν αναχωρήσει διόρισε γενικό διοικητή Δυτικής Μακεδονίας τον «Μεγάλο Λογοθέτη» Γεώργιο Ακροπολίτη στον οποίο απένειμε τον τίτλο του Πραίτωρος. Τον Δεκέμβριο του 1256 ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη για ένα ταξίδι επιθεώρησης, πέρασε από τη Βέροια και μετά κατευύνθηκε προς τα νότια, όπου παρέστη στην παράδοση των Σερβίων…(Ιστορία Ελλ. Έθνους, Θ,92)
Εκ κατακλείδι:
Έξω από κάθε αμφιβολία τα Σέρβια είναι ο τόπος καταγωγής της Αγίας Θεοδώρας. Δεν το αμφισβητεί κανείς. Και αν κάποιος δεν το λέει με σιγουριά ως τόπο γέννησης, όλοι συμφωνούν ότι έζησε και ανατράφηκε στα Σέρβια. Δεύτερο, φαίνεται καθαρά η σπουδαιότητα του Κάστρου των Σερβίων από στρατηγικής πλευράς. Σ΄ όλες τις πηγές και στις μελέτες τονίζεται η μεγάλη στρατηγική του αξία. Και τρίτον τονίζεται η εξέχουσα προσωπικότητα της Αγίας Θεοδώρας, που συνδύαζε τα χαρακτηριστικά του αγίου με τις αρετές του ηγέτη. «Το πιο διακεκριμένο μέλος όλης της οικογένειας ήταν η Θεοδώρα Πετραλίφαινα, ακόμη γνωστή και τιμώμενη ως Αγία Θεοδώρα της Άρτας. Έγινε η σύζυγος του Μιχαήλ B΄ Δούκα της Ηπείρου, ο οποίος την πρωτοσυνάντησε στα Σέρβια στη Θεσσαλία, όπου αυτή ζούσε υπό την κηδεμονία των αδελφών της.» Μ. D. Nikol.































