Με αφορμή την επέτειο της 6ης Μαρτίου 1943, ο Μορφωτικός Όμιλος Σερβίων «Τα Κάστρα» επαναφέρει στο προσκήνιο το Ολοκαύτωμα των Σερβίων, ένα από τα πιο τραγικά κεφάλαια της τοπικής ιστορίας της Δυτικής Μακεδονίας. Πρόκειται για την ημέρα κατά την οποία η πόλη καταστράφηκε ολοκληρωτικά, σε ένα γεγονός που παραμένει ανεξίτηλο στη μνήμη των κατοίκων και των απογόνων τους.
Τη ζοφερή εικόνα της εποχής αποτύπωνε ήδη από το 1943 η εφημερίδα Νίκη της Κοζάνης, περιγράφοντας τα Σέρβια ως μια «νεκρούπολη σωστή», σκεπασμένη από πένθιμη σιωπή. Η άλλοτε ζωντανή πολιτειούλα, χτισμένη σε κομβικό σημείο ανάμεσα στη Βόρεια Ελλάδα και τη Θεσσαλία, βρέθηκε στο επίκεντρο της καταστροφής και μέσα σε λίγες ώρες μετατράπηκε σε σωρούς ερειπίων.
Αν και οι νεκροί της εβδομάδας του Ολοκαυτώματος υπολογίζονται περίπου σε πενήντα, οι συνέπειες δεν περιορίστηκαν σε εκείνες τις ημέρες. Οι κάτοικοι που σώθηκαν βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια διετία ακραίας εξαθλίωσης στη λεγόμενη «νεκρά ζώνη», ζώντας σε δάση, πρόχειρα καταλύματα, τρώγλες και σπήλαια, υπό συνθήκες πείνας, υγρασίας και ασθενειών. Μαρτυρίες της εποχής καταγράφουν παιδιά που πέθαναν από τις κακουχίες και γονείς που αναγκάστηκαν να τα θάψουν πρόχειρα στην ύπαιθρο.
Σε έγγραφα της Υπηρεσιακής Επιτροπής Περιθάλψεως Πυροπαθών και Παθόντων Δυτικής Μακεδονίας γίνεται λόγος για κατοίκους που περιφέρονταν γυμνοί και εξαντλημένοι στα κοντινά δάση, θάβοντας εκεί τα νεκρά παιδιά τους. Αντίστοιχες αναφορές καταγράφουν μια καθημερινότητα ακραίας φτώχειας και επιβίωσης, που σημάδεψε ολόκληρες οικογένειες και άφησε βαθύ αποτύπωμα στην τοπική κοινωνία.
Το πλήγμα, ωστόσο, δεν ήταν μόνο ανθρώπινο και υλικό. Μαζί με τα σπίτια χάθηκε και ένα μεγάλο μέρος της ιστορικής και κοινωνικής ταυτότητας της πόλης. Κάηκαν αρχεία, οικογενειακά κειμήλια, φωτογραφίες και μνημεία, ενώ δεν γλίτωσαν ούτε οι εκκλησίες και τα βυζαντινά μνημεία. Όπως επισημαίνεται, στα Σέρβια δεν χάθηκαν μόνο περιουσίες, αλλά ένας ολόκληρος τρόπος ζωής και ένα πολύτιμο πολιτισμικό αποτύπωμα που είχε διαμορφωθεί επί αιώνες.
Χαρακτηριστική είναι η επιστολή του ιατρού Αριστείδη Χρηστάκη προς το Υγειονομικό Κέντρο Κοζάνης, στην οποία περιγράφει την επιστροφή του στα «ελεύθερα μεν Σέρβια», τα οποία όμως αντίκρισε ως «άμορφους σωρούς ερειπίων», με εικόνα, όπως σημείωνε, ακόμη φρικτότερη από εκείνη της αρχαίας Πομπηίας. Στην ίδια επιστολή υπογράμμιζε την ανάγκη κρατικής μέριμνας για μια περιοχή που είχε αφεθεί σχεδόν ολοκληρωτικά στην τύχη της.
Ανάλογη ήταν και η διαπίστωση του τότε υπουργού Βορείου Ελλάδος Ανδρέα Ν. Στράτου το 1953, ο οποίος έκανε λόγο για τραγική κατάσταση στην περιοχή των Σερβίων, σημειώνοντας ότι ελάχιστες κατοικίες είχαν ανεγερθεί και ότι πολλοί κάτοικοι συνέχιζαν να ζουν σε παραπήγματα και πρόχειρα στέγαστρα. Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1951, ο βουλευτής Κοζάνης Διονύσιος Μανέντης, σε επιστολή του προς τον Ιταλό πρεσβευτή στην Αθήνα, είχε ζητήσει την αποκατάσταση της ιστορικής πόλης, κάνοντας λόγο για πυρπόληση χωρίς αιτία και για μια πολιτειούλα που μετατράπηκε σε καπνίζοντα ερείπια.
Ο Μορφωτικός Όμιλος Σερβίων τονίζει πως η μνήμη του Ολοκαυτώματος δεν αφορά μόνο την απόδοση τιμής στους νεκρούς, αλλά και τη διατήρηση της τοπικής ιστορικής συνείδησης. Παράλληλα, αναδεικνύει την επιμονή των ανθρώπων που επέστρεψαν στα αποκαΐδια και ξανάχτισαν την πόλη τους, συχνά χωρίς ουσιαστική κρατική στήριξη και χωρίς την αναγνώριση που, όπως επισημαίνεται, άξιζε στα Σέρβια ως μαρτυρική πόλη.





























