Ξεκινάω με μια υποσημείωση και για λόγους πρακτικούς ονομάζω το επίμαχο ιδίωμα, διάλεκτο ή γλώσσα που προκαλεί τις επιπλαστες ιδιαιτερότητες ως ‘γλώσσα’. Όποτε εφεξής η αναφορα αυτή θα συνοδεύει το κείμενο.
Ας ξεκινήσουμε με μερικές αφηγήσεις. Στη μητέρα μου άλλαξαν το ντόπιο επώνυμο. Από Μπάντη έγινε Ιωαννίδη, σε ένα απόγευμα. Όχι από επιλογή· από ανάγκη. Υπήρξαν χρόνια που στο σχολείο βρέθηκε η ίδια και η αδερφή της με το «ασφαλές» επώνυμο Ιωαννίδη, και η μικρότερη αδερφή τους με το παλιό, το Μπάντη, επειδή είχε πια περάσει η περίοδος της μεγάλης αστάθειας. Η γιαγιά και οι θείοι τους έμεναν στο Μοναστήρι. Κάποια πράγματα έπρεπε να κρυφτούν. Όχι επειδή ήταν επικίνδυνα, αλλά επειδή κάποιοι τα φοβούνταν.
Σε χωριά γύρω από το Μανιάκι Φλώρινας, οικογενειακοί φίλοι μιλούσαν τουρκικά ως βασική διάλεκτο. Όχι από οθωμανική νοσταλγία, αλλά ως μηχανισμό αυτοπροστασίας. Η γλώσσα λειτουργούσε σαν καταφύγιο: δεν προκαλούσε, δεν δήλωνε, δεν έβαζε στόχο στην πλάτη.
Και στον Μακεδονικό Αγώνα υπήρξαν Μακεδονομάχοι που ομιλούσαν την ‘γλώσσα’με απολύτως ελληνική εθνική συνείδηση. Ο Παύλος Κύρου είναι ένα μόνο παράδειγμα. Άνθρωποι που, αν τολμούσες να τους εξομοιώσεις με εξαρχικούς κομιτατζήδες, δεν το είχαν σε τίποτα να σε σφάξουν στο γόνατο. Όχι γιατί ήταν «βάρβαροι», αλλά γιατί ήξεραν πολύ καλά ποιοι ήταν — και δεν σήκωναν εύκολα προσβολές ταυτότητας.
Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες. Είναι το υπόστρωμα.
Πόλεις και χωριά, βουνά και λόγγοι, ποταμοί, λίμνες, ρυάκια και βρύσες έφεραν — και συχνά ακόμη φέρουν — σλαβικές ονομασίες. Μαζί με αυτά, τραγούδια, έθιμα, χοροί, ονόματα στη ‘γλώσσα’ που επιβίωσαν πεισματικά κάτω από στρώματα διοικητικής λήθης. Δεν μπορείς να μη δεις αυτό που υπάρχει μπροστά σου. Μπορείς μόνο να κάνεις ότι δεν το βλέπεις.
Η χρήση της ‘γλώσσας’, όμως, δεν μαρτυρά αναγκαίως εθνική συνείδηση. Ο Κόττε Κρίστο, που — σύμφωνα με την παράδοση — μπροστά στην κρεμάλα φώναξε «Ντα ζίβε Γκρτσια» δεν ήξερε να το πει αλλιώς. Η γλώσσα του δεν αναιρούσε τη συνείδησή του. Την κουβαλούσε.
Το ελληνικό κράτος, όπως όλα τα εθνικά κράτη της εποχής του, επιχείρησε έναν συστηματικό εξελληνισμό της ευρύτερης περιοχής. Μετονομάστηκαν χωριά και πόλεις, άλλαξαν επώνυμα, ασκήθηκε πίεση για γλωσσική αφομοίωση. Το εγχείρημα δεν στέφθηκε με επιτυχία. Η καθημερινή επικοινωνία στα χωριά γίνεται ακόμα στη ‘γλώσσα’. Και αυτή, δεν ξεριζώνεται με απαγορεύσεις, ούτε με διοικητικούς εκφοβισμούς. Κυρίως, όμως, δεν απαιτείται να ξεριζωθεί.
Όσοι την μιλούν έχουν τη θέση τους σε μια συμπεριληπτική Ελλάδα, δίπλα στα αρβανίτικα, βλάχικα και ρωμέικα ιδιώματα. Είναι κομμάτι της λαογραφίας μας — είτε αρέσει αυτό είτε όχι στους αρνητές της πραγματικότητας. Η ιστορία δεν διορθώνεται με σβησίματα αλλά με οριοθετημένο διάλογο – που στα πλαίσια μιας Συμφωνίας έχει ήδη προβλεφθεί στα μικρά γράμματα – που θα κλείσει μια και έξω ποια είναι αλυτρωτικά και ποια όχι.
Κάπου εδώ έρχεται το περιστατικό της Φλώρινας. Η διακοπή της συναυλίας των Banda Entopica κατά τη διάρκεια των φωτιών, επειδή τραγούδησαν σλαβόφωνο τραγούδι, δεν είναι ένα «μεμονωμένο λάθος». Είναι σύμπτωμα. Και μάλιστα γνώριμο. Η λογική του «στην πόλη μου δεν θα τραγουδάτε τέτοια τραγούδια» δεν είναι πατριωτισμός· είναι διοικητικός εκφοβισμός μεταμφιεσμένος σε πυγμή. Είναι το αποκορύφωμα της έλλειψης διοικητικής και οργανωτικής ωριμότητας με μια απόφαση εν βρασμώ που αναιρεί την αποτελεσματικότητα της εν λόγω αρχής εδώ και 6 χρόνια.
Οι ανησυχούντες περί αλυτρωτισμού θα πρέπει κάποτε να απαντήσουν σε ένα απλό ερώτημα: πώς συμβιβάζεται αυτή η υστερία με το γεγονός ότι η Δυτική Μακεδονία υπήρξε, επί έναν αιώνα, μία από τις πλέον «εθνικόφρονες» περιοχές της χώρας; Πώς γίνεται μια κοινωνία που έδωσε μαζικά Μακεδονομάχους, στρατιώτες, αντιστασιακούς, να αντιμετωπίζεται σήμερα ως εν δυνάμει εθνικός κίνδυνος επειδή κάποιοι τραγουδούν στη γλώσσα των παππούδων τους;
Το πρόβλημα δεν είναι τα τραγούδια. Το πρόβλημα είναι ότι κάποιοι χρειάζονται διαρκώς έναν εσωτερικό εχθρό για να αισθάνονται χρήσιμοι.
Και ενώ γίνεται αυτός ο πολιτισμικός καβγάς-καρικατούρα, η Φλώρινα αδειάζει. Τα χωριά ερημώνουν. Οι νέοι φεύγουν. Οι πολιτιστικές εκδηλώσεις ματαιώνονται με προσχήματα περί «διατάραξης κοινής ησυχίας» και «εθνικής ευαισθησίας». Ο πλουραλισμός εξαφανίζεται, όχι από επίθεση, αλλά από ασφυξία. Στο τέλος δεν θα μείνει ούτε πανηγύρι, ούτε τραγούδι, ούτε νέος άνθρωπος. Μόνο λίγοι, οι ίδιοι, να φωνάζουν για μια πατρίδα που συνέβαλαν — έστω και άθελά τους — στο να αδειάσει.
Ίσως, λοιπόν, πριν ξανασηκώσουμε το δάχτυλο, να αναρωτηθούμε κάτι πιο απλό και πιο άβολο: Η πρακτική να χαρακτηρίζουμε και να στγματιζουμε την εθνική συνείδηση των ανθρώπων περιέχει δόλο και σκοπιμότητα, ειδικά όταν δεν γίνεται γενικευμένα με ανοιχτό διάλογο σε εθνικό επίπεδο.
Όταν αλλάζεις τη γλώσσα, αλλάζεις τη μνήμη. Και όταν πολεμάς τη μνήμη, αργά ή γρήγορα, χάνεις και τον τόπο.
Προτεινόμενη βιβλιογραφία για περαιτέρω ανάγνωση
Για όσες και όσους επιθυμούν να προσεγγίσουν τα παραπάνω ζητήματα με ιστορική ψυχραιμία και επιστημονική τεκμηρίωση, αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής δύο κλασικά πλέον έργα της σύγχρονης ελληνικής ιστοριογραφίας:
Λεηλασία φρονημάτων – Ιωάννης Κολιόπουλος
Το έργο εξετάζει συστηματικά τη Δυτική Μακεδονία κατά την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου (1941–1949), φωτίζοντας τις σύνθετες τοπικές δυναμικές, τις συγκρούσεις εθνικών και πολιτικών ταυτοτήτων και τον τρόπο με τον οποίο το κράτος αντιμετώπισε πληθυσμούς που θεωρήθηκαν «αμφίβολης εθνικής νομιμοφροσύνης». Πρόκειται για βασικό ανάγνωσμα για την κατανόηση του πώς η εθνικοφροσύνη συγκροτήθηκε ως πολιτικό εργαλείο σε μια εξαιρετικά τραυματισμένη περιοχή.
Η απαγορευμένη γλώσσα – Τάσος Κωστόπουλος
Μια εκτενής και απολύτως τεκμηριωμένη μελέτη για τη συστηματική κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία κατά τον 20ό αιώνα. Το βιβλίο αναλύει τις διοικητικές πρακτικές, τη νομοθεσία, τις ποινές και — κυρίως — τις κοινωνικές συνέπειες της γλωσσικής απαγόρευσης, αναδεικνύοντας πώς η γλώσσα μετατράπηκε από καθημερινό μέσο επικοινωνίας σε πεδίο φόβου και σιωπής.


































