Το ζήτημα της αυξημένης χρήσης οθονών από τα παιδιά, ιδιαίτερα την περίοδο του καλοκαιριού όπου ο ελεύθερος χρόνος είναι περισσότερος, βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «ΡΑΔΙΟΕΦΗΜΕΡΙΔΑ» με την Αναστασία Κοτζακόλιου. Καλεσμένη ήταν η ψυχολόγος – παιδοψυχολόγος Έλενα Τσουτσίδου, η οποία αναφέρθηκε στους κινδύνους της υπερβολικής έκθεσης, στα σημάδια που πρέπει να προσέχουν οι γονείς, αλλά και στους τρόπους με τους οποίους μπορεί να μπει ένα πιο υγιές πλαίσιο χρήσης μέσα στην οικογένεια.
Η κ. Τσουτσίδου σημείωσε ότι το φαινόμενο της εξάρτησης από τις οθόνες έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις τα τελευταία χρόνια, με την περίοδο της πανδημίας να αποτελεί σημείο καμπής. Όπως ανέφερε, από τότε τα παιδιά συνδέθηκαν ακόμη περισσότερο με τις συσκευές, τόσο για την εκπαίδευσή τους όσο και για την επικοινωνία και την ψυχαγωγία τους.
Η ίδια επισήμανε ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τα παιδιά, αλλά ολόκληρο το οικογενειακό περιβάλλον. Οι γονείς, όπως είπε, λειτουργούν ως πρότυπα και γι’ αυτό η αλλαγή πρέπει να ξεκινά πρώτα από τους ενήλικες. «Πρώτα αλλάζουμε εμείς», ήταν το βασικό μήνυμα που μετέφερε, τονίζοντας ότι δεν μπορεί να ζητείται από ένα παιδί να περιορίσει την οθόνη όταν βλέπει τους γονείς του να τη χρησιμοποιούν διαρκώς.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στις συνέπειες που μπορεί να εμφανιστούν σταδιακά. Σύμφωνα με την παιδοψυχολόγο, η υπερβολική χρήση οθονών μπορεί να συνδεθεί με άγχος, απομόνωση, διάσπαση προσοχής, μειωμένη συγκέντρωση, αναβλητικότητα και απώλεια δημιουργικότητας. Ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία, όπως ανέφερε, είναι ότι πολλά παιδιά δυσκολεύονται πλέον να φανταστούν το μέλλον τους ή να εκφράσουν τι θέλουν να γίνουν μεγαλώνοντας.
Η κ. Τσουτσίδου υπογράμμισε ότι οι οθόνες δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με απόλυτη απαγόρευση, καθώς η τεχνολογία αποτελεί πλέον μέρος της καθημερινότητας και του μέλλοντος των παιδιών. Ωστόσο, όπως είπε, χρειάζεται ισορροπία, πρόγραμμα και σαφή όρια. Για τα παιδιά του δημοτικού ανέφερε ότι ο χρόνος μπορεί να είναι περιορισμένος και σπαστός μέσα στην ημέρα, αφού πρώτα έχουν ολοκληρωθεί οι βασικές υποχρεώσεις, το διάβασμα και οι δραστηριότητες.
Σημαντικό, όπως τόνισε, είναι να αποφεύγεται η χρήση οθόνης την ώρα του φαγητού, καθώς επηρεάζει τόσο τη σχέση του παιδιού με το φαγητό όσο και την επικοινωνία μέσα στην οικογένεια. Παράλληλα, έκανε διάκριση ανάμεσα στην τηλεόραση και στις μικρές κινητές συσκευές, επισημαίνοντας ότι όσο μικρότερη είναι η οθόνη τόσο πιο περιορισμένος πρέπει να είναι ο χρόνος χρήσης, καθώς το παιδί απομονώνεται πιο εύκολα από το περιβάλλον του.
Για το ζήτημα του smartphone, η ψυχολόγος – παιδοψυχολόγος σημείωσε ότι δεν υπάρχει μία απάντηση που να ισχύει για όλα τα παιδιά, καθώς πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η ηλικία, η ωριμότητα, η ανάπτυξη και η δυνατότητα αυτοελέγχου. Ωστόσο, ανέφερε ότι η μετάβαση σε κινητή συσκευή μπορεί να εξεταστεί γύρω στην ηλικία του γυμνασίου, όταν υπάρχει ανάγκη επικοινωνίας με τους γονείς, αλλά πάντα με κανόνες, έλεγχο και συνέπεια.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε και στις αντιδράσεις των παιδιών όταν επιχειρείται περιορισμός της χρήσης. Όπως είπε, μπορεί αρχικά να υπάρξουν έντονες εκρήξεις θυμού, όμως με σταθερότητα και συνέπεια η κατάσταση μπορεί να βελτιωθεί. Σημείωσε μάλιστα ότι τα παιδιά έχουν μεγάλη δυνατότητα προσαρμογής, αρκεί οι γονείς να πάρουν ουσιαστικά την απόφαση να βάλουν όρια.
Η κ. Τσουτσίδου ανέφερε ακόμη ότι το διαδικτυακό παιχνίδι και η επικοινωνία μέσω εφαρμογών έχουν σε πολλές περιπτώσεις αντικαταστήσει το ζωντανό παιχνίδι και την άμεση επαφή με τους φίλους. Αυτό, όπως είπε, επηρεάζει τη δημιουργικότητα, τα ενδιαφέροντα και την ποιότητα των σχέσεων των παιδιών.
Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι το πρώτο βήμα είναι η αναγνώριση του προβλήματος από τους γονείς. Δεν αρκεί, όπως είπε, να αφαιρέσει κανείς την οθόνη από ένα παιδί· χρειάζεται να του προσφέρει εναλλακτικές, δραστηριότητες, παιχνίδι, δημιουργικό χρόνο και ουσιαστική επικοινωνία. Η αλλαγή, σύμφωνα με την ίδια, πρέπει να ξεκινήσει προσωπικά μέσα από κάθε οικογένεια, πριν μπορέσει να υπάρξει ευρύτερη κοινωνική αλλαγή.





























