Σε μια εποχή όπου οι μορφές κοινότητας αποδυναμώνονται και μεγάλο μέρος της εμπειρίας και της επικοινωνίας μεταφέρεται σε ατομικά, ψηφιακά περιβάλλοντα, έχει ακόμη θέση ένας θεσμός που γεννήθηκε σε άλλες ιστορικές συνθήκες και συνδέθηκε, για πολλές δεκαετίες, με παρελάσεις, τελετές, επετείους, θρησκευτικές εορτές και συλλογικές στιγμές της πόλης;
Η απάντηση δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στο κύρος της ιστορίας. Η ιστορική διαδρομή μιας Φιλαρμονικής είναι πολύτιμη, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να εξηγήσει τη σημασία της στο παρόν. Ένας θεσμός που περιορίζεται στην επίκληση του παρελθόντος, χωρίς να ανανεώνει τη σχέση του με τις σημερινές συνθήκες, κινδυνεύει να γίνει περισσότερο ανάμνηση παρά ζωντανή παρουσία.
Ο τελετουργικός και επετειακός ρόλος της Φιλαρμονικής δεν είναι δευτερεύων. Μέσα από παρελάσεις, λιτανείες, εθνικές και τοπικές επετείους, η Φιλαρμονική συμμετέχει σε στιγμές όπου η πόλη αναγνωρίζει τα σύμβολα, τη μνήμη και τη συνέχεια της δημόσιας ζωής της. Ωστόσο, η σημασία της δεν εξαντλείται σε αυτές τις περιστάσεις.
Πίσω από κάθε δημόσια εμφάνιση υπάρχει ένας κόσμος λιγότερο ορατός, αλλά εξίσου σημαντικός: παιδιά και νέοι που γνωρίζουν τα όργανα, παλαιότεροι μουσικοί που μεταφέρουν εμπειρία, πρόβες όπου η δυσκολία γίνεται σταδιακά κοινός ήχος, επαφή με έργα, συνθέτες και μουσικές παραδόσεις που ανοίγουν τον ορίζοντα των μελών, συναντήσεις με μουσικούς και σύνολα από άλλους τόπους. Εκεί η Φιλαρμονική γίνεται κάτι περισσότερο από εικόνα μιας τελετής: γίνεται ζωντανό, παλλόμενο κύτταρο μουσικής ζωής μέσα στην πόλη.
Αυτό είναι ίσως το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της. Ο ήχος της δεν ανήκει σε κανέναν μόνο του. Γεννιέται από τη σχέση των μουσικών μεταξύ τους, από την ακρόαση, την ανταπόκριση, την ένταξη του κάθε οργάνου στο σύνολο. Η ατομική δεξιότητα δεν εξαφανίζεται, αλλά αποκτά νόημα μέσα σε μια κοινή μορφή. Γι’ αυτό η Φιλαρμονική δεν είναι απλώς μουσικό σύνολο. Είναι και κοινωνική εμπειρία.
Η Φιλαρμονική διδάσκει κάτι που υπερβαίνει την εκμάθηση ενός οργάνου. Διδάσκει την εμπειρία του κοινού χρόνου, την ανάγκη της ακρόασης, τη συνείδηση ότι η προσωπική προσπάθεια αποκτά άλλο νόημα όταν εντάσσεται σε ένα συλλογικό αποτέλεσμα. Διδάσκει ότι η συμμετοχή δεν είναι απλή παρουσία, αλλά σχέση με τους άλλους, με τον ήχο, με τον χώρο και με τη μνήμη της πόλης.
Μπορεί όμως να επιτελέσει και έναν ακόμη ρόλο, εξίσου σημαντικό: να αποτελέσει μια ζωντανή και πρωτοποριακή μουσική πρόταση για τον τόπο της. Η ιδιαίτερη οργανική της σύνθεση, η ευελιξία της ενορχήστρωσης και η δυνατότητά της να κινείται ανάμεσα σε διαφορετικά μουσικά ιδιώματα της επιτρέπουν να αποδίδει ένα εξαιρετικά ευρύ φάσμα ρεπερτορίου, από την παραδοσιακή μουσική και τα ιστορικά έργα έως τη σύγχρονη δημιουργία και την avant-garde.
Αυτή ακριβώς η ευρύτητα μπορεί να ανοίξει δρόμους για νέες, υβριδικές μορφές μουσικής πράξης. Η Φιλαρμονική μπορεί να συμπράξει με παραδοσιακά σχήματα, λαϊκές ορχήστρες, σύνολα τζαζ, ποπ ή ροκ μουσικής, χορωδίες, χορευτικές ομάδες, θεατρικά σχήματα και καλλιτέχνες από διαφορετικά πεδία. Μπορεί να συνδέσει μουσικές γλώσσες που συνήθως εμφανίζονται χωριστά, να επανεξετάσει τοπικά μουσικά ιδιώματα, να συνομιλήσει με τη σύγχρονη δημιουργία και να προσφέρει στο κοινό εμπειρίες που δεν θα μπορούσαν να γεννηθούν εύκολα μέσα από άλλους θεσμούς.
Με αυτή την έννοια, η Φιλαρμονική δεν είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί απλώς τον πολιτιστικό παλμό ενός τόπου. Μπορεί να τον αφουγκράζεται, να τον διαμορφώνει και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να προηγείται. Να δημιουργεί νέες συναντήσεις, να φέρνει σε επαφή διαφορετικά ακροατήρια, να προσφέρει μουσικές διεξόδους και να λειτουργεί ως εργαστήριο συλλογικής καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Από αυτή την άποψη, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν μια πόλη χρειάζεται Φιλαρμονική. Το ερώτημα είναι τι είδους Φιλαρμονική χρειάζεται σήμερα μια πόλη.
Χρειάζεται μια Φιλαρμονική που να τιμά την παράδοσή της και να τη μεταφέρει δημιουργικά στο παρόν. Που να υπηρετεί τις τελετές της πόλης, αλλά να αναγνωρίζεται και ως χώρος μουσικής παιδείας, συμμετοχής, δημόσιας παρουσίας και δημιουργικής συνέχειας. Που να απευθύνεται στους νέους, στις οικογένειες, στους παλαιούς και νέους μουσικούς, αλλά και σε κάθε πολίτη που μπορεί να αναγνωρίσει σε αυτήν κάτι περισσότερο από έναν γνώριμο ήχο επετειακών στιγμών.
Χρειάζεται, επίσης, μια Φιλαρμονική που να μην φοβάται να ανανεώνει το ρεπερτόριό της, να αναζητεί νέες μορφές συνεργασίας και να δοκιμάζει τρόπους με τους οποίους ο ήχος της μπορεί να συνομιλήσει με το παρόν. Όχι για να αρνηθεί την ταυτότητά της, αλλά για να αποδείξει ότι η ταυτότητα ενός ζωντανού θεσμού δεν είναι στατική. Είναι διαρκής σχέση ανάμεσα στη μνήμη, την εμπειρία και τη δημιουργία.
Η Φιλαρμονική υπενθυμίζει ότι η μουσική μπορεί ακόμη να είναι δημόσιο γεγονός. Όχι απλώς ακρόαμα, αλλά συνάντηση. Όχι μόνο αισθητική εμπειρία, αλλά κοινωνική πράξη. Όχι μόνο ήχος, αλλά κοινός χρόνος μέσα στον δημόσιο χώρο.
Γι’ αυτό ένας τόπος χρειάζεται τη Φιλαρμονική του. Όχι μόνο ως μνήμη, αλλά ως ζωντανό μουσικό κύτταρο της δημόσιας ζωής του. Ως χώρο παιδείας, συνύπαρξης, δημιουργίας και καλλιτεχνικής ανανέωσης. Ως έναν τρόπο να ακούει, μέσα στον χρόνο, κάτι από τον ίδιο του τον εαυτό, αλλά και κάτι από εκείνο που μπορεί ακόμη να γίνει.































