Ο James Thutbet είναι ίσως ο περισσότερο γνωστός από τους σύγχρονους Αμερικανούς χιουμορίστες.
Γεννήθηκε εις το Columbus του Ohio και αφού εσπούδασε εις το Πανεπιστήμιο της Πολιτείας Οχάϊο έγινε ανταποκριτής σε διάφορες αμερικανικές εφημερίδες και εις το «Βήμα του Σικάγου» εις το Παρίσι.
Επιπροσθέτως, αφού έγινε συγγραφεύς, διέπρεψε επίσης ως γελοιογράφος, και γενικά εικονογραφούσε τα βιβλία του με ζωγραφιές που έχουν τις ιδιότητες της ειρωνείας, της σάτιρας και του φανταστικού χιούμορ.
Τα πιο γνωστά βιβλία του είναι: «Το σεξ είναι απαραίτητο;». «Η κουκουβάγια εις την σοφίτα». «Η φώκια εις την κρεβατοκάμαρα». «Η ζωή μου και οι δύσκολες ώρες». «Ο μεσήλικας εις την ιπταμένη σανίδα», «Αφήστε το μυαλό σας ελεύθερο» από το οποίο το ακόλουθο σκετς είναι παρμένο. Και «Το τελευταίο λουλούδι».
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Εις την ζωή μας, ορισμένα γεγονότα ποτέ δεν μπορούν να φύγουν από την μνήμη μας:
Κάποιος σύζυγος ανοίγοντας το οικογενειακό φαρμακείο βρήκε μέσα ένα φιαλίδιο με φάρμακα που η γυναίκα του έπαιρνε για ένα πόνο εις το στομάχι της.
Προ καιρού, είχε διαβάσει στις εφημερίδες ότι αυτό ειδικά το φάρμακο ήταν φοβερά επικίνδυνο.
Έτσι, ζήτησε από την γυναίκα του να πετάξει ό,τι είχε απομείνει από την προμήθεια του φαρμάκου της, και ποτέ να μην αγοράσει άλλο.
Αυτή υποσχέθηκε. Αλλά, να τώρα που ένα άλλο μπουκάλι, με το επικίνδυνο υγρό, ήταν πάλι εκεί.
Ο σύζυγος, αρκετά νευριασμένος, άρπαξε και πέταξε το μπουκάλι έξω από το παράθυρο του μπάνιου, στον κήπο, και το οικιακό φαρμακείο μετά απ’ αυτό.
Είμαι της γνώμης ότι πολλοί σύζυγοι θα ήθελαν να τραβήξουν από τον τοίχο τα οικογενειακά τους φαρμακεία και να τα πετάξουν έξω με τον ίδιο τρόπο. Καθώς τα κατά μέσον όρο οικιακά φαρμακεία είναι τόσο γεμάτα με μυστηριώδη μπουκάλια και αγνώστου ταυτότητος αντικείμενα όλων των ειδών, που γίνονται αιτία σταθερής σύγχυσης και θυμού από μέρους των ανδρών.
Ίσως η συνήθεια ορισμένων γυναικών, να κρατούν κάθε τι και ποτέ να μην πετούν τίποτε, ακόμη και άδεια μπουκάλια, κάνει το οικιακό φαρμακείο τόσο ακατάστατο και γιατί όχι αρκετά επικίνδυνο.
Γνωρίζω λίγα οικιακά φαρμακεία που να μην είναι απολύτως γεμάτα με περίπου διακόσια και πλέον διαφορετικά πράγματα: από ειδική κλωστή καθαρίσματος των δοντιών, έως βορικό οξύ, από λεπίδες ξυρίσματος έως ξεβαφτικά ή λευκαντικά φάρμακα. Από παιδικά έλαια και πούδρες, μέχρι ταινίες περιτυλίγματος, κ.ο.κ.
Ακόμη και η πιο νοικοκυρά σύζυγος, τις περισσότερες φορές, δείχνει να αναβάλλει τον καθαρισμό του οικιακού φαρμακείου, με την δικαιολογία ότι είχε κάτι άλλο να κάνει, περισσότερο σπουδαίο, προς στιγμήν, ή περισσότερο ευχάριστο.
Ήταν εις το διαμέρισμα μιάς τέτοιας συζύγου και του συζύγου της που άσχημα … μπερδεύτηκα με ένα οικιακό φαρμακείο, πριν από λίγο καιρό.
Είχα περάσει το Σαββατο-κύριακο με ένα ζευγάρι. – Μένουν στην ανατολική, δεκάτη οδό, κοντά στην Πέμπτη Λεωφόρο -.
Ένα τέτοιο Σαββατοκύριακο που με άφησε απρόθυμο να σηκωθώ το πρωί με φρέσκο και ευχάριστο πρόσωπο και να πάω στη δουλειά. Αυτοί σηκώθηκαν και πήγαν, αλλά εγώ όχι. Δεν σηκώθηκα μέχρι τις δύο και μισή το απόγευμα.
Έβαλα ζεστό νερό στον νιπτήρα, αφρό στο πρόσωπό μου και άρχισα να ξυρίζομαι, όταν ξαφνικά κόπηκα με το ξυράφι. Έκοψα το αυτί μου. Πολύ λίγοι άνδρες κόβουν τα αυτιά τους με τα ξυράφια. Αλλά εγώ συχνά τα κόβω, ίσως διότι διδάχθηκα την «ελεύθερη κίνηση του καρπού» από τον δάσκαλό μου, εις την πρώτη τάξη του δημοτικού.
Το αυτί ματώνει άσχημα όταν κόβεται με το ξυράφι, και είναι δύσκολο να το σταματήσεις.
Όπως τράβηξα και άνοιξα βιαστικά το πορτάκι του φαρμακείου για να βρω κάτι στυπτικό, έπεσε από το επάνω ράφι ένα μικρό μαύρο πακέτο που περιείχε εννέα βελόνες. Φαίνεται ότι η σύζυγος φύλαττε ένα μικρό πακέτο με εννέα βελόνες εις το επάνω ράφι του φαρμακείου. Το πακέτο έπεσε μέσα στο νερό με τον αφρό που υπήρχε εις τον νιπτήρα όπου αμέσως διαλύθηκε, αφήνοντας τις βελόνες ελεύθερες εις τον νιπτήρα.
Δεν ήμουν φυσικά σε αρκετά καλή κατάσταση, είτε σωματική ή ψυχική για να προσπαθήσω να βγάλω τις βελόνες από το νιπτήρα. Κανένας άνθρωπος ο οποίος έχει αφρό εις το πρόσωπό του και του οποίου το αυτί αιμορραγεί είναι εις θέση για οτιδήποτε, ακόμη και για κάτι που αφορά τον χειρισμό εννέα φοβερά σουβλερών αντικειμένων.
Δεν μου φαινόταν φρόνιμο να βγάλω το πώμα από τον νιπτήρα και να αφήσω τις βελόνες να πάνε στην αποχέτευση. Σκεύθηκα ότι θα κατέστρεφα το υδραυλικό σύστημα του κτιρίου και φοβήθηκα ότι θα μπορούσα να δημιουργήσω βραχυκυκλώματα κάπως ή άλλως (γνωρίζω πολύ λίγα για τον ηλεκτρισμό και ούτε θα ήθελα ποτέ να μου έχει εξηγηθεί). Τελικά έψαξα με τα δάκτυλα μου, πολύ απαλά μέσα στον νιπτήρα και έβγαλα τέσσερες βελόνες εις την παλάμη του ενός χεριού και τρεις εις την παλάμη του άλλου, – δύο δεν μπόρεσα να τις βρω.
Αν μπορούσα να σκευθώ γρήγορα και καθαρά θα ήταν διαφορετικά. Αλλά ένας άνθρωπος με αφρούς στο πρόσωπο, με αιμορραγία στο αυτί, και με βελόνες στα δύο χέρια του, τί μπορεί να κάνει; Μόνο να στέκεται εκεί, έχοντας φθάσει στο κατώτερο σημείο της ανθρώπινης εξυπνάδας και της υγιούς ενεργητικότητας. Όπως κολλούσαν οι βελόνες στα χέρια μου, τράβηξα την πετσέτα που κρεμόταν πάνω από την μπανιέρα και τις σκούπισα εκεί. Μετά άρχισα να ψάχνω στην πετσέτα για να βρω τις επτά βελόνες. Μία τρομερά απαίσια απασχόληση που ποτέ δεν είχα σκευθεί.
Μπόρεσα να βρω μόνο πέντε από αυτές.
Με τις δύο που είχαν μείνει στον νιπτήρα και δύο κριμένες μέσα στην πετσέτα, ήσαν τέσσερες όλες οι χαμένες βελόνες.
Τρομερές σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου για το τί θα μπορούσε να συμβεί σ’ αυτόν που θα χρησιμοποιούσε την πετσέτα ή που θα έβαζε τα χέρια του στον νιπτήρα και θα έβγαζε το πώμα αν δεν εύρισκα τις χαμένες βελόνες. Και πραγματικά δεν τις βρήκα.
Κάθισα εις την άκρη της μπανιέρας να σκευθώ, και απεφάσισα τελικά, ότι το μόνο πράγμα που θα μπορούσα να κάνω ήταν, να τυλίξω την πετσέτα σε μία εφημερίδα, και φεύγοντας να την πάρω μαζί μου.
Επίσης αποφάσισα να αφήσω ένα σημείωμα για τους φίλους μου, εξηγώντας τόσο καθαρά όσο μπορούσα, ότι φοβόμουν πως υπήρχαν δύο βελόνες εις τον νιπτήρα, και δύο άλλες πιθανώς εις το πατάκι, του μπάνιου, και ότι θα ήταν καλλίτερα να προσέξουν.
Έψαξα παντού εις το διαμέρισμα, αλλά δεν μπόρεσα να βρω ένα μολύβι, μία πέννα ή καμιά γραφομηχανή. Μπόρεσα να βρω κομμάτια χαρτιού, αλλά τίποτε με το οποίο να γράψω πάνω σ’ αυτά.
Δεν ξεύρω τί μου έδωσε την ιδέα – ένα έργο ίσως που είχα δει, ή κάποια ιστορία που είχα διαβάσει – και ξαφνικά σκεύθηκα να γράψω το μήνυμά μου με ένα κραγιόν.
Η σύζυγος θα μπορούσε να έχει ένα πρώτης τάξεως κραγιόν κάπου εκεί γύρω, και συμπέρανα ότι μάλλον θα βρισκόταν εις το οικιακό φαρμακείο. Είδα ό,τι φαντάσθηκα, να ομοιάζει με την μεταλλική κορυφή κραγιόν. Έβαλα δύο δάκτυλα και άρχισα να τραβώ μαλακά – ήταν κάτω από ένα σωρό πράγματα. Κάθε τι εις το φαρμακείο άρχισε να γλιστρά: Μπουκάλια έσπαζαν εις τον νιπτήρα και εις το πάτωμα. Κόκκινα, καφέ, και άσπρα υγρά εξεσφενδονίζοντο.
Λίμες νυχιών, ψαλίδια, λεπίδες ξυρίσματος, και όλων των ειδών αντικείμενα ηχούσαν και κροτούσαν και εκουδούνιζαν.
Καλύφθηκα με αρώματα, υπεροξείδιο και κρέμες προσώπου.
Έκανα μισή ώρα να μαζέψω όλα τα συντρίμμια στο μέσον του πατώματος του μπάνιου.
Δεν έκανα καμία προσπάθεια να τα ξαναβάλω πίσω στη θέση τους. Εγνώριζα ότι αυτό θα χρειαζόταν ένα πιο σταθερό χέρι από το δικό μου και ένα ολιγότερο συντετριμμένο μυαλό.
Πριν φύγω – μόνο μισοξυρισμένος – και πριν εγκαταλείψω τα χαλάσματα, άφησα ένα σημείωμα εξηγώντας ότι φοβόμουν ότι υπήρχαν βελόνες εις τον νιπτήρα ή την μπανιέρα ή στο πατάκι και ότι εγώ είχα πάρει την πετσέτα τους. Και επίσης ότι θα τους τηλεφωνούσα για να τους πω τί συνέβη.
Το έγραψα με ιώδιο και με την άκρη μιας οδοντόβουρτσας.
Ακόμη δεν τους τηλεφώνησα. Λυπούμαι που το λέγω.
Ούτε βρήκα το κουράγιο, αλλά ούτε σκεύθηκα και τις λέξεις για να εξηγήσω τί συνέβη.
Υποθέτω ότι οι φίλοι μου πιστεύουν ότι εσκεμμένα έσπασα το μπάνιο τους και έκλεψα την πετσέτα τους.
Δεν είμαι απολύτως βέβαιος, γιατί ούτε και αυτοί μου τηλεφώνησαν ακόμη.
Μετάφραση – Επιμέλεια:
Χρυσάνθη Νικολαΐδου – Θραψανιωτάκη
Καθηγήτρια – Φιλόλογος


























