Του Στάθη Ταξίδη
Δασκάλου – Δημοσιογράφου
Όπως ίσως γνωρίζουν οι περισσότεροι χριστιανοί, αργά το βράδυ της μεγάλης Πέμπτης και αφού τελειώσει στις εκκλησιές η ακολουθία των Παθών του Ιησού Χριστού, κατά παράδοση στολίζεται ο Επιτάφιος για να είναι έτοιμος για το πρωί της επόμενης μέρας. Τα λουλούδια που χρησιμοποιούνται για τον στολισμό είναι αυτά που προσκομίζουν και εναποθέτουν κατά τη διάρκεια της ακολουθίας στη βάση του υψωμένου Σταυρού οι πιστοί, ενώ τα χέρια που προβαίνουν στη διακόσμηση δεν είναι άλλα από τα χέρια των γυναικών, συνήθως των νεαρών κοριτσιών.
Ο στολισμός αυτός αποτελεί σίγουρα ένα έθιμο και όπως κάθε έθιμο μπορεί και αυτό να κινείται μεταξύ επίγνωσης και φολκλόρ, ανουσιότητας και ζωντάνιας, πίστης και βιώματος. Εκτός όμως από την οποιαδήποτε συγκυριακή συγκινησιακή φόρτιση ο στολισμός του Επιταφίου έχει ένα σπουδαίο θεολογικό περιεχόμενο, τουλάχιστον σε συμβολικό επίπεδο. Είναι η εν σμικρώ φανέρωση θεμελιωδών αξιώσεων του εκκλησιαστικού γεγονότος, της ευχαριστιακής χρήσης του κόσμου και συνακόλουθα της ευχαριστιακής προσαγωγής του, αλλά και της συμμετοχής, της επίνευσης του λαού του Θεού, των πιστών. Είναι έργο των ίδιων των μελών της Εκκλησίας να οδηγούν την καθημερινότητα του βίου των στην κοινότητα εκείνη, η οποία οραματίζεται το μπόλιασμα της εν γένει ανθρώπινης ζωής και φύσης με την προσδοκία της ανακαίνισης των πάντων, της Ανάστασης. Το γεγονός αυτό, σε αντίθεση με κάθε έννοια μαγείας, βοτάνων και κάθε είδους μαντζουνιών, επισημαίνεται εμφατικά κάθε φορά κατά την οποία στην Εκκλησία εισάγονται και προσφέρονται στο Θεό χειροπιαστά στοιχεία του ανθρώπινου καθημερινού βίου-άρτος, οίνος, άνθη αλλά και ο μόχθος των πιστών και η ευρηματικότητά τους. Καταδεικνύεται ευκολότατα από θεολογική σκοπιά, ότι αυτή η παράμετρος αποτελεί συστατικό στοιχείο του εκκλησιαστικού γεγονότος. Ούτε εξωτερικό και μόνον γεγονός ήσσονος σημασίας, ούτε απλό φτιασίδι που μπορεί να λείψει ανώδυνα, ούτε παραχώρηση κανενός εκκλησιαστικού άρχοντα. Αποτελεί συστατικό εκκλησιαστικό στοιχείο θεμελιώδους σημασίας!
Στην πραγματικότητα, στο άθλημα της συνύπαρξης και της κοινότητας των πιστών, από τον στολισμό του Επιταφίου δεν απουσιάζουν οι παρεξηγήσεις μεταξύ των πιστών, αλλά και μεταξύ πιστών και κλήρου. Όπως επίσης δεν αποφεύγονται και οι αισθητικές παραφωνίες. Όμως αυτά δεν αποτελούν παρά το απειροελάχιστο κόστος μπροστά στις θεολογικές υπομνήσεις που υλοποιεί αυτή η πρακτική (ο στολισμός του Επιταφίου, δηλαδή). Κάποιες φορές η τοπική παράδοση και η φύση μας εκπλήσσουν ευχάριστα παρουσιάζοντάς μας Επιταφίους αριστουργήματα και από αισθητική άποψη. Αλλά και φτωχικά και ακαλαίσθητα στολισμένοι να παρουσιάζονται, είναι χίλιες φορές προτιμότεροι από εκείνα τα συμμετρικώς άψογα ανθουργήματα, δίκην συνθέσεων ανθοέκθεσης, τα οποία δεν τα έχει αγγίξει χέρι πιστού! Εύλογα αντιλαμβάνεται κανείς πως η αναφορά γίνεται σε εκείνους τους Επιτάφιους που τελευταία κάποιες τοπικές εκκλησιαστικές ηγεσίες εκχωρούν εργολαβικά σε επαγγελματίες ανθοπώλες.
Σε πολλούς ορθόδοξους ναούς που έχουν πληγεί από τη νόσο του φαίνεσθαι και του θεαθήναι στήνεται πολύ πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα ένα επιπλέον παγκάρι με την επιγραφή «Για το στολισμό του Επιταφίου». Για τη συγκέντρωση των αναγκαίων χρημάτων για τον ανθοπώλη που θα αναλάβει εργολαβικά το στολισμό του Επιταφίου, μετατρέποντας – για μια ακόμη φορά κοντά σε τόσες άλλες – τους πιστούς από αυτουργούς και συμμέτοχους σε θεατές και καταναλωτές ή και σε κομπάρσους ακόμα καθότι υπάρχουν ευέλικτοι και ευφυέστατοι ιερείς, οι οποίοι δεν επιθυμούν να χρεωθούν την κατάργηση αυτού που ντε φάκτο καταργούν, μαζεύοντας ωστόσο κόσμο στους ναούς αλλά για να τον έχουν στην πραγματικότητα ως ντεκόρ στο ρεσιτάλ του εκάστοτε εργολάβου. Είναι μεγάλο λάθος να νομιστεί ότι το όλο θέμα αποτελεί ένα καθαρά τεχνικής φύσης και άνευ ουσίας ζήτημα. Αντιθέτως αποτελεί ύψιστης σημασίας θέμα το οποίο φανερώνει τι είδους Εκκλησία επιθυμεί καθένας. Επισημαίνει το πόσο έχει εμφιλοχωρήσει και απλωθεί στον εκκλησιαστικό χώρο η αντίληψη εκείνη η οποία θέλει τους λαϊκούς, τους πιστούς, απλώς και μόνον ως χειροκροτητές ή σπόνσορες ή ως μια άβουλη μάζα αγόμενη και φερόμενη κατά το δοκούν του εκάστοτε ηγεμόνος – ιερέως. Για να καυχάται ο ηγεμονίσκος αυτός για το πόσο καλά έχει οργανώσει την «επικράτειά» του, το πόσο τέλεια και λαμπρά έχει τελέσει τους πανηγυρικούς εορτασμούς του, το πόσοι ακολουθούν την «αγιοσύνη» του.
« Όποιοι δεν έχουν κυπελάκια στα κεριά τους να βγουν έξω!», ακούστηκε να λέει ένας τέτοιος ιερέας λίγο μετά το «Δεύτε λάβετε Φως», διακόπτοντας την αναστάσιμη λειτουργία με στεντόρεια φωνή. Και για να επιβάλλει την τάξη στην, κατ’ αυτόν, επικράτειά του συνέχισε ακάθεκτος ως βοεβόδας, «σε σένα γιαγιά το λέω», είπε και απευθύνθηκε σε μια γιαγιούλα! Σε μια γιαγιούλα η οποία μάλλον νήστεψε καθ’ όλη τη διάρκεια της Σαρακοστής, εξομολογήθηκε, ετοίμασε τα καλά της ρούχα, πλύθηκε και χτένισε τα κάτασπρα μαλλιά της, ετοίμασε το μπουκαλάκι με το ελαιόλαδο-και όχι το σπορέλαιο παρόλη την κρίση και τη μείωση της πενιχρής αγροτικής σύνταξής της- έβαλε κατά μέρος τα μονόευρά της-αυτό για το κεράκι, το άλλο για το δίσκο και έτοιμη και ήρεμη ξεκίνησε για να γιορτάσει την Ανάσταση του Κυρίου, για να δεχτεί το Σώμα και το Αίμα Του, την ανακαίνιση του σύμπαντος κόσμου. Γιατί αυτή η γιαγιούλα νιώθει την Ορθοδοξία ως Πίστη και Βίωμα, όχι ως Θρησκεία και ψυχοθεραπεία. Εξ άλλου «ο Θεός των πατέρων ημών» δεν είναι δικαστής και τιμωρός, «αγάπη εστί». Είναι ο Θεός της αγάπης, της καθολικής αγάπης ακόμα και προς τον εχθρό, όπως δίδαξε σκανδαλίζοντας πολλούς στην επί του όρους ομιλία του ο Κύριος. Είναι ο Θεός της συγχώρεσης, ο Θεός που άνοιξε την αγκαλιά του για να δεχτεί τον Άσωτο. Με ποιο, λοιπόν, δικαίωμα ο υπηρέτης του Θεού της Αγάπης θέλει να αποβάλλει από το ναό, διακόπτοντας τη μυσταγωγία, τη γιαγιούλα; Το ανοσιούργημά της ήταν μάλλον η πιθανή διασάλευση της τάξης στο ναό με το στάξιμο του κεριού. Αλλά αν για αυτό το παράπτωμα επιβάλλει αποβολή από το ναό ο ιερέας, για ολίγον πιο σοβαρό με τι θα επιτιμήσει τον πιστό που το διέπραξε; Με ακοινωνησία; Ή μήπως το έχει και αυτό διαπράξει; Άφεριμ, παπάζ εφέντη! Άφεριμ!
Αλλά το ζητούμενο δεν είναι το αν μπορεί να οργανωθεί ένα πετυχημένο σούπερ μάρκετ, ένα κοσμικό γκαλά, ένας ιδιωτικός στρατός. Αυτά είναι πλέον ή βέβαιον ότι μπορούν να γίνουν. Ωστόσο όμως τραγωδία αφ’ ενός αποτελεί το ότι στρεβλώνονται τα κριτήρια και αφ’ ετέρου το ότι δεν γίνεται κατανοητή η τεράστια διαφορά μεταξύ γκλαμουριάς και φωτεινότητας, παπαδοσύνης και εξουσίας, κοινότητας και κλάμπ.
Το σημείωμά μου εμπεριέχει το συναίσθημα του θυμού. Ωστόσο δεν καμαρώνω και ούτε επιχαίρω για το γεγονός ότι καιρό τώρα έχω επισημάνει τα θέματα αυτά. Αναρωτιέμαι όμως για το που θα φτάσει το απύθμενο θράσος κάποιων στη συστηματική προσπέραση καίριων θεολογικών ζητημάτων. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός το οποίο συνέβη σε ενοριακό ναό μεγάλου αστικού κέντρου, ο οποίος την τελευταία πενταετία έχει παραδοθεί σε εργολάβο ανθοστολισμού. Πέρυσι όχι μόνον επαναλήφθηκε το ανοσιούργημα της Μεγάλης Πέμπτης-του εργολαβικού στολισμού του Επιτάφιου- αλλά και επεκτάθηκε, αφού οι υπάλληλοι του εν λόγω εργολάβου κάνοντας προεργασία από το βράδυ της Μεγάλης Τετάρτης γέμισαν, κατά την ώρα της ιερής ακολουθίας, το χώρο του ναού με το θόρυβο που έκαναν οι τανάλιες καθώς «τσακ» και «τσουκ» έκοβαν το σύρμα με το οποίο στερέωναν τα άνθη.
Πόσο άραγε είναι δυνατή μια αντίσταση σε αυτήν την επελαύνουσα στρέβλωση, η οποία καλπάζει ανερυθρίαστα, σηματοδοτώντας ταυτοχρόνως ένα ευρύτερο θρησκευτικό πεδίο στο οποίο τα χρήματα συγκεντρώνονται με πάθος από τους πιστούς αλλά ξοδεύονται χωρίς πόνο; Ο πιστός, για πολλούς και διάφορους λόγους, μη θέλοντας συνήθως να εμπλακεί σε ενδοεκκλησιαστικούς φατριασμούς και καυγάδες περιορίζεται σε εκφράσεις δυσανασχέτησης μεταξύ φίλων ή και σε ανάλογου ύφους κουβέντες σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις. Πέραν τούτου ουδέν. Όμως με κάτι τέτοια δεν ιδρώνει το αυτάκι κανενός εξουσιομανή εφημέριου.
Μήπως, λοιπόν, χρειάζεται αναστοχασμός; Μήπως θα πρέπει να σκεφτεί κανείς ότι η ίδια η πίστη αξιώνει και πράξη; Μήπως, για παράδειγμα λέω, μήπως θα πρέπει να θυμηθούμε το ότι ο Άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης τον 7ο αιώνα συμβούλευε να μην προσφέρονται χρήματα σε εκκλησίες όπου κυριαρχεί η απληστία ή η αδιαφάνεια.
Ήσσονος σημασίας το ζήτημα που θίξαμε; Επιμένω πως όχι, υπενθυμίζοντας πως η Ορθοδοξία δεν είναι θρησκεία, αλλά πίστη και εμπειρία, άθλημα και βίωμα. Συνεπώς το ευχαριστιακό ήθος της Εκκλησίας δεν αποτελεί αντικειμενικό μέτρο αξιολόγησης της συμπεριφοράς και του χαρακτήρα, αλλά έχει οντολογικό, κοσμολογικό και ανθρωπολογικό περιεχόμενο, πηγάζοντας από το τριαδικό δόγμα της Εκκλησίας περί Θεού, κόσμου και ανθρώπου. Ταυτίζεται συνεπώς με την υπαρκτική αλήθεια του ανθρώπου, την απόλυτη υπαρκτική ελευθερία και αγαπητική κοινωνία, τη δυναμική πραγμάτωση της πληρότητας και της ακεραιότητάς του. Αποτελεί ένα πλαίσιο αρχών, θεολογικών κριτηρίων και προϋποθέσεων, αλλά και ποιμαντική προσέγγιση, πίστη και βίωμα, ιδιαίτερη στάση για το κάθε ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο πρόσωπο, διακινδύνευση και εντέλει άθλημα ελευθερίας.


























