Σε σχέδιο εμπορευματοποίησης της Υγείας αποδίδει το ΠΑΜΕ την «αναβαθμισμένη» υποβάθμιση των τριών από τα 5 νοσοκομεία της Δυτικής Μακεδονίας, με την ένταξή τους στη Β΄ ζώνη από τη Γ΄ ζώνη, που έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορούν να εφημερεύουν πολλές κλινικές και τμήματα το μεγαλύτερο μέρος του μήνα, λόγω της περικοπής των εφημεριών των γιατρών στα νοσοκομεία.
Τα παραπάνω τόνισε το στέλεχος του ΠΑΜΕ Αντώνης Τσάκωνας σε σύσκεψη που διοργάνωσε το ΠΑΜΕ την Πέμπτη στην Πτολεμαΐδα, επισημαίνοντας ότι οι περικοπές δαπανών της υγείας κατά 2,1 δις ευρώ, όπως προβλέπει ο προϋπολογισμός και το επικαιροποιημένο μνημόνιο, που αποφασίστηκε με πρόφαση την οικονομική κρίση, προωθεί στην ουσία «ραγδαίες αλλαγές που ήταν προαποφασισμένες από τη 10ετία του ’90 για περικοπή κοινωνικών δαπανών, υποχρηματοδότηση των ήδη υποχρηματοδοτούμενων νοσοκομείων και ασφαλιστικών ταμείων και των άλλων υπηρεσιών υγείας του δημοσίου».
Κατήγγειλε ότι σχεδιάζεται να παραχωρηθεί το σημαντικό κομμάτι πρωτοβάθμιας περίθαλψης και της πρόληψης στους δήμους και σε μη κυβερνητικές οργανώσεις και τα νοσοκομεία στις περιφέρειες, τα οποία θα παρέχουν ανταποδοτικά τις υπηρεσίες τους στους πολίτες αφού θα κοπεί η κρατική χρηματοδότηση. Στόχος, είπε, όλες οι υπηρεσίες υγείας να πληρώνονται με λεφτά των εργαζομένων μέσα από τα ασφαλιστικά ταμεία, τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες και τους ίδιους τους ασθενείς, ενώ το σύστημα υγείας να οδηγηθεί σε πλήρη ιδιωτικοποίηση.
Αναφορικά με την μεταφορά των νοσοκομείων Πτολεμαΐδας, Γρεβενών και Καστοριάς στη Β΄ ζώνη είπε ότι έχει ως συνέπεια τον περιορισμό των εφημεριών των γιατρών, πράγμα που σημαίνει ότι κλινικές με 3 γιατρούς θα μπορούν να εφημερεύουν για 9-10 μέρες το μήνα, αφού θα έπρεπε να είναι στελεχωμένες με τουλάχιστον 7 γιατρούς για να καλύψουν τις ανάγκες.
Ο κ. Τσάκωνας υπογράμμισε ότι «η αλλαγή ζωνών στα περιφερειακά νοσοκομεία έρχεται ουσιαστικά να βάλει εκβιαστικά το ζήτημα της συγχώνευσης των κλινικών και των ίδιων των νοσοκομείων στη Δυτική Μακεδονία», πράγμα που θα δημιουργήσει πολύ σοβαρό πρόβλημα, καθώς θα υποβαθμίσει ακόμα περισσότερο τις παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας και θα κάνει ακόμα ακριβότερη την πρόσβαση του πληθυσμού στις υπηρεσίες υγείας, αφού ο κάτοικος του Νεστορίου Καστοριάς για παράδειγμα μη βρίσκοντας γιατρούς στο νοσοκομείο Καστοριάς θα αναγκάζεται να πάει στην Κοζάνη.
Χαρακτήρισε παραπλανητική τη συζήτηση για τις ζώνες των νοσοκομείων, καθώς όπως είπε, το πρόβλημα δεν είναι σε ποια ζώνη ανήκουν τα νοσοκομεία αλλά εάν είναι στελεχωμένα και, δυστυχώς, δεν είναι. Κι αυτό, είπε, πρέπει να διεκδικήσουν οι εργαζόμενοι της περιοχής: την πλήρη στελέχωση των νοσοκομείων σε ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, αφού όπως σημείωσε, η τεράστια έλλειψη νοσηλευτών έχει ως αποτέλεσμα να εργάζονται υπερεντατικά οι νοσηλεύτριες και να τους χρωστούν 20-30 ακόμα και 90 ρεπό.
Οι σχεδιασμοί αυτοί για απαξίωση των δημοσίων υπηρεσιών υγείας, είπε, αποτελούν κομμάτι της γενικότερης αντιλαϊκής πολιτικής που ασκείται τα τελευταία χρόνια από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ με την στήριξη του ΛΑΟΣ, γι’ αυτό και οι εργαζόμενοι και τα συνδικάτα πρέπει να περάσουν στην αντεπίθεση, να συγκρουστούν με αυτή την πολιτική, με κάθε μορφής αγώνα. Να συστήσουν επιτροπές αγώνα και να συντονίσουν τη δράση τους με αίτημα τη στελέχωση των δομών υγείας, τη λειτουργία κέντρων υγείας αστικού τύπου, να μην πληρώνει ο κόσμος τα 5 ευρώ στα νοσοκομεία, αλλά και για τα γενικότερα λαϊκά προβλήματα.
Διότι, όπως ανέφερε, ο κόσμος είναι αγανακτισμένος, αντί όμως παρακολουθεί ως θεατής τις αντιλαϊκές πολιτικές εις βάρος του πρέπει να πειστεί ότι χρειάζεται αγώνας για την ανατροπή τους. Ότι μόνο ένα ισχυρό λαϊκό κίνημα μπορεί να διεκδικεί και να παρεμβαίνει συνολικά για να επιβάλλει λύσεις, είτε για προβλήματα στο χώρο της υγείας, είτε για τα κάθε λογής χαράτσια, φόρους στα καύσιμα, στα διόδια, αύξηση του ΦΠΑ κλπ. σε είδη πρώτης ανάγκης. «Μπορούμε να ανατρέψουμε τις αντιλαϊκές πολιτικές, αυτό που απαιτείται όμως είναι ένα μαχητικό και ασυμβίβαστο ταξικό κίνημα, που θα απαιτήσει να γίνει η υγεία κοινωνικό εργατικό δικαίωμα, που θα παρέχεται δωρεάν και στο ύψος των σύγχρονων αναγκών. Που θα διεκδικεί ο τεράστιος πλούτος που παράγουν οι εργαζόμενοι να καλύπτει όλες τις σύγχρονες ανάγκες του και όχι να καταλήγει στις τσέπες των καπιταλιστών και των επιχειρηματικών ομίλων».
Ρόη ΒΑΣΒΑΤΕΚΗ




























