Ήμουν ο πρώτος γιατρός στο μοναδικό τότε ΚΑΠΗ της πόλης μου, Μάρτης του 1985. Ήταν η εποχή που το καράβι του ΠΑΣΟΚ του Αντρέα πετούσε κυριολεκτικά με ούριο άνεμο και φουσκωμένα τα πανιά του. Όλοι ζούσαν ένα μεθύσι. Οι δενδροκόμοι της περιοχής είχαν σταματήσει πλέον να ενδιαφέρονται για την ποιότητα των προϊόντων τους. Τα ροδάκινα και τα μήλα θα πήγαιναν στην απόσυρση και οι ποσότητες θα πολλαπλασιάζονταν Χ3. Έτσι όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Οι αγρότες εισέπρατταν περισσότερα σε αντίθεση με το εάν έστελναν τα φρούτα τους στην λαχαναγορά για κατανάλωση. Οι ελεγκτές γεωπόνοι ήταν και αυτοί μέσα στο κόλπο. Έβαζαν και αυτοί κάτι στην τσέπη. Οι διοικήσεις των συνεταιρισμών ελέγχονταν από το ΠΑΣΟΚ, που ήδη είχε βάλει βαθιές ρίζες παντού. Οι τοπάρχες του κόμματος ήταν αυτοί που κανόνιζαν τις διαδικασίες με οδηγίες που έρχονταν από υψηλότερα κλιμάκια. Ανάθεταν ρόλους, μοίραζαν εύνοια και χρήματα χωρίς περιορισμούς. Παρόμοιες καταστάσεις συνέβαιναν σε όλους τους τομείς. Δήλωνες 3πλάσια παραγωγή στα βαμβάκια, στο λάδι, στα καλαμπόκια και έπαιρνες παχυλές επιδοτήσεις. Στις ΔΕΚΟ διοριζόσουν, αρκεί να είχες πράσινη «ταυτότητα». Στο δημόσιο το ίδιο, αρκεί να φορούσες συνεχώς … πράσινο πουκάμισο (η μόδα του ζιβάγκο είχε περάσει … ). Η εκπαίδευση είχε πρασινοκομματικοποιηθεί . Τα όνειρα της νεολαίας είχαν περιορισθεί σε στενούς ορίζοντες, επειδή όλα είχαν γίνει εύκολα. Εύκολα τελείωνες το λύκειο (οι βαθμοί σχεδόν χαρίζονταν), εύκολα έμπαινες σε μια από τις πολλές σχολές που είχαν δημιουργηθεί σε όλη την Ελληνική επικράτεια, όλοι στο τέλος έπαιρναν κάποιο πτυχίο … Μετά από αυτή τη μεγάλη ευκολία, το επόμενο βήμα ήταν ένας γρήγορος κομματικός βολικός διορισμός κάπου, όχι βέβαια για να προσφέρει ο νεοδιορισθείς, αλλά για να αράξει και να τρώει το σύστημα από μέσα. Υπήρχαν, φυσικά, και οι φωτεινές εξαιρέσεις. Ήταν όμως λίγες και χάνονταν μέσα στο κλίμα της εποχής. Στο κλίμα της αρπαχτής, της ήσσονος προσπάθειας, της νοοτροπίας του «ωχ βρε αδερφέ, περνάω εγώ καλά; Τι με νοιάζει για το τι κάνουν οι άλλοι;». Και έτσι, λοιπόν, πορευόμασταν με μπόλικη κουτοπονηριά και αφέλεια, με γρηγορόσημα, μίζες, φακελάκια, πλαστικό χρήμα, συντάξεις και επιδόματα με χαρτιά μαϊμού, με δάνεια που πιστεύαμε ότι ποτέ δεν θα ξεπληρώναμε …
Ο τότε δήμαρχος της περιοχής, παλαιό μέλος του ΚΚΕ εσωτερικού, θεωρώντας ότι είχε έρθει η ευκαιρία της ζωής του, άρχισε φλέρτ με το ΠΑΣΟΚ, όπως και πολλοί από τους ντεμέκ τότε αριστερούς. Σημασία είχε η μάσα. Ποιος νοιάζονταν για ιδεολογίες; Σημασία είχε τότε η ιδεολογία «λίγη δουλειά και εισόδημα μεγάλο». Είχε ακούσει, λοιπόν, ο καλός μας δήμαρχος ότι οι πράσινοι είχαν την καλή διάθεση να τον κάνουν υφυπουργό γεωργίας αρκεί να γίνονταν πράσινος. Κι έγινε. Τότε όλα ήταν δυνατά αφού και τον ήλιο είχαν κάνει πράσινο! Όμως το υπουργειλίκι άργησε να’ ρθεί και τελικά αποδείχθηκε, φρούδα ελπίδα, ψεύτικη υπόσχεση. Όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία … Εκείνος ο δήμαρχος, λοιπόν, με τους τότε δυό αντιδημάρχους του και μέλη των οικογενειών τους συνόδεψαν 120 εκδρομείς του ΚΑΠΗ σε διήμερη εκδρομή στο Βόλο. Όντας ο μοναδικός γιατρός υποχρεώθηκα να συνοδεύσω και εγώ τους εκδρομείς παίρνοντας μαζί μου και την τετράχρονη κόρη μου. Φτάσαμε στο Βόλο λίγο πριν το μεσημέρι ενός Σαββάτου. Ήταν Μάιος του ’86. Μας μοίρασαν σε κάποια κεντρικά ξενοδοχεία της πόλης.
Το απόγευμα το πρόγραμμα περιελάμβανε γλέντι στην Πορταριά του Πηλίου. Έτσι κι έγινε. Τέτοιο τρικούβερτο γλέντι δεν θυμόμουνα να είχα ξαναζήσει μέχρι τότε. Μπριζόλες, σουβλάκια, μπιφτέκια, κοντοσούβλες, σπληνάντερα, φιλέτα, ψαρονέφρια, τζατζίκια, τυροκαυτερές, ρετσίνες, μπύρες, κρασιά, κατέβαιναν στα στομάχια της τρίτης ηλικίας εκείνης της δεκαετίας του 80, εκείνο το βράδυ. Ο δήμαρχος και η παρέα του, όλοι πράσινοι εκείνη την χρονική περίοδο, χαμογελούσαν με συγκατάβαση και ικανοποίηση, υπολογίζοντας ότι από εκείνα τα 120 περίπου μέλη του ΚΑΠΗ θα αποκόμιζαν τουλάχιστον τετραπλάσιους ψήφους για αυτούς τους ίδιους, αλλά και για το κόμμα όταν θάρχονταν η ώρα των επόμενων εκλογών …
Είχαν πλησιάσει μεσάνυχτα και το γλέντι συνεχίζονταν με ζεμπεκιές, τσιφτετέλια, και καρσιλαμάδες. Έσπασαν και μερικά πιάτα. Η τετράχρονη κόρη μου είχε γείρει στον ώμο μου κοιμισμένη. Κάλεσα τον υπεύθυνο υπάλληλο του Δήμου που διαχειρίζονταν τα οικονομικά του ΚΑΠΗ. Του ζήτησα να μου υπολογίσει την οικονομική μου συμμετοχή στο φαγοπότι της βραδιάς. Γέλασε. «Γιατρέ μου» μου είπε. «Εδώ δεν πληρώνει κανένας». Ρώτησα να μάθω ποιος ήταν ο χορηγός. Μου έκλεισε πονηρά το μάτι σαν να μου έλεγε «πολλά ρωτάς, κοίτα την δουλειά σου».
Εκδρομές, φαγοπότια και εκδηλώσεις γίνονταν τότε πολλές με μηδενικό κόστος για τους συμμετέχοντες. Ποιος ο χορηγός; Αυτόν τον ήξεραν μόνο λίγοι, όμως πολλά ακούγονταν που δεν ήταν μακριά από την πραγματικότητα. Γίνονταν υπερτιμολογήσεις. Κάποιοι πλούτιζαν παράνομα. Ήταν πολλοί αυτοί που έτρεχαν να αρπάξουν έστω ένα κοκαλάκι από τον μπουφέ που είχε στήσει το ΠΑΣΟΚ, και μετά ξεπλήρωναν το κοκαλάκι ψηφίζοντας πράσινο. Αυτούς εννοούσε ο Πάγκαλος όταν έλεγε «μαζί τα φάγαμε». Το σίγουρο είναι ότι κάποιοι λυμαίνονταν τα πακέτα της ΕΟΚ, συσσώρευαν πλούτο εξασφαλίζοντας εαυτούς, τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους … Αντί για τους δρόμους, τα σχολεία, τα νοσοκομεία και τις λοιπές υποδομές μεγάλο μέρος των χρημάτων τότε γίνονταν στομαχικό περιεχόμενο που κατέληγε στις τουαλέτες, όταν οι πρωταγωνιστές όλης αυτής της ρεμούλας διόγκωναν τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς και δημιουργούσαν υπερπόντιες off shore εταιρίες.
Εκείνη η γενιά των «τιμημένων γηρατειών» αφού ήπιαν, έφαγαν και έγιναν αρκετοί εξ’ αυτών παραλήπτες συντάξεων για μαιμού εθνική αντίσταση είναι οι περισσότεροι σήμερα στα νεκροταφεία.
«Τα περήφανα νιάτα» εκείνης της εποχής σε μεγάλο ποσοστό πρόλαβαν και βγήκαν στην σύνταξη λίγο πριν τα 60 τους, αφού πρόλαβαν και πήραν ένα καλό εφάπαξ, εκείνοι βέβαια που είχαν βρεί τον τρόπο να εισχωρήσουν στις ΔΕΚΟ, στη δημόσια εκπαίδευση ή και σε κάποιες άλλες «πονηρές» υπηρεσίες. Οι υπόλοιποι, μαζί και με όλους τους νεότερους που ακολούθησαν, είναι αυτοί που καλούνται σήμερα να τραβήξουν το ελληνικό σκάφος από τα βράχια. Εκεί όπου το έριξε η άχρηστη γενιά της μεταπολίτευσης με μπροστάρηδες τον Αντρέα, τον σκληρό ροκά Λαλιώτη, τον γραφικό Γιαννόπουλο, εκείνον τον Κουτσόγιωργα, τον Άκη με τα ακριβά γούστα και όλους εκείνους που ταξίδευαν ξέφρενα με το τρένο του ΠΑΣΟΚ. Ένα ΠΑΣΟΚ που δημιούργησε ένα τέτοιο πολιτικό life style, που δηλητηρίασε και τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις του τόπου, διέφθειρε κόμματα (συμπεριλαμβανομένης και της ΝΔ, που δυσκολεύται κανείς σήμερα να την ξεχωρίσει πλέον πολιτικά από το ίδιο το ΠΑΣΟΚ), διέλυσε την Αριστερά και έκανε τον δημιουργικό και νοικοκυρεμένο Έλληνα να νιώθει ηλίθιος όταν έβλεπε ότι, ενώ αυτός εργάζονταν σκληρά, κάποιοι άλλοι πουλώντας αέρα τον ξεπερνούσαν.
Πτολεμαίδα, 11-6-2012
Αλέξανδρος Λυσιμάχου
Δ/ντής Π/Θ κλινικής
Μποδοσάκειο Νοσοκομείο




























