Του Μωυσιάδη Παναγιώτη
Εγώ είμαι Παρασκεή, τ’ αερικόν τη Πόντου, και η καρδία το χτυπά και ‘κι ησυχάζ’ καμίαν.
Εγώ είμαι ο ΑεΣέρτς και Αε Ζαχαρέας,
Η Σουμελά, ο Βαζελώντς και ο Περιστερώτας, Η Γουμερά, ο Ζανταέρτς, Πράσαρη και Κελώρια..
ΑεΣοφίας σήμαντρον και Σουμελάς καμπάνα..
…Εκείν ποι εσκοτώθανε κι επάγωσαν σα δρόμια
Και άταφοι και άκλαυτοι και χωρίς κοιμητήρι
Τα ορφανά τ’ εχάθανε, κι’ οι νέοι κι’ οι νυφάδες
Πίστεψό με, Παρασκευή!
Ο Πόντον κι’ αν επέθανεν ανθθεί και φέρει νέον!..
Ποντιακή Εστία: Παντελής Μελανοφρύδης 1959
Ζωντανές μαρτυρίες από το ιστορικό έκτρωμα των Μεγάλων, ( τρανούς τους έλεγε η αείμνηστη γιαγιά μου) ορθώνονται τα λόγια του Παντελή Μελανοφρύδη.
Τα ερημοκκλήσια σου,Πόντε, ακρέμιστα από το φόβο του Ισλάμ, ζεσταίνουν,σαν σπήλαια της Βηθλεέμ, τ’ αβάφτιστα ζωντανά του Μεμέτ, που έτσι ελεύθερα χαίρονται τη θαλπωρή και το χαΐρι σας.
Στ’ αντίκρισμα σας φουντώνει η φλόγα της νοσταλγίας κι ανάβουν τα φλάς των μηχανών…
Τ’ άγια σας λείψανα, ακρωτηριασμένα από τα σύμβολα, κρατούν ακόμα την αίγλη του δημιουργού τους, την ομορφιά της απλότητας και το ξεψύχισμα της ιστορίας.
Αγέραστα μνημούρια του χθες, περιγραμμένα λιθοξοτά και πιδέξια κοδονοστάσια, τι κι αν ξετρούλωσε το στέγος σας κι ορθάνοιξαν τα ιερά σας;
Εσείς τη δόξα του χρόνου κρατάτε, σαν άλλοι ακρίτες πατρίδες φυλάτε. Κι ο ήλιος, που βγαίνει, εσάς συντροφεύει σε κάθε στιγμή.
Κι αν έρθουν σπουργίτες φωλιές να σας κάνουν, γιορτάστε μαζί.
Αυτά είν πουλάκια, που πάντα μιλούσαν και τραγουδούσαν, στέλναν χαμπάρια και δίναν ζωή.
Καλημέρα, σας λένε, Σουμελά, Βαζελώνα και Περιστερά.
Κι ύστερα στ’ απόβραδο ξανάρχεται ο ήσκιος του φεγγαριού και σκεπάζει τα μισοφαγωμένα κουφάρια σας, που αντέχουν ακόμα στο χρόνο της λησμονιάς….
Το σήμαντρο, βουβό και άλαλο, καταχωμένο ξεμυτίζει στην πόρτα σας και στο καμπαναριό η ΄΄κρεμαστέρα΄΄ απαλλάχτηκε από το βάρος της καμπάνας της. Βουβή αιώρα πλανιέται στη σιωπή του χωρισμού…Κι οι εικόνες σας νοτίζουν ακόμα θαμμένες στο αυλωνάρι της εκκλησιάς…
Μόνον εσύ, Παναγιά του Μελά, μπόρεσες να σπάσεις τα δεσμά της λήθης, να ξαναμαζέψεις τα λιθοσώρια σου και να εκδικηθείς το σταύρωμα της πατρίδας.
Αντήχησαν κι αντιβόησαν τα βουνά και τα λαγκάδια στο άκουσμα του πόντιου λυρωδού.
΄΄ Η Παναγία λειτουργά κι ο ‘γούμενον κοιμάται….! ΄΄
Και καρδιές ρίγησαν, μάτια δάκρυσαν κι οι τρίχες βελόνιασαν στα κορμιά όλου του κόσμου… μόνο η Τουρκιά τρόμαξε και πληγώθηκε σαν λαβωμένο θεριό!
Ένας αιώνας χρειάστηκε για να λιβανιστεί το θρονί της Παναγιάς και να πλαντάξει ο διάβολος του ρατσισμού στα αγιασμένα παρχαροτόπια της πατρίδας….
Στη δόξα σου Παναγιά ακουμπάει η χαρά και το κλάμα της προσφυγιάς…
Άραγε πόσο ακόμα θα χρειαστεί για το θρόνιασμα των λαών και των ψυχών στην ιστορία, τη μνήμη και την αλήθεια;
Πότε θα μπορέσουν οι Ρωμιοί να ξαναστήσουν τα γκρεμισμένα καμπαναριά στις ψυχές τους και να ξεπλύνουν τα λερωμένα λάβαρα της λησμονιάς;
Πότε οι κατάρες θα γίνουν στοιχειά και δαιμόνια, για να πνίξουν τους πατριδοκτόνους της γης;…




























