Αναφορά στη δυνατότητα προσωρινής επαναφοράς λιγνιτικών και ανθρακικών μονάδων στην Ευρώπη έκανε ο Δημήτρης Καιρίδης, μιλώντας στην εκπομπή «Forcé» στο ERT News, στο πλαίσιο συζήτησης για τις επιπτώσεις μιας παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης και την πίεση που ασκείται στις ευρωπαϊκές οικονομίες.
Ο κ. Καιρίδης, τακτικός καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, υποστήριξε ότι η Ευρώπη, παρότι «έχει άνθρακα», δεν διαθέτει την ίδια επάρκεια σε φυσικό αέριο και παραμένει εκτεθειμένη στο κόστος του. Στο σημείο αυτό παρέθεσε συγκεκριμένους αριθμούς, λέγοντας ότι «σήμερα η Ευρώπη πληρώνει 50 ευρώ τη μεγαβατώρα, όταν στην Αμερική είναι 10», κάνοντας λόγο για διαφορά πέντε φορές. Κατά τον ίδιο, αυτή η απόκλιση πλήττει “βάναυσα” την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και μεταφέρεται ως επιβάρυνση συνολικά στις ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Με αφορμή τις συζητήσεις για μέτρα αντιμετώπισης της ενεργειακής πίεσης, ο Δημήτρης Καιρίδης αμφισβήτησε ότι οι λύσεις μπορούν να περιοριστούν σε προτάσεις αλλαγής καθημερινών συνηθειών, υποστηρίζοντας ότι τέτοιου τύπου παρεμβάσεις είναι δύσκολο να εφαρμοστούν σε ευρεία κλίμακα. Στο ίδιο πλαίσιο, έθεσε το ερώτημα εάν στις Βρυξέλλες εξετάζεται η άρση ή χαλάρωση των αντικινήτρων/«ποινών» στη χρήση άνθρακα, ώστε για ένα διάστημα να μπορέσουν να ξαναλειτουργήσουν λιγνιτικές και ανθρακικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής στην Ευρώπη, ως λύση που θα μπορούσε να ενισχύσει την επάρκεια και να περιορίσει την πίεση από το υψηλό κόστος του αερίου.
Από την πλευρά της ανταπόκρισης από τις Βρυξέλλες μεταφέρθηκε ότι η παρέμβαση του κ. Καιρίδη έχει «σωστή βάση», ωστόσο επισημάνθηκε ότι μια πιο καθαρή στροφή προς άνθρακα ή λιγνίτη θεωρείται πολιτικά δύσκολη και συναντά αντιστάσεις σε αρκετά κράτη-μέλη, τα οποία δίνουν προτεραιότητα στους περιβαλλοντικούς στόχους. Παράλληλα, έγινε αναφορά σε κλίμα απογοήτευσης μεταξύ των δημοσιογράφων, καθώς αναμένονταν πιο συγκεκριμένες ανακοινώσεις για μέτρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά τελικά παρουσιάστηκαν κυρίως προτάσεις που αποδίδονται στον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, οι οποίες –όπως σημειώθηκε– μπαίνουν πλέον «πολύ σοβαρά» στο τραπέζι και προωθούνται προς υιοθέτηση.































