του Θεόφιλου Πετρίδη, δικηγόρου
Είχα γράψει πριν μερικά χρόνια κείμενα για τη ζωή, την εντιμότητα και την αφιλοχρηματία του γενναίου στρατηγού Νικολάου Πλαστήρα που έλαβε μέρος σε πολλούς πολέμους της Ελληνικής φυλής και ιδίως στη Μικρά Ασία, όπου κατόρθωσε να σώσει όχι μόνο την δική του στρατιά, αλλά και πολλά διαλυμένα συντάγματα καθώς και πολλούς πρόσφυγες τους οποίους η τότε κυβέρνηση των Αθηνών (η κυβέρνηση εκ των εξ) δεν ήθελε τον επαναπατρισμό.
Μεταφέρω μερικά αξιόλογα συμβάντα της ζωής του, τα οποία χαρακτηρίζουν τον άντρα και τον καθιστούν παράδειγμα προς μίμησιν για τους σημερινούς κηφήνες της πολιτικής που δεν θέλουν ούτε στο ελάχιστο την μείωση του υπέρογκου μισθού των και των άλλων παροχών που έχουν από το κράτος.
Είχε αδελφό άνεργο, αλλά και αυτόν τίμιο. Και όταν κάποτε ο αδερφός του πήγε στην εφημερίδα <<Νέα>> και εδημοσίευσε μία αγγελία ότι είναι πτυχιούχος ανώτατης σχολής (ΑΣΟΕ) και γνωρίζει καλά δύο ξένες γλώσσες και ζητεί εργασία, ο συντάκτης της εφημερίδος εντυπωσιάσθηκε όταν πληροφορηθήκαμε ότι ήταν αδελφός του Πρωθυπουργού και τιμημένου στρατηγού Νικολάου Πλαστήρα. Όταν ο Πρωθυπουργός Νικόλαος Πλαστήρας το έμαθε, τον επέπληξε και τον απηγόρευσε να αναλάβει αυτήν την εργασία λέγοντάς του, ότι υπάρχουν άλλοι πιο φτωχοί από αυτόν και δεν πρέπει να τους πάρει τη θέση, λέγοντάς του: <<Κάτσε εδώ να μοιραζόμαστε το φαγητό μου>>.
Ο Πρωθυπουργός Πλαστήρας – έπασχε από φυματίωση – και έμενε σ’ ένα μικρό σπιτάκι, κοντά στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Του πρότειναν να του βάλουν ένα τηλέφωνο, δίπλα στο κρεβάτι του, αλλά αυτός ηρνήθη λέγοντας: <<Μα τί λέτε; Η Ελλάς πένεται και εμένα θα με βάλετε τηλέφωνο;>>
Επειδή η τροφή του ήταν ψωμί και ελιές και σπανίως λίγο τυρί, οι γείτονές του, του υπενθύμιζαν ότι είχε ανάγκη καλύτερου φαγητού λόγω της ασθένειας του, εκείνος (ο Πρωθυπουργός) τους απαντούσε: <<Τί κάνω σκάβω, για να καλοτρώγω;>>
Ο δημοσιογράφος Βάσος Τσιμπιδάρος, περιέγραψε στον τύπο το εξής περιστατικό: Κάποτε ο στενός του φίλος Γιάννης Μοάτσος, είχε πάρει την πρωτοβουλία να εξασφαλίσει στον Πρωθυπουργό και στρατηγό Πλαστήρα μία μόνιμη στέγη. Πήγε λοιπόν σε μία τράπεζα και μίλησε με τον Διοικητή της. Ο Διευθυντής της τραπέζης εξεπλάγη. <<Δεν έχει σπίτι ο Πρωθυπουργός κ. Πλαστήρας;>> <<Βεβαίως και θα του δώσουμε δάνειο με τους καλύτερους όρους!>>. Όμως ο έντιμος Πρωθυπουργός δεν το δέχτηκε.
Ο Δημήτριος Λαμπράκης, διευθυντής του ‘’Βήματος’’ δώρισε στον Πλαστήρα ένα ωραίο χρυσό στυλό, αλλά ο Πρωθυπουργός δεν το απεδέχθη. <<Εγώ δεν βάζω χρυσές υπογραφές. Μου φτάνει ο δικός μου ταπεινός στυλός>>. Με προσβάλετε κύριε Πρωθυπουργέ απάντησε ο δημοσιογράφος. Δεν θέλω δώρα, Δημήτρη, ήταν η απάντηση του Πλαστήρα. Διότι τα δώρα φέρνουν και αντίδωρα>>.
Το 1952, πρωθυπουργός ήταν ακόμη ο Πλαστήρας, αλλά ήταν κατάκοιτος από την ασθένεια που τον βασάνιζε, όταν μια μέρα δέχτηκε την επίσκεψη της βασιλίσσης Φρειδερίκης. Μπαίνοντας η Βασίλισσα στο λιτό δωμάτιό του, εξεπλάγη όταν είδε τον Πρωθυπουργό να χρησιμοποιεί ράντζο για τον ύπνο του, και τον ρώτησε έκπληκτη: <<Γιατί κύριε Πρωθυπουργέ το κάνετε αυτό;>> Και η απάντηση του Πλαστήρα ήταν αφοπλιστική. <<Συνήθισα, μεγαλειοτάτη, το ράντζο από το στρατό και δεν μπορώ να το αποχωριστώ.>>
Ο στρατηγός Σαμψών, περιγράφει τα ακόλουθα:
Όταν πέθανε ο Πλαστήρας, δεν άφησε πίσω του σπίτι, ακίνητα ή καταθέσεις σε τράπεζες. Ένα δεκαδόλαρο και 50 δραχμές στην προσφυγοπούλα ψυχοκόρη του.
Στις 26-7-1953, που <<μετάβη εις τας αιωνίους μονάς>> τον έντυσαν το νεκρικό κουστούμι που το αγόρασε ο φίλος και βουλευτής του κόμματος του Διονύσιος Καρρέρ – γιατί ο ίδιος τα 9 δέκατα του μισθού του τα προσέφερε διακριτικά σε άπορους και ορφανά – ο δε γιατρός, που ήταν παρών και υπέγραψε το σχετικό πιστοποιητικό θανάτου, μέτρησε στο ταλαιπωρημένο σώμα του: 27 ουλές από σπαθιές και 9 σημάδια από βλήματα.
Αυτά πρέπει να τα διαβάσουν ο κηφήνες πολιτικοί, που ενώ ο λαός πένεται, αυτοί αρνούνται και την ελάχιστη περικοπή των μισθών τους.
Αλλά θα συνεχίσω και στο επόμενο




























