Γράφει ο Δημήτρης
Χρ. Βλαχοπάνος
Στα 32 ποιήματα της συλλογής «Θαμμένος στην άμμο» ο Γρηγόρης Σακαλής αποτυπώνει την προσωπική του αγωνία για την τραγική θέση του ανυπεράσπιστου ανθρώπου μέσα στο σύγχρονο κόσμο. Μια σειρά κάδρα οι συνειδήσεις κι ο καθοδηγητής γλυκός κήρυκας που – καλυμμένος – κρύβει επιδέξια πίσω του χειροπέδες. Μα κάποτε το μελίσσι ξυπνά και πνίγει μέσα στο μέλι του τους κηφήνες.
Παρότι ο τίτλος της συλλογής δημιουργεί αμέσως την εικόνα ενός οριστικού και αναπόδραστου δράματος και προδιαθέτει τον αναγνώστη για μια ελεγεία της εποχής μας, εντούτοις ο ποιητικός λόγος αποκαλύπτεται στις μέσα σελίδες ανατρεπτικός. Πρόκειται για μια ποίηση διαμαρτυρίας εναντίον κάθε κατεστημένου. Στο βαθύτερο υπόστρωμα, ωστόσο, των στίχων διαφαίνεται ένας αυτοσαρκαστικός τόνος και μια λεπτή ειρωνεία –δείγμα μια συνολικής άποψης του ποιητή για την πραγματικότητα και τη δύναμη που αυτή κρύβει: «δέκα χρόνια/ καταναγκαστικής μάθησης/ σε πνευματικό γκουλάγκ/ σε συμμορφώνουν./ Είσαι πλέον έτοιμος / να εκτελείς βοηθητικές εργασίες/ στο περιθώριο της αποικίας», σπεύδει να διευκρινίσει συνομιλώντας με τον αναγνώστη – αλλά ίσως και με τον εαυτό του – στο πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής. Ανάλογο είναι το πνεύμα και στο τελευταίο ποίημα, καθώς με τον ίδιο τρόπο αποφαίνεται: «θα είσαι ελεύθερος/ μέσα στα κάγκελα/ διακοσμητικό στοιχείο/ στις κοσμικές βραδιές/ στα πλούσια σπίτια τους».
Ο Γρηγόρης Σακκαλής γράφει ποίηση κοινωνική και πολιτική με έντονο το στοιχείο της υπαρξιακής αγωνίας των νέων που μάχονται. Ακριβώς γι’ αυτό ο ποιητής αφιερώνει τη συλλογή του «στους νέους που χάθηκαν άδικα». Προφανώς για το όνειρο ή με το όνειρο ενός δίκαιου κόσμου. Γιατί κανείς άλλος δεν κινδυνεύει όπως αυτοί μέσα σ’ ένα σκληρό τοπίο που κλυδωνίζεται από συγκλονιστικές αντιθέσεις και το νέμονται ανήμερα θηρία. «Κοιτάζω ολόγυρα/ αρχαίες μάσκες σπασμένες/ κοιτάζω ψηλά/ οι αποστάσεις τεράστιες/ βλέπω κάτω/ είμαι χώμα/ ουρλιάζω βοήθεια/ και κάποιος φαίνεται/ να ’ρχεται από μακριά/ σαν αντικατοπτρισμός», εξεγείρεται στο ποίημα «Φέγγει ο ήλιος θαμπά στην αγάπη που στέγνωσε». Και πιο κάτω, στο ποίημα «Μέσα στην πόλη οι λύκοι ουρλιάζουν», ο λόγος του γίνεται καταγγελτικός που πέφτει σαν μαστίγιο στο πρόσωπο της πολιτικής αγυρτείας και των εκφραστών της: «αργυραμοιβοί και κολλυβιστές/ ιεροφάντες και τελετάρχες/ κατέχουν και νέμονται./ έχουν έφιππους και λογχοφόρους/ ραβδούχους με σειρήτια./ Κρεμάνε αγχόνες για τους παραβάτες/ αστράφτουν τα γλέντια τους/ μα η λάμψη τους/ λίγο – λίγο σβήνει/ κάθε μέρα».
Αλλά ο Γρηγόρης Σακαλής αποκαλύπτεται μέσα από την ποίησή του ως μια ανήσυχη και ταυτόχρονα μοναχική φύση, αρνούμενη να υποκύψει στο σύγχρονο κόσμο και να συμβιβαστεί μαζί του, αν και κατά βάθος γνωρίζει πως δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Γιατί η μοναξιά «είναι τρέλα, είναι θάνατος». Ή «η μοναξιά είναι κατοχή και θέλει αντάρτικο». Ο ποιητής κρατά τις αποστάσεις για να έχει μια διαυγέστερη εποπτεία του κόσμου του, αλλά ο ποιητής δεν παύει να είναι μέρος αυτού του κόσμου, όσο κι αν τον αρνείται ή τον σχεδιάζει αλλιώς στην ψυχή του. Με τη διαφορά πάντα πως έχει συνοψίσει την εικόνα του κόσμου και η σκέψη του μετακινείται αυτόματα σε όλα τα μήκη του και τα πλάτη του, δίνοντας έτσι στον ποιητικό στοχασμό του μια διάσταση συμπαντική. Ο ποιητής βρίσκεται ταυτόχρονα στη Νάουσα, τη Βέροια, την Κατερίνη, αλλά βρίσκεται και στη Σομαλία, στη Βαγδάτη, στο Πακιστάν, στις Φιλιππίνες, στην Πορτογαλία, στο Θιβέτ, στο Πεκίνο. Γιατί το δωμάτιο ή το γραφείο ή το τραπέζι του μεταμορφώνεται και κινείται εκτός ορίων τόπου και χρόνου.
Έτσι ο ποιητής έχει απάντηση. Ποιητική απάντηση. Απομένει η φυγή, η απόδραση. Πριν μας ισοπεδώσει το σύστημα και περάσουμε στην ανυπαρξία με την ενσωμάτωση και την απόλυτη αλλοτρίωση, όπως η περίπτωση του στρατιώτη Βασίλη που το όνειρό του ήταν η άδεια, το πέταγμα προς την ελευθερία, και στο τέλος «δεν ήθελε/ να φύγει απ’ το στρατό/ ο Μπίλης/ φαντάρος ανεπιστρεπτί». Ή του αντιφατικού καημένου φίλου που κατηγορεί το αφεντικό του, αλλά εντέλει «γλύφει το κόκαλο» που εκείνος του πετά και μπαίνει «στο σπίτι – κλουβί» πάλι για να αισθανθεί ασφαλής.
Λύση η εξέγερση και η ρήξη, λύση το κορίτσι που χάθηκε και ακολουθούμε τα ίχνη του, η τρυφερότητα του έρωτα, το πέταγμα του ονείρου, η έξοδος, το ταξίδι πάνω σε δυο άσπρα άλογα που θα καλπάζουν «μέσα σε πράσινες βουνοκορφές/ πέρα απ’ τις σκονισμένες χυδαίες πολιτείες/ στου ονείρου τις πηγές». Λύση το ταξίδι «της ζωής και του θανάτου». Η φυγή είναι αμάχητη ανάγκη της ψυχής. Κάθε ανθρώπου. Μα πιο πολύ του ποιητή. Φυγή ως ένα ξύλινο έστω σώμα ή ως μια «βάρκα προς την Αχερουσία». Ο ποιητής αναζητά τη κάθαρση και τη λύτρωση στην απόδραση και την εξέγερση, ατομική και συλλογική, από αυτό που του επιβάλλεται ή από αυτό που ο ίδιος έχει επιτρέψει να του επιβάλουν.
Αλλά ο ποιητής δεν τρέφει αυταπάτες. Το ξέρει και το θυμίζει αδιάκοπα στον εαυτό του με τα λόγια του Κ. Π. Καβάφη: «πάντα στην πόλη αυτή θα φθάνεις». Ο Γρηγόρης Σακαλής ομολογεί εντέλει πως «Όπου κι αν πας/ ίδια είναι τα σκυλιά/ που θα σε κλέβουν». Γι’ αυτό και προτείνει: «Μείνε εδώ. Πάλεψε εδώ».
Ο Γρηγόρης Σακαλής ζει στο Στενήμαχο Νάουσας. Σπούδασε Νομικά στο ΑΠΘ. Δημοσιεύει ποιήματα σε εφημερίδες και περιοδικά των Ν. Ημαθίας και Κοζάνης και στα περιοδικά Δέκατα και Βακχικόν. Το 2008 εκδόθηκε από το Πλανόδιον η πρώτη του ποιητική συλλογή «Κίβδηλος καιρός».



























