Γράφει ο Δημήτρης
Χρ. Βλαχοπάνος
Μέσα στο σπίτι πεθαίνεις από την πανούκλα.
Έξω απ’ το σπίτι πεθαίνεις από κρύο.
Πού έμεινε να πάμε;
(Μπέρτολτ Μπρεχτ – Γερμανία 1945)
Κάθε πράγμα καταστρέφεται απ’ τις υπερβολές του. Η δημοκρατία όπως τη μάθαμε κι όπως η γενιά μας τη φιλοτέχνησε κλείνει τον κύκλο της. Πεθαίνει. Μια δημοκρατία διαφορετική εμφανίζεται προ των πυλών μας. Που φοβίζει.
Ίσως η χαρά και η λύπη δεν αφήνουν περιθώρια για σοβαρή σκέψη και βαθιές ερμηνείες. Ίσως η αίσθηση της νίκης και η απογοήτευση της ήττας σπρώχνουν προς τα κάτω την αλήθεια και μεταθέτουν γι’ αργότερα ή αναθέτουν σε άλλους την επεξεργασία των στοιχείων και τη μελέτη της πραγματικότητας όπως αυτή διαμορφώνεται πλέον. Αλλά αυτή η αλήθεια δεν κρύβεται επ’ άπειρον και δε χάνεται. Βγαίνει μια μέρα μπροστά μας απρόσμενα και μας πελεκάει με τη δριμύτητα της εκδίκησης και της σκληρής τιμωρίας.
Βρισκόμαστε πλέον στο πιο κρίσιμο σταυροδρόμι. Το εκλογικό σώμα συρρικνώνεται και πιστεύει πως η συμμετοχή του στις διαδικασίες είτε είναι άνευ σημασίας είτε νομιμοποιεί διεργασίες πονηρές και προσοδοφόρες για τους ενδιαφερόμενους. Για τους υποψήφιους, απ’ την άλλη, ζητούμενο είναι να βγούνε και να πιάσουνε τις καρέκλες και δεν πα’ να τους ψήφισαν δεκαπέντε. Αρκεί που τους άλλους τους ψήφισαν δεκατέσσερις.
Η πολιτική ζωή και το πολιτικό σύστημα μοιάζει να αποκόπτεται από την κοινωνία και να μετατρέπεται σ’ ένα νησί, που απομακρύνεται λίγο – λίγο απ’ την υπόλοιπη ήπειρο των ανθρώπων και των αναγκών τους. Η πολιτική ζωή δε συγκινεί, δεν ενδιαφέρει, δεν έλκει. Το αντίθετο, μάλιστα! Το κυριότερο: απογοητεύει. Και συχνά εξοργίζει. Οι πολιτικοί εκπρόσωποι του λαού βιώνουν μια περίεργη και ιδιότυπη μοναξιά. Χωρίς πολίτες δεν έχουν πολιτικό ρόλο. Έχουν, ωστόσο, μισθούς, έχουν αποζημιώσεις, διευκολύνσεις, ατέλειες, ασυλίες, ενισχύσεις παντός είδους. Και φαίνεται πως το χάσμα που μεγαλώνει γεφυρώνεται με υλικές αμοιβές και διάφορες άλλες απολαβές.
Ο πολιτικός – ο βουλευτής, ο υπουργός, ο υφυπουργός, ο γενικός, ο έτσι, ο αλλιώς – εξελίσσεται πλέον σε έναν επαγγελματία πολιτικό, που δημιουργεί την αίσθηση στους πολίτες πως ζει απ’ τις αμοιβές του και ζει για τις αμοιβές του. Τα πράγματα λειτουργούν σα να βρίσκονται μέσα σ’ έναν μεταφυσικό μανδύα. Η βουλή αποφασίζει να αυξήσει την αποζημίωση των βουλευτών, να συμπληρώσει την απώλεια του εισοδήματος των βουλευτών, να παράσχει τις τάδε διευκολύνσεις στους βουλευτές, να μοιράσει τόσα χρήματα ως έκτακτο επίδομα στους βουλευτές, να προσλάβει τόσους υπαλλήλους για τους βουλευτές κλπ.
Αλλά κοιτάζοντας τα πράγματα αλλιώς, αντιλαμβάνεται κανείς πως δεν αποφασίζει η βουλή η απρόσωπη και η απρόσιτη. Αποφασίζουν οι βουλευτές. Δηλαδή κάποιοι συζητούν στο περιστύλιο τα δικά τους, κάποιοι σκέφτονται, κάποιοι γράφουν, κάποιοι εισηγούνται και κάποιοι ψηφίζουν. Και κάποιος ή κάποιοι υπογράφουν για να γίνει όλη αυτή η διαδικασία νόμος του κράτους. Τι καταλαβαίνουν, λοιπόν, όλοι αυτοί; Καταλαβαίνουν πως ο λαός συμφωνεί, πως ο λαός εγκρίνει, πως ο λαός χαίρεται;
Οι βουλευτές – και συνολικότερα οι επαγγελματίες πολιτικοί – αποτελούν πλέον μια κάστα. Υπάρχει μεταξύ τους κατανόηση και αλληλεγγύη, αναφορικά κυρίως με τις αμοιβές τους και τις διευκολύνσεις τους, ενώ η διαφορετικότητα των παρατάξεων στις οποίες ανήκουν είναι απλά ένα πρόσχημα, ένα εύστοχο άλλοθι, ένα παραβάν, με διαφορετικά πάνω του χρώματα, αλλά με τον ίδιο μέσα του ρόλο. Το ζήτημα είναι πως η – λεγόμενη – εθνική αντιπροσωπεία ή καταπατά πρώτη αυτή τους νόμους που ψηφίζει ή φροντίζει για τον εαυτό της με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι νόμιμες οι πράξεις της και ας μην έχουν κανένα ηθικό υπόβαθρο.
Η πολιτική ζωή, ωστόσο, έτσι ή αλλιώς, είναι μια σημαντική καθημερινή πράξη με πολλαπλές και ποικίλες διακυμάνσεις και επιδράσεις στην ατομική και συλλογική δράση. Είναι ποσότητα και ποιότητα που επενδύεται και κεφαλαιοποιείται. Η αποχή – κυρίως αυτή – δε βλάπτει το σύστημα. Γιατί το σύστημα νοιάζεται για διαχειριστές. Για την ύπαρξη ομάδων, εκλεγμένων ή μη, που θα διαχειρίζονται κατά τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντά του. Το παν είναι να εισπράττονται οι φόροι και να λειτουργεί γενικώς η μηχανή της παραγωγής, της κατανάλωσης και του κέρδους. Το παν είναι να γίνονται επενδύσεις. Και οι επενδύσεις γίνονται άνετα και φέρουν γρήγορα κέρδη, όταν οι πολίτες απέχουν και δε νοιάζονται. Γιατί, συν όλα τ’ άλλα, οι επενδύσεις δεν είναι αθώες και άσχετες με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, με την καταστροφή των μνημείων ή με την ποιότητα ζωής των ανθρώπων. Και το περιβάλλον, η δημόσια περιουσία, τα δημόσια αγαθά μετατρέπονται πολύ εύκολα σε ιδιωτικό κεφάλαιο, όταν οι πολίτες απέχουν και πιάνουν την άκρη.
Αλλά η αποχή βλάπτει τη δημοκρατία. Βλάπτει το ίδιο το κοινωνικό σώμα. Κι αυτούς που μετέχουν και αυτούς που απέχουν. Και τους βλάπτει γιατί ο εθνικός ή κοινωνικός πλούτος γίνεται πλούτος ατομικός, γιατί φράζεται το ποτάμι και το νερό του γίνεται ρεύμα προς πώληση, γιατί μολύνεται η θάλασσα καθώς γίνεται δεξαμενή αποβλήτων, γιατί σκάβεται η πλατεία και γίνεται υπόγειο ιδιωτικό πάρκιν. Αλλά και γιατί, καθώς μεγαλώνει το σώμα των απεχόντων, δυναμώνει το σώμα των ιθυνόντων, οι οποίοι πλέον μπορούν να μεταφράσουν την αποχή ως μεγαλύτερη άδεια για να δρουν χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν. Κι έτσι τα πράγματα εξελίσσονται και στερεοποιούνται ως μια αριστοκρατική δημοκρατία ή ως μια δημοκρατική ολιγαρχία, που λειτουργεί τύποις εν ονόματι του λαού, αλλά κατ’ ουσίαν εν ονόματι των συμφερόντων και της προσωπικής διαδρομής.





























