Το άρθρο γράφηκε περί το μεσημέρι της Κυριακής, γι’ αυτό και δικαιολογείται ο τίτλος του.
Οι «επαΐοντες» δεν κουράζονται να τονίζουν ότι πρόκειται για τις πιο κρίσιμες εκλογές, που θα καθορίσουν την πορεία της χώρας μας για δύο τουλάχιστον γενιές. Ζητούν μάλιστα όλοι αυτοί από ένα λαό αποχαυνωμένο από το καταναλωτικό όραμα επί τριακοντατετία, αγανακτησμένο πρόσφατα από την τροπή των πραγμάτων, πιεσμένο από πλήθος προσωπικών και οικογενειακών προβλημάτων να αρθεί στο ύψος της υπευθυνότητας και να ψηφίσει με υψηλή τη συναίσθηση του χρέους του! Αλλά ο λαός, παρά το περί του αντιθέτου διατυμπανιζόμενο από τους δημαγωγούς, οι οποίοι πλεονάζουν στις ημέρες μας, αντιγράφει τους ηγέτες του. Ποια υπευθυνότητα αντικρίζουν σ’ αυτούς, ώστε να τους μιμηθούν; Ουδείς από τους ασκήσαντες την εξουσία κατά την τριακονταετία που διέρρευσε ανέλαβε την παραμικρή ευθύνη για το κατάντημα της χώρας. Και όμως ο λαός είναι απόλυτα πεπεισμένος ότι ευθύνες υπάρχουν και πρέπει να αποδοθούν. Γνωρίζει επίσης πως δεν θα αποδοθούν, διότι στη χώρα κυριαρχεί, και με νόμο μάλιστα, η ανευθυνότητα!
Παλαιότερα γινόταν σοβαρός λόγος για ιδεολογίες. Είναι αυτές, με βάση τις οποίες συγκροτούνταν οι κομματικοί σχηματισμοί και καλούσαν σε συστράτευση τον λαό, με συνέπεια τον βαθύ διχασμό αυτού με ανυπολόγιστες συνέπειες για τη χώρα. Βέβαια πολλές φορές οι προβαλλόμενες ως ιδεολογικές διαφορές ήσαν πλασματικές, ιδίως μεταξύ των κομμάτων εξουσίας. Όμως ο λαός δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί την εξαπάτηση, τυφλωμένος από τον φανατισμό, αναμειγμένο από ιδιοτέλεια άκρως συγκαλυμμένη, κατά το πρότυπο των ιδιοτελών διεκδικητών της εντολής του. Η αντιπαράθεση η άκρως οξεία μεταξύ των οπαδών των σχηματισμών εξουσίας αποτέλεσε το πλέον επώδυνο πλήγμα κατά της ενότητας του λαού. Αυτόν τον διχασμό η Ελλάδα τον πλήρωσε πανάκριβα: Με τη μικρασιατική καταστροφή!
Δεν ισχυριζόμαστε ότι μεταξύ των κομμάτων δεν υπάρχουν ιδεολογικές διαφορές. Μεταξύ κομμουνιστικών και αστικών κομμάτων υπάρχει χάσμα μέγα, αφού τα πρώτα επιδιώκουν την ανατροπή του συστήματος. Βέβαια το σύστημα δεν διακρίνεται από αφέλεια. Αν διέτρεχε τον κίνδυνο να ανατραπεί μέσω των εκλογών, θα τις είχε καταργήσει. Σ’ αυτό οι αναρχικοί έχουν απόλυτο δίκαιο. Το αστικό σύστημα εμφανίζεται πανίσχυρο και αλαζονικό μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού κόσμου. Μόλις δύο δεκαετίες όμως μετά το συμβάν δεν πείθει παρά ελάχιστους ότι είναι ένα σύστημα που μπορεί να ικανοποιήσει έστω και μικρές προσδοκίες των λαών. Οι προνομιούχοι λαοί, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο ελληνικός, εκμαυλισμένοι από τις παροχές του χάρη στα πλεονάσματα από την καταλήστευση και εκμετάλλευση των φτωχών λαών, παροχές που διέθετε προκειμένου να καταστέλλεται ο κομμουνιστικός κίνδυνος, ο ορατός ιδιαίτερα μεταξύ των μεσογειακών λαών (το γιατί δεν απασχόλησε ποτέ τους οραματιστές της ανατροπής), δεν είχαν λόγους να θεωρούν το σύστημα εχθρικό. Αυτό τους έμαθε να αναλύουν τα πάντα με βάση τον οικονομικό παράγοντα: Έχουμε αγοραστική δύναμη; Περνούμε καλά! Τα λοιπά δεν μας ενδιαφέρουν. Ακόμη και ο τελευταίος προεκλογικός αγώνας εστιάστηκε, παρά την ολοφάνερη κώπωση του εκλογικού σώματος, στην ανάλυση οικονομικών θεμάτων και ιδίως στο ψευτοδίλημμα: Ευρώο ή δραχμή; Αφού γνωρίζουν ότι με βάση την καταναλωτική ευρωστία θα προσέλθουν οι πλείστοι στις κάλπες, επιδιώκουν οι μεν να προσεταιριστούν τους έχοντες και οι άλλοι τους αποκλήρους. Για παιδεία θα συζητούμε τώρα, για οικογένεια και δημογραφική συρρίκνωση, για Θράκη, Μακεδονία και Κρήτη. Ως μαϊντανός προστίθεται το θέμα της λαθρομετανάστευσης, επειδή αυτό θρέφει τον νέο ιδεολογικό αντίπαλο του κλασικού πολιτικού φάσματος. Αλλά ουδείς αναγνωρίζει ότι η άνοδος του ολοκληρωτισμού, οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην πολιτική του συνόλου των κομμάτων της Βουλής κατά τη μεταπολίτευση.
Τα λαλίστατα ΜΜΕ, που προβάλλουν την παρακμή μας υπό οποιαδήποτε έκφανσή της, δεν παραλείπουν να γνωστοποιούν τις προειδοποιήσεις του ευρωπαϊκού διευθυντηρίου προς τους Έλληνες να είναι προσεκτικοί και ψύχραιμοι, ώστε να αποφύγουν να ενισχύσουν αντιευρωπαϊκές δυνάμεις. Αλλά το ευρωπαϊκό διευθυντήριο, υποχείριο των τραπεζιτών και του κεφαλαίου, εκδηλώνεται καθημερινά εχθρικό προς τους λαούς της Ευρώπης, ιδιαίτερα του Νότου, εκεί όπου το αίσθημα της κοινωνικής δικαιοσύνης είναι πιο ανεπτυγμένο, γι’ αυτό και η συμπάθεια προς τον σοσιαλισμό μεγαλύτερη. Είναι αυτοί οι λαοί οι πλέον θρησκεύοντες της ηπείρου (Το συνειδητοποιούν αυτό οι μαρξιστές και κομμουνιστές, που παπαγαλίζουν ότι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού, τώρα, τουλάχιστον, που το αστικό σύστημα, με τη μορφή της παγκοσμιοποίησης, δείχνει να μη χρειάζεται τη συμπαράσταση των «χριστιανών» της προδοσίας και της παρακμής;).
Ο λαός φαίνεται να τιμωρεί αυστηρά τους σχηματισμούς εξουσίας και πρωτίστως το κίνημα που επαγγέλθηκε το μεσσιανικό όραμα της κοινωνικής αλλαγής. Μετακινείται και συμβάλλει στην ισχυροποίηση ενός συνονθυλεύματος, αναμφισβήτητα αστικού τύπου, το οποίο δεν διαθέτει τον «χαρισματικό» και συνάμα αυταρχικό ηγέτη, ο οποίος με διαγραφή απομάκρυνε καθένα που είχε διαφορετική από την άποψή του (πλήν του διαδόχου του!), η οποία πολιτική κατέληξε κατά την περίοδο της διαδοχής του σε πλήρη ταύτιση με την άλλη της «συντήρησης», η οποία έπαψε, επί τέλους για τους «προοδευτικούς», να προβάλλει τα «ιδεολογήματα» περί θρησκείας, πατρίδας και οικογένειας! Και ισχυρή ομάδα του «δεξιού» χώρου φαίνεται να μην ανέχεται την εκποίηση των αξιών της χώρας και αντιδρά κινούμενη προς τον χώρο του ολοκληρωτισμού, που βρίσκεται παντελώς έξω από την ορθόδοξη παράδοση, η προς τον άλλο ενός νεοπατριωτισμού αμφιβόλου αντοχής.
Ο αντιμνημονιακός χώρος κάθε άλλο παρά δίνει ελπίδα συνεργασίας. Αλλά ακόμη και αν πρυτάνευε η σωτηρία της πατρίδας (τώρα τελευταία ακούγεται ο όρος και εκτός γηπέδων), θα ήταν δυνατόν να αντισταθεί ο μισός λαός στο σύστημα, όταν ο άλλος μισός αποδέχεται να διαδραματίζει ρόλο χοίρου στο χοιροστάσιο του Νότου. Ο ελληνικός λαός χωρίς ηγέτες ικανούς να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων οδεύει ασυνείδητα προς έναν νέο διχασμό.
Σκέψεις, προτάσεις, αναλύσεις, οραματισμοί, ελπίδες ερήμην του Θεού, ο οποίος απλώς μας βοηθά κάπου κάπου να κερδίζουμε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Βιώνουμε την παρακμή και είμαστε υποχείρια των δημίων μας. Το κατανοούμε;
«ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ»





























