ΤΟΥ ΑΘΗΝΟΔΩΡΟΥ
ΤΑΝΙΔΗ
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το περισπούδαστο και περίλαμπρο αυτό πνευματικό κέντρο του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, συμπλήρωσε δέκα πέντε αιώνες επίσημης πολυσήμαντης και πολυτάραχης ζωής. Οι εννέα πρώτοι (5ος-14ος), ανήκουν: αφ` ενός μεν σε οργανωτικά και λειτουργικά (θρησκευτικά και κοινωνικά) καθήκοντα, με κέντρο την μεγάλη του γένους εκκλησία της του θεού Σοφίας και επίκεντρο τον λόγο του Χριστού και τις διακηρύξεις των μεγάλων πατέρων της εκκλησίας, αφ` ετέρου δε την ομαλοποίηση των σχέσεων και της κοινωνικής ζωής των λαών της βυζαντινής κυριαρχίας. Οι τέσσεροι επόμενοι (15ος-18ος), ανήκουν στην μαύρη σκλαβιά, με τα μύρια όσα βάσανα και διώξεις, από τον αγαρηνό δυνάστη, ωστόσο, αγωνιζόμενο, ως παράγοντας εθναρχικός και καθοδηγητικός, για την στήριξη, διατήρηση και ολοκλήρωση της εθνικής συνειδήσεως των ραγιάδων. Οι τελευταίοι δύο (19ος-20ος), ανήκουν σε μία «ομαλοποιημένη», κατά κάποιο τρόπο κατάσταση, με έδρα το απλό και ειρηνικό Φανάρι, πορευόμενο έναν νέο δόλιχο, με θάρρος και ψυχραιμία.
Διήλθε, πράγματι το Φανάρι (Οικουμενικό Πατριαρχείο), μία μεγαλεπήβολη και ακανθώδη πορεία. Επετέλεσε και επιτελεί μία υπερμεγέθη αποστολή στην παγκοσμιότητα Διέδωσε και διαδίδει την αγάπη και την ειρήνη. Γι` αυτό, όταν μιλάμε για το Φανάρι, πρέπει πρώτα να βαφτίζουμε το μυαλό μας στην κολυμβήθρα της εθνικής και κοινωνικής συνειδήσεως, να βουτάμε την πέννα μας στο αίμα της καρδιάς μας. Ο λόγος μας, πρέπει να εκφράζει το βαθύ, το δύσκολο, το αιώνιο και το μυστικό του χωροχρόνου. Να σκεπτόμαστε, δηλαδή και να δημιουργούμε «ενδιάθετον λόγον». Ο γραφέας κάλαμος, που απευθύνεται με επίσημο ή ανεπίσημο λόγο στην ιστορία, ή στην αποστολή του πατριαρχείου, ή στον πατριάρχη του Γένους, στο Φανάρι εν γένει, πρέπει να έχει κατά νουν την μεσαιωνική (πρώιμη και ύστερη) και νεώτερη εθνική και κοινωνική του πορεία και προσφορά και να δημιουργεί «ενδιάθηκον λόγον». Να είναι με άλλα λόγια, βαθύς γνώστης της αποστολής και των ιερών διαθηκών και των εθνικών παρακαταθηκών του Φαναρίου. Να ξέρει και να αισθάνεται, ότι ο χρόνος στο Φανάρι μετριέται με την αιωνιότητα. Να νιώθει ότι ο λόγος του προσλαμβάνει σοβαρές διαστάσεις, ίσως πολλές φορές και μυστηριακές αναλύσεις, ή καταθέσεις. Γιατί το Φανάρι, ως μεγάλη του Χριστού έδρα και εκκλησία, με την ιστορία του, την προσφορά του στον νεώτερο ελληνισμό και την αποστολή του, ταυτίζεται με την αϊδιότητα. Και «όπερ τοις υπό χρόνον, ο χρόνος, τούτον τοις αϊδίοις αιών».
Το Φανάρι, μέσα σε μία πύκνωση του χρόνου, στην ιερότυπη υπαρκτότητά του, στέφεται από μία ακατανίκητη δύναμη, από μία δεδομένη κραταίωση. Καλύπτεται από μία υπερκόσμια ευλόγηση θα μπορούσε να πει κανείς. Από μία χάρη και ανεξίτηλη αίγλη του θετικού και του προαιώνιου λόγου. Του ορθού λόγου, που σχηματίζεται ανά πάσα στιγμή, σε νοερές και ασύλληπτες αρχές και δυνάμεις. Αυτές, που ο υμνογράφος τις τόνισε έντονα και τις αποκάλεσε «αίμα και πυρ και ατμίδα καπνού» και η θεολογία τις ερμήνευσε ως « σταύρωση και πυρ της Θεότητος και Άγιο Πνεύμα».
Έτσι λοιπόν, η συνείδηση που πυρακτώνεται από τον θεήγορο αυτό τρίφλογο λόγο του Φαναρίου, γίνεται ενδημική, επώνυμη και ατσάλινη. Γίνεται «φαναριώτικη αέναη εθνική συνείδηση», που σημαίνει ιεροτραγική και φρικτωδούσα συνείδηση, υπερχρόνια και παραδοσιακή, άκρως υπεύθυνη, έναντι του χρόνου και του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, αλλά και του ιεραποστολικού θεσμού. Γίνεται ο «εσώτατος λόγος», κατά τον Ωριγένη, ο κριτής της διακονίας του θρόνου, αλλά και ο πρώτος συνεργός, που πρέπει να τον ενσαρκώσει και να τον εκφράσει όπου γης. Γίνεται, πράγματι, ο πρωτοσέβαστος και ο πρωτόβαθρος λόγος του Φαναρίου, δηλαδή ο λόγος της μεγάλης του Χριστού εκκλησίας, ο λόγος του Οικουμενικού Πατριάρχη.
Η φαναριώτικη συνείδηση, επενεργεί με το πνεύμα του «αεί παρόντος» και με την πείρα του παρελθόντος. Με την ώθηση της γνώσεως και της πράξεως, που βρίσκονται κατατεθειμένες και καλλιεργούνται συνεχώς στον λειτουργικό χρόνο του θεσμού. Η δε συνεχής χρηστική αξιολόγηση, της δίνει την αιωνιότητα, την εθιμική υπόσταση, ένα είδος εντελώς ξεχωριστό και τοπικό δημιούργημα συνειδήσεως, της φαναριώτικης συνειδήσεως. Γι` αυτό και η ανάγκη συνδέσεως της φαναριώτικης συνειδήσεως, με την επενέργειά της μέσα στα διάφορα εθιμικά μορφώματα της καθ` ημέρα πράξεως, είναι ουσιαστική. Είναι ουσιαστική και αποτελεσματική, γιατί συνιστά τον τρόπο της ενέργειας, τον παραδοσιακό βηματισμό, που πρέπει να διατηρείται συνεχώς και να μεθοδεύεται, να μη χάνεται η συνοχή ανάμεσα στις εποχές και στα γεγονότα, αλλά και στα πρόσωπα. Να μη χάνεται αυτό, που σε περιπτώσεις αστικών κοινωνιών λέγεται «εθνική μνήμη» ή «πατριωτική μνήμη». Η φαναριώτικη συνείδηση, δεν εμπεριέχει ασφαλώς μόνον θρησκευτικά ιδεολογήματα ιδιοπροσωπίας, αλλά περιλαμβάνει και αρχές ιστορικής ιδιαιτερότητας και κοινωνικούς ιδεολογισμούς. Έχει επικλήσεις μοναδικών καταβολών από τους πατερικούς και θεολογικούς φθόγγους οικουμενικών διαστάσεων, αλλά και από τις ιστορικές καταβολές του Γένους.
Με τις έννοιες αυτές, πλουτισμένη η ενάστερος φαναριώτικη σοφία, ακόμη και με νέα κοινωνικά ερεθίσματα, αντίκρισε την τρίτη χιλιετία, έχοντας ως οδηγό την διδασκαλία του Χριστού και τον «εσώτατον συνειδητόν λόγον», που εξωτερικεύεται από το πατριαρχικό Φανάρι και διαδίδεται από την «φαναριώτικη πατριαρχική συνείδηση», η οποία γαλουχημένη εσαεί, με το πατερικό ρίγος της «αεικινήτου ακινησίας», κατά τον Μέγα Βασίλειο, επιμένει στα φαναριώτικα θέσμια, για την «ιερή» Πόλη και των ιστορικών και θρησκευτικών εξελίξεων. Δεν θέλει με κανένα τρόπο, να έλθει το τέλος του χρόνου στην λειτουργία της ορθοδοξίας στην Πόλη, ούτε και της ρωμιοσύνης στην Πόλη κι` αυτή η θαυμαστή θέληση, δίνει το αέναο και ανεξάντλητο κουράγιο στην αγωνιστικότητα του πατριαρχείου, στην φαναριώτικη συνείδηση.
Σ` αυτήν την νέα εκατονταετηρίδα είναι αναμενόμενη η λάμψη της σύγχρονης φαναριώτικης συνειδήσεως και σοφίας, η οποία διασχίζει πράγματι τον δόλιχό της, όχι μέσα σε ιριδισμούς ευτυχισμένων κοσμικών εντάσεων, αλλά αντιθέτως, κάτω από ουρανούς πλήρεις όμβρων και κρίσιμες προσδοκίες. Η φαναριώτικη σοφία, που σήμερα είναι έτοιμη για ανάφλεξη αγάπης και λατρείας προς την ειρήνη, δεν παραλείπει να διαδίδει τις σκέψεις της και τον εσωτερικό της λόγο, προς όλο τον κόσμο, προκειμένου να λάβει γνώση αυτός, ακόμη και τα πλέον δύσκολα ορώμενα. Και ακόμη να λάβει γνώση όλος ο κόσμος την ύπαρξη της μικρής, αλλά και της μεγάλης ρωμιοσύνης και την διαχρονικότητά της, που στολίζεται, όχι μόνο με το μαύρο ράσο, αλλά και με τους οικτιρμούς του Θεού.
Η έκφραση της πατριαρχικής εμπειρίας, στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, που έλαβε χώρα στο τέλος του περασμένου αιώνα, ήταν μία ιστορική προσπάθεια διεξόδου από τις μελαγχολικές ροπές και καταστάσεις της ανθρωπότητας και μάλιστα σε συσχετισμό, με άλλες παρελθόντων αιώνων. Ήταν η έκλαμψη της φαναριώτικης σοφίας, όταν καλούσε τον πολιτισμένο κόσμο να προσέξει τους λόγους της. Γιατί σ` αυτούς –όπως είπε- «συγκεντρώνεται η ιστορία και η εμπειρία δέκα πέντε αιώνων». Γιατί αυτοί, εκπροσωπούν την «διαδοχήν του λόγου του Οικουμενικού Πατριαρχείου». Και γιατί αυτοί «συνεχίζουν την προσφορά νοήματος και ελπίδος πανανθρώπινης».
Αυτές οι επισημάνσεις με το υπόκαυστο βάθος τους, συνθέτουν και την ωδή της δόξας του θρόνου, αλλά και τους τίτλους τιμής του. Είναι οι κτύποι της καρδιάς, που αιμοδοτούν την φαναριώτική αποστολή και ολοκλήρου του ελληνισμού. Ακόμη κι` αν λίγοι πρόσεξαν, ότι μ` αυτούς τους λόγους η ορθοδοξία δήλωσε την συμμετοχή της στο πολιτικό και πολιτιστικό γίγνεσθαι του ευρωπαϊκού κόσμου.
Στο καθρέπτη της παλαιάς μαρμάρινης βρύσης του πατριαρχικού αυλόγυρου, υπάρχει μία ιστορική επιγραφή, που φέρει την χρονολογία 1798. Δηλαδή γράφτηκε μπροστά από διακόσια και πλέον χρόνια, στην εποχή της πρώτης πατριαρχίας του Γρηγορίου Ε.΄ Και δεν είναι μόνον έργο τέχνης, αλλά είναι και βαθυστόχαστη εκδήλωση φαναριώτικης συνειδήσεως της θεοσεβούμενης συντεχνίας των γουναράδων προς τον θρόνο και τον Χριστό. Από τους έντεχνα γλυμμένους στίχους του μαρμάρου, εισπνέουμε τρις την φαναριώτική σοφία. Γιατί βλέπουμε να γίνεται η προσφορά αυτή για τρεις λόγους, που αξίζει να έλθουν ευρύτερα στο φως.
• Πρώτο: Για να είναι η μεγάλη εκκλησία ενεργώς εις το διηνεκές όπως το τρεχούμενο νερό. Να είναι ο ασίγαστος και ζωντανός λόγο της. Να είναι: «του ελέους Κυρίου πλήρης»
• Δεύτερο: Για να τον δέχονται και να τον αφομοιώνουν όλοι οι άνθρωποι παντός γένους και εθνικότητος, όπως και την οικουμενική της μαρτυρία και μέριμνα. Και
• Τρίτο: Για να μη παύσουν ποτέ οι άνθρωποι να εύχονται, γι` αυτούς και τους μετέπειτα να είναι ενάρετοι, μιμούμενοι την αποστολή της μεγάλης του Χριστού εκκλησίας, η οποία είναι για όλους, μία εκ βαθέων ευχή «υπέρ» και «υπέρ» και «έτι».
Κρατούμε λοιπόν, με σεβασμό ως τριώδιο, τον κωδικοποιημένο αυτό χρόνο και την αλήθεια στο νου μας και λέμε στους Τούρκους. Το Φανάρι «ουκ αλλότριον γεγένηται, διαθήκης τε και κληρονομιάς». Και ακόμη, δίνουμε μία γενικότερη απάντηση στην γείτονα, η οποία δημιουργεί και πάλι, κατά την συνήθεια της, ανύπαρκτα ελληνοτουρκικά προβλήματα, τα οποία κρύβουν πάντοτε απώτερους στόχους. Γνωρίζουμε την πολιτική σας από το απώτερο παρελθόν και ως εκ τούτου οι νέες δηλώσεις και γραφίδες της νομενκλατούρας σας και των υψηλά ισταμένων προσώπων, δεν προσθέτουν κάτι το νέο, ούτε και μας ανησυχούν. Απλώς, συμπληρώνουν την αναχρονιστική σας νοοτροπία περί επεκτατισμού, μεγαλοϊδεατισμού και ακραίου αλυτρωτικού παντουρκισμού.




























