Μείωση πωλήσεων που προσεγγίζει σωρευτικά το 20% κατά το διάστημα 2009-2011, αλυσιδωτή «μετάδοση» της έλλειψης ρευστότητας σε όλους τους κλάδους των επιχειρήσεων, περιορισμένη έως ανύπαρκτη χρηματοδότηση από το τραπεζικό σύστημα, αλλά και η εξωστρέφεια ως κύριο χαρακτηριστικό των επιχειρήσεων που σημείωσαν καλές οικονομικές επιδόσεις, είναι ορισμένα από τα βασικά συμπεράσματα μεγάλης έρευνας αποτύπωσης της κατάστασης και των προοπτικών των ελληνικών επιχειρήσεων που υλοποιήθηκε από το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) και το Εργαστήριο Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ-ΕΒΕΟ), με τη βοήθεια της εταιρείας Public Issue και συγχρηματοδοτήθηκε από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού», στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ 2007-2013.
Στην έρευνα συμμετείχαν πάνω από 2.000 από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις της χώρας, οι οποίες απασχολούν συνολικά περίπου 320.000 εργαζόμενους.
• Τα βασικά σημεία που ανέδειξε η έρευνα είναι τα εξής:
Η οικονομική κρίση επηρεάζει το σύνολο της επιχειρηματικής κοινότητας της χώρας, με τη μείωση πωλήσεων στις μεγάλες επιχειρήσεις να προσεγγίζει σωρευτικά το 20% το διάστημα 2009-2011.
Οι επιχειρήσεις εμφανίζονται αρκετά εκτεθειμένες στην έλλειψη ρευστότητας κυρίως όμως λόγω αντίστοιχου προβλήματος που αντιμετωπίζουν οι πελάτες / προμηθευτές τους (48% των επιχειρήσεων) αλλά και λόγω της περιορισμένης έως ανύπαρκτης χρηματοδότησης από το τραπεζικό σύστημα (36,5% των επιχειρήσεων). Η μείωση του τραπεζικού δανεισμού είναι ιδιαίτερα καθοριστική στον κατασκευαστικό κλάδο (πάνω από το 60% των κατασκευαστικών επιχειρήσεων δηλώνει πως αντιμετωπίζει μεγάλο πρόβλημα), όπου άλλωστε σημειώνεται και ισχυρότερη έκθεση στην κρίση μεταξύ άλλων και λόγω περιορισμού πληρωμών / εργασιών από βασικό πελάτη (συρρίκνωση Δημοσίων έργων).
Οι επιχειρήσεις της μεταποίησης αντιμετωπίζουν εντονότερα προβλήματα ρευστότητας λόγω αμεσότερων πληρωμών σε προμηθευτές του εξωτερικού και πίεσης από ανταγωνιστές χαμηλού κόστους, ενώ η μετατόπιση αγοραστικού προτύπου σε φθηνότερες κατηγορίες αποτελεί αιτία για προβλήματα που αντιμετωπίζουν κυρίως τα Ξενοδοχεία- Εστιατόρια.
– Σε ότι αφορά τους τρόπους αντίδρασης στην κρίση στο επόμενο 12 μηνο, σε γενικές γραμμές οι επιχειρήσεις δεν φαίνονται διατεθειμένες να προχωρήσουν σε μείωση προσωπικού αλλά, εφόσον χρειαστεί, σε συγκράτηση / μείωση των τακτικών αποδοχών και περικοπές σε πριμ ή έμμεσες παροχές. Πάντως, οι μικρότερου μεγέθους επιχειρήσεις προχωρούν περισσότερο σε προσαρμογές του χρόνου εργασίας και μειώσεις προσωπικού σε σχέση με τις μεγαλύτερες.
– Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις τόσο σε εθνικό όσο και τοπικό επίπεδο εμφανίζουν ισχυρότερες επιδόσεις σε σχέση με τις πολύ μικρού μεγέθους επιχειρήσεις σε όρους καινοτομίας, επενδύσεων, εξαγωγών, χρήσης πρακτικών management αλλά και ως προς το βαθμό έκθεσής τους στην οικονομική κρίση. Όμως, υπάρχουν και μικρότερες επιχειρήσεις που κατορθώνουν να πετυχαίνουν σημαντικές οικονομικές επιδόσεις, δίνοντας έμφαση στην καινοτομία και σε συγκεκριμένες νησίδες αγοράς.
– Βασικός προσδιοριστικός παράγοντας των καλών οικονομικών επιδόσεων των επιχειρήσεων είναι η εξωστρέφεια. Όσοι εξάγουν κατορθώνουν να εμφανίζουν υψηλότερες αντοχές στην οικονομική κρίση και υποκαθιστούν μέρος των απωλειών τους σε τζίρο από το εγχώριο περιβάλλον. Ενδεικτικό είναι ότι οι επιχειρήσεις που αναμένουν αύξηση πωλήσεων το 2011 είναι οι εξαγωγικές επιχειρήσεις που κατόρθωσαν μάλιστα να ενισχύσουν τις εξαγωγές τους, το 2011. Συνολικά μάλιστα οι πωλήσεις των επιχειρήσεων αυτών το 2011 αναμένεται να είναι αυξημένες τόσο σε σχέση με το 2010 όσο και με το 2009.Υπάρχουν όμως σημαντικά περιθώρια βελτίωσης τόσο της βάσης των εξαγωγικών επιχειρήσεων όσο και της έντασης των εξαγωγών αφού μόνο το 45% των μεγαλύτερων επιχειρήσεων της χώρας εξάγει (70% στη μεταποίηση). Για αυτές δε τις εξαγωγικές επιχειρήσεις, οι εξαγωγές, αποτελούν κατά μέσο όρο το 30% του κύκλου εργασιών τους.
– Τα θετικά οικονομικά αποτελέσματα στηρίζουν τις επενδύσεις: Το 73% των επιχειρήσεων που επενδύουν κατά τη διετία 2011-2012 ήταν κερδοφόρες το 2010. Αλλά και το αντίστροφο είναι αληθές καθώς οι επενδύσεις στηρίζουν τις οικονομικές επιδόσεις των επιχειρήσεων ακόμα και σε δύσκολες οικονομικές συνθήκες: το 63% των επιχειρήσεων που προχωρά το 2011 σε επενδύσεις ύψους πάνω από 1 εκατ. ευρώ αναμένει ανοδικές ή έστω σταθερές πωλήσεις το 2011.
Οι ελληνικές επιχειρήσεις – παρά τις δυσμενείς συνθήκες – επένδυσαν περίπου 5,1 δισ. ευρώ την προηγούμενη διετία 2009-2010, κυρίως για αγορά νέου ή για την αντικατάσταση υφιστάμενου εξοπλισμού. Την τρέχουσα διετία όμως, καταγράφεται εξασθένιση των επενδύσεων, καθώς εκτιμάται ότι θα υποχωρήσουν οι επενδύσεις τόσο εκτατικά (σε αριθμό επενδυτικών σχεδίων), όσο και εντατικά (σε ύψος επενδύσεων). Έτσι το 2011-2012 αναμένεται να επενδύσει μόνο το 40% των επιχειρήσεων έναντι 60% την προηγούμενη διετία. Το ποσοστό των επιχειρήσεων της χώρας που επενδύουν περιορίζεται κατά 34% και σε αξία κατά 40%. Ηπιότερη αναμένεται να είναι η μείωση των επενδύσεων στη μεταποίηση.
– Σε όρους καινοτομίας η εικόνα είναι μικτή. Αν και οι επιδόσεις σε ποσοτικούς όρους είναι μάλλον ικανοποιητικές, δε συμβαίνει το ίδιο σε όρους ποιότητας. Οι μισές επιχειρήσεις παρήγαγαν την τελευταία διετία καινοτομικά προϊόντα, ωστόσο οι καινοτομίες αφορούσαν σε νέα για την επιχείρηση προϊόντα. Λιγότερες επιχειρήσεις, μόνο μία στις τρεις δηλώνει ότι εισήγαγε καινοτομία διαδικασίας στις μεθόδους παραγωγής και στη χρήση τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών. Ποσοστό 38% των επιχειρήσεων εισήγαγε οργανωσιακή καινοτομία ιδιαίτερα στις μεθόδους πώλησης, και οργάνωσης της εργασίας. Οι υστερήσεις αυτές φαίνεται να συνδέονται με τις περιορισμένες επενδύσεις σε Ε&Α. Αν και μία στις τρεις επιχειρήσεις δηλώνει ότι διαθέτει οργανωμένο τμήμα, η διεξαγωγή εσωτερικής έρευνας είναι φτωχή, όπως και η συμμετοχή σε ερευνητικές συνεργασίες ή η δικτύωση με φορείς έρευνας όπως τα πανεπιστήμια.
– Από την άλλη πλευρά οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν σε αρκετά μεγάλο βαθμό σύγχρονα εργαλεία διοίκησης αλλά και νέες τεχνολογίες όπως ολοκληρωμένα πληροφοριακά συστήματα. Όμως τα περιθώρια για εκτατικότερη και εντατικότερη χρησιμοποίησή τους παραμένουν μεγάλα. Παράλληλα δηλώνουν ότι μπορούν και ανταποκρίνονται ικανοποιητικά στις μεταβολές της ζήτησης, όμως η διαφοροποίηση της παραγωγής είναι αρκετά πιο δυσχερής, καθώς μόνο οι μισές επιχειρήσεις φαίνεται να διαθέτουν αυτήν τη δυνατότητα. Παρόλα αυτά οι επιχειρήσεις δηλώνουν ότι διαθέτουν σχετικά καλό υπόβαθρο παραγωγικής τεχνολογίας, με τις μισές επιχειρήσεις να αναφέρουν ότι μπορούν να βελτιώνουν σημαντικά την τεχνολογία τους.
– Η επιμόρφωση φαίνεται να αποτελεί προτεραιότητα για την πλειοψηφία των επιχειρήσεων αφού τρεις στις τέσσερις επιχειρήσεις εφαρμόζουν προγράμματα εκπαίδευσης προσωπικού. Αυτό όμως γίνεται περισσότερο με άτυπες μορφές εκπαίδευσης (π.χ. job rotation) και λιγότερο με χρηματοδοτούμενα από την επιχείρηση σεμινάρια. Άλλωστε το 37% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι αντιμετωπίζει δυσκολίες στην εύρεση κατάλληλων υποψηφίων σε θέσεις-κλειδιά. Η κύρια δυσκολία έγκειται στο ότι οι υποψήφιοι δεν πληρούν τις προδιαγραφές της θέσης και δευτερευόντως επειδή είναι λίγοι / δεν υπάρχουν υποψήφιοι για την θέση ή επειδή δεν έχουν την κατάλληλη προσωπικότητα. Αντίστοιχο ποσοστό επισημαίνει όμως ελλείψεις δεξιοτήτων και γνώσεων και στο υφιστάμενο προσωπικό. Το απογοητευτικό είναι ότι οι ελλείψεις που επισημαίνονται δεν αφορούν μόνο άυλες δεξιότητες (soft skills) αλλά και πραγματικές τεχνικές γνώσεις που σχετίζονται με το περιεχόμενο της θέσης εργασίας
Με βάση επιλεγμένα χαρακτηριστικά οι 2000 επιχειρήσεις μπορούν να ταξινομηθούν με επιμέρους ομάδες επιδόσεων.
– Σε όρους οικονομικών επιδόσεων, περίπου το 28% αυτών θεωρούνται ως εδραιωμένες: άντεξαν στην κρίση και φαίνεται να αντέχουν (Κατηγορία Α). Πρόκειται για επιχειρήσεις που είχαν κέρδη το 2010 και αναμένουν κέρδη και το 2011, με ταυτόχρονη αύξηση των πωλήσεών τους. Οι μισές επιχειρήσεις εμφανίζουν μικτές τάσεις (Κατηγορία Β), ενώ τέλος ένα 20% είχαν ζημιές το 2010 και θα συνεχίσουν να είναι ζημιογόνες και το 2011 (Κατηγορία Γ). Τα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν τις πρώτες από τις τελευταίες είναι σαφή και τεκμηριώνονται από την έρευνα: είναι εξωστρεφείς, καινοτομούν και εκπαιδεύουν το προσωπικό τους, ενώ προσπαθούν να βρίσκονται σε επαφή με φορείς έρευνας και να διεξάγουν κάποιας μορφής ερευνητική δραστηριότητα. Επίσης φαίνεται να είναι εκτεθειμένες σε μικρότερο βαθμό στην κρίση ρευστότητας.
– Σε όρους καινοτομίας, ποσοστό 22% των επιχειρήσεων μπορεί να χαρακτηριστεί ως υψηλής καινοτομικής επίδοσης (Κατηγορία Α). Πρόκειται για επιχειρήσεις που την προηγούμενη διετία εισήγαγαν κάποια καινοτομία προϊόντος ή διαδικασίας. Οι μισές επιχειρήσεις περίπου έχουν ήπια καινοτομική επίδοση (Κατηγορία Β), ωστόσο υπάρχει και ένα 30% που δεν εμφανίζει καμία καινοτομία (Κατηγορία Γ). Οι επιχειρήσεις υψηλών καινοτομικών επιδόσεων υλοποιούν σε μεγαλύτερο ποσοστό εφαρμοσμένη έρευνα στο εσωτερικό τους, συμμετέχουν σε ερευνητικές συνεργασίες, προσπαθούν να αναπτύξουν τις τεχνολογικές τους ικανότητες, ενώ επενδύουν με συστηματικό τρόπο σε εκπαιδευτικά προγράμματα για τα στελέχη τους. Κατορθώνουν έτσι να ανθίστανται στην κρίση σε μεγαλύτερο βαθμό σε σχέση με τις υπόλοιπες, καθώς μπορούν να σταθούν ανταγωνιστικά στο διεθνές περιβάλλον.
– Τέλος σε όρους ανάπτυξης ανθρώπινου δυναμικού, ποσοστό 30% των επιχειρήσεων χαρακτηρίζεται ως υψηλής έντασης δεξιοτήτων (Κατηγορία Α), καθώς αυτές εφαρμόζουν συστηματικά διάφορες μορφές τυπικής και άτυπης εκπαίδευσης, όπως π.χ. χρηματοδοτούμενα σεμινάρια εντός και εκτός της επιχείρησης. Λιγότερες από τις μισές εστιάζουν κυρίως σε άτυπες μορφές εκπαίδευσης (on the job training, job rotation) (Κατηγορία Β), ενώ περίπου μία στις τέσσερις επιχειρήσεις δεν εφαρμόζει κανένα είδος εκπαιδευτικού προγράμματος (Κατηγορία Γ). Όπως είναι αναμενόμενο οι επιχειρήσεις της πρώτης κατηγορίας εμφανίζουν σημαντικά καλύτερες επιδόσεις σε όρους εξαγωγών και καινοτομίας, ενώ μάλιστα πλήττονται από την κρίση σε μικρότερο βαθμό σε σχέση με τις υπόλοιπες.




























