«Ξύπνα Δεσπότη Γρεβενών, να ιδείς τα θαύματά σου, να ιδείς τα Ελληνόπουλα τριγύρω στα χωριά σου.
Ξύπνα, Δεσπότη Γρεβενών, να ιδείς τη λευτεριά σου, να ιδείς τη γαλανόλευκη μέσα στα Γρεβενά σου» (Λαϊκή Μούσα)
Ο Αιμιαλιανός Γρεβενών, Λαζαρίδης ήταν το κοσμικό του όνομα, γεννήθηκε στα Πέρματα του Ικονίου της Μικράς Ασίας. Μετά τις βασικές του σπουδές γράφτηκε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και στη συνέχεια στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Διορίστηκε σαν Πρωτοσύγκελλος της Αποστολικής Εκκλησίας των Θεσσαλονικέων. Το 1906 σαν «Επίσκοπος Πέτρας» διορίστηκε στη Μητρόπολη Πελαγονίας. Καλός γνώστης της Τουρκικής και πράος χαρακτήρας έγινε ο προστάτης του αγωνιζομένου λαού της Μακεδονίας. Με την επανάσταση των Νεοτούρκων βρέθηκε ανάμεσα στα Ελληνικά ανταρτικά σώματα, γεμάτος χαρά για τη λευτεριά.
Στις 16 Μαρτίου του 1910 διορίστηκε Μητροπολίτης Γρεβενών. Ήταν η εποχή που μετά το Χουριέτ Νεότουρκοι καταστρατηγώντας κάθε αρχή και κήρυγμα της φιλοσοφίας της επαναστάσεώς τους, είχαν θέσει σ’ εφαρμογή ένα ευρύτατο πρόγραμμα καταπιέσεων και διώξεων σε βάρος των Χριστιανών της Βαλκανικής.
Το μίσος για το Ελληνικό στοιχείο εκδηλώθηκε σχεδόν αμέσως. Ιδρύθηκαν τα ιεροξεταστικά στρατοδικεία, δημιουργήθηκαν ένοπλες τουρκικές ληστοσυμμορίες που συνεργάστηκαν μ’ όλα τα ανήθικα και παράνομα άτομα της Μακεδονίας και ο φόνος μπήκε στην καθημερινή διάταξη. Κρεμάστηκαν επίσημα παπάδες, δάσκαλοι, πρώην οπλαρχηγοί και πρόκριτοι και σφαγιάστηκαν αθώοι Μακεδόνες χωρικοί.
Ιδιαίτερα τα Γρεβενά, ανάμεσα στ’ άλλα δυσβάστακτα κακά, είχαν να αντιμετωπίσουν και τον κίνδυνο της ρουμανικής ανθελληνικής δραστηριότητας.
Την κατάσταση αυτή αοίδιμος Μητροπολίτης Γρεβενών Αιμιλιανός αντιμετώπισε με θάρρος και πίστη. Πήγαινε από χωριό σε χωριό, έρχονταν σε επικοινωνία με τους δασκάλους και τους προκρίτους και με λόγους προσπαθούσε να τονώσει το φρόνημά τους. Ξακουστοί είναι οι αγώνες το για την επικράτηση της τάξεως και της ησυχίας του λαού. Ανέπνευσε πραγματικά ο τόπος. Αλλά οι Νεότουρκοι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να εμποδίσουν το έργο του νέου Δεσπότη.
Τους κινδύνους αυτούς διέβλεπαν οι άνθρωποι του περιβάλλοντός του και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να τον κάνουν να περιορίσει τις περιοδείες του ή τουλάχιστον να παίρνει εξαιρετικά μέτρα προστασίας.
Όμως ο Αιμιλιανός, ούτε το ένα, ούτε το άλλο έκανε και συνέχιζε απτόητος το έργο του με κύριο στόχο την τόνωση του Εθνικού φρονήματος των κατοίκων. Στρεφόμενος προς τους Δημογέροντες είπε: «Μου ζητάτε να μη βγαίνω από τα Γρεβενά. Αλλά μήπως είμαι Δεσπότης μόνο διά την πόλιν;
Πως είναι δυνατόν να μείνουν τα χωριά χωρίς τον πνευματικόν τους πατέρα;
Ακούστε δια τελευταίαν φοράν. Ποτέ δεν είμαι διατεθειμένος να εγκαταλείψω το ποίμνιό μου, όσον μεγάλοι κι αν είναι οι κίνδυνοι οι οποίοι με απειλούν.
Τις σατανικές αυτές δολοπλοκίες γνώριζε καλά ο Αιμιλιανός, γιατί είχε και αυτός τους έμπιστους πληροφοριοδότες του, όπως γράφει ο Σεβ. Μητροπολίτης Γρεβενών κ. Στέργιος στο βιβλίο του «Ιεράρχης της Θυσίας. Αιμιλιανός Γρεβενών».
Η τρομοκρατία δεν έφερνε κανένα αποτέλεσμα. Έτσι αποφασίστηκε η εξόντωσή του. Την 1η Οκτωβρίου 1911 ο Αιμιλιανός μαζί με το Διάκο του Δημήτριο Αναγνώστου και τον αγωγιάτη του Αθανάσιο Φασούλα, ξεκίνησε έφιππος για το χωριό Σνίχοβο (Τώρα Δεσπότης), όπου λειτούργησε και μίλησε για να εμψυχώσει το κατατρομαγμένο ποίμνιό του. Ύστερα από τη λειτουργία με τους συνοδούς του αναχώρησε για το χωριό Γκριντάδες τώρα Αιμιλιανός). Ανάμεσα στις δυο Κοινότητες απλωνόταν μια μεγάλη χαράδρα με πυκνό δάσος. Επικίνδυνο πέρασμα. Εκεί οι πληρωμένοι φονιάδες χύμηξαν σαν άγρια θηρία και κατακρεούργησαν τον Δεσπότη Αιμιλιανό και τους συνοδούς του, το Διάκο και τον αγωγιάτη.
Την άλλη ημέρα και αφού μάταια περίμεναν την άφιξη του Δεσπότη οι κάτοικοι των Γκριντάδων έστειλαν δυό άντρες στο Σνίχοβο για να δουν τι είχε γίνει. Τα λείψανα των νεκρών βρέθηκαν ύστερα από μερικές ημέρες και με ευλάβεια και σπαραγμό καρδιά μεταφέρθηκαν στα Γρεβενά, όπου στις 11 Οκτωβρίου 1911 έγινε η κηδεία μέσα σε γενικό πένθος. Στην κηδεία του μίλησε ο Χρυσόστομος Σμύρνης, που μαρτύρησε αργότερα στη Σμύρνη και είπε τα εξής μεταξύ των άλλων: «Όταν αρχιερείς καίωσιν ως λαμπάδες ενώπιον του ειδώλου της Πατρίδος, ο δε μαρτυρικός των θάνατος γίνεται ζωής και δόξης υπόθεσις και θεμέλιον ανωτέρου βίου, το μνημόσυνόν των δεν εναρμονίζεται με δάκρυα και θλίψιν, αλλά με υπερηφάνειαν και αγαλλίασιν…».
Ο Αιμιλιανός δεν έφυγε μόνος του. Είχε μαζί του και άλλον αγωνιστή τον Σιατιστινό Μακεδονομάχο Παύλο Νεράντζη ή Καπετάν Περδίκα, τον οποίο σκότωσαν οι Τούρκοι στη Σιάτιστα, έξω από το σπίτι του το βράδυ στις 1 Οκτωβρίου 1911.
Για την περίπτωση αυτή ο αείμνηστος συμπατριώτης μας Ιωάννης Αποστόλου στο βιβλίο του «Ιστορία της Σιατίστης, Αθήνα 1929» γράφει τα εξής: Αι δολοφονίαι επυκνώθησαν και την νύκτα της 1ης Οκτωβρίου 1911 καθ’ ην στιγμήν εξέπνεεν υπό φρικώδη βασανιστήρια ο υπέροχος Μητροπολίτης Γρεβενών μετά δύο συνοδοιπόρων του, έπιπτε υπό δεκάδες σφαιρών και ο τετιμημένος Παύλος Περδίκας». Και συμπληρώνει ο αείμνηστος συμπατριώτης μας Θεολόγος Γυμνασιάρχης Ιωάννης Παπαδημητρίου στο βιβλίο του «Ο Εθνομάρτυς Μητροπολίτης Γρεβενών Αιμιλιανός 1877 – 1911».
«Αμφότεροι έζησαν και απέθαναν δια το ίδιον ιδανικόν. Αλλ’ η διπλή θυσία των καθηγίασεων εκ νέου το αγκάλιασμα του ράσου και της φουστανέλλας, της σπάθης και του Σταυρού και ο κοινός τάφος των αποτελεί το μνημείο ενώσεως Εκκλησίας και λαού και το σύνθημα αμφοτέρων».
Θα ολοκληρώσω την αναφορά μου στη μορφή του Αιμιλιανού με δημοτικά τραγούδια αφιερωμένα στον Μητροπολίτη Γρεβενών Αιμιλιανό:
– Τον έσφαξαν των Γρεβενών τον άφοβο Δεσπότη,
τον έσφαξαν των άξιο του Γένους στρατιώτη.
Θρήνησε, Μάνα θρήνησε κι άλλη ακόμα μίτρα,
που την αιματοκύλισαν της Λευτεριάς τα φίλτρα (Γεώργιος Σουρής).
– Όπου το ράσο φονευτή, τη μαύρη γη ματώνει,
και κει πελώριος πλάτανος της ελευτεριάς φυτρώνει,
έτσι κι εδώ ξεφύτρωσε απ’ το δικό σου αίμα
και πάψανε τα Γρεβενά να ζουν κατ’ από πέλμα (Διον. Μουστόγιαννης)
– Τρία πουλάκια κάθονται στη ράχη στο λημέρι.
Τόνα τηράει το Γρεβενό, τ’ άλλο κατά το Σπήλιο.
Το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει.
Αδέλφια μου τι νάγιναν ο θείος μας Δεσπότης;
Μήτε στο Σπήλιο φάνηκε, μήτε και στους Γκριντάδες.
Μας είπαν, πέρα πέρασε και πήγε μεσ’ στο δάσος,
κι εκεί τον πιάσαν τα σκυλιά τον κάνανε κομμάτια.
Κι ένας Γραικός σαν τάκουσε πολύ του βαρυφάνει.
Πήρε το μαύρο άτι του και πήγε να τον εύρει.
Τρέχει λαγκάδια και γκρεμούς, λάκκους και μονοπάτια.
Τρία μεσάνυχτα γυρνά, μα δίχως να το εύρει.
Κι εκεί στο λόφο που ήτανε, πάνω στο κορφοβούνι,
ακούστηκαν από μακρυά φωνή σαν πεθαμένου.
-Εϊ καβαλάρι, που ‘σαι εκεί ψηλά στο κορφοβούνι,
κατέβα στο γκρεμό να δείς το γέρο Δεσπότη,
πως τον σκοτώσαν τα σκυλιά, τον κάνανε κομμάτια.
Πέρασε στράτα μακρυνή και βρέθηκε στο λάκκο.
Είδε το Άγιο λείψανο στο χώμα ξαπλωμένο.
Προσκύνησε μ’ ευλάβεια και του’ βαλε στεφάνι,
και το ‘φερε στα Γρεβενά με κλάματα με δάκρυα.
Από το βιβλίο του Θεολόγου Γυμνασιάρχη Ιωάννη Παπαδημητρίου «Ο Εθνομάρτυς Μητροπολίτης Γρεβενών Αιμιλιανός 1877 – 1911».
Το παρακάτω τραγούδι μας μιλάει για τον τραγικό θάνατο του Διάκου Δημήτρη Αναγνώστου που σκοτώθηκε μαζί με τον Εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Γρεβενών Αιμιλιανό.
-Θέλετε ν’ ακούστε κλάματα δάκρυα μοιρολόγια.
Διαβείτε απ’ το Λιμπίνοβο απ’ το χωριό του Διάκου.
Ν’ ακούστε τη μανίτσα του κι αυτές τις αδελφές του,
πως κλαίνε, πως μοιριολογούν, πως χύνουν μαύρα δάκρυα.
Δημήτρη μου παιδάκι μου γραμματισμένε.
Από μικρός στα γράμματα μικρός στ’ αλφαβητάρια.
Και τώρα σας παράδωσαν στα τούρκικα τα χέρια.
Μικρό καρτέρι σας έκαναν πικρό φαρμακωμένο,
πέντι έξι πιάσαν αμπροστά και δεκαπέντε πίσω,
και πιάσανε τα άλογα τα πήραν από τα γκέμια.
«Κατέβα κάτω Δέσποτα, κατέβα κάτω Διάκε.
Ν’ εσείς θα σβήστε την Τουρκιά και όλο το ντουβλέτι».
Στον λάκκο πάνω πάηναν στον Θοδωρή το μύλο.
Πως τυραννούσαν τον Χριστό οι άνομοι οι Τούρκοι.
Κι ο Διάκος τους εξύβριζε και το τζαμί τους βρίζει.
Και το τσεκούρι, πήρανε του σκίσαν το κεφάλι.
Από το βιβλίο του Κώστα Δούφλια «Τα Δημοτικά τραγούδια του Μακεδονικού Νεοαρματολισμού».
Θα κλείσω το άρθρο μου αυτό με τα παρακάτω λόγια που είναι δημοσιευμένα στην εφημερίδα «ΗΧΩ» της Κωνσταντινούπολης της 9ης Οκτωβρίου 1911: «Σήμερον προ παντός άλλου, προπέμπομεν τον μάρτυρα Μητροπολίτην Γρεβενών, εις την τελευταίαν του κατοικίαν. Όχι εις τον τάφον τον επίγειον, ο οποίος θα δεχθή το εξαντλημένον από τους αγώνες και την αυτοθυσίαν σαρκίον του, αλλά εις τας φωτεινάς της αιωνιότητας χώρας, όπου τον φέρει το τραγικόν υπέρ της Εκκλησίας και του Έθνους του μαρτύριον». Έτσι κράτησε ο Ελληνισμός. Με τόλμη και με θυσίες.
Γεώργιος Μ. Μπόντας
Τέως Δ/ντής της Μανουσείου Δημόσιας
Βιβλιοθήκης Σιάτιστας Λαογράφος
































