Τις έντονες ανησυχίες της για τις εξελίξεις στη Δυτική Μακεδονία εκφράζει η παράταξη «ΕΛΠΙΔΑ για τη Δυτική Μακεδονία» με ανακοίνωση που υπογράφει η περιφερειακή σύμβουλος Π.Ε. Καστοριάς, Βασιλική (Βάσω) Μαλέα, εστιάζοντας στην επέκταση των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων και στη δύσκολη κατάσταση που αντιμετωπίζει η κτηνοτροφία στην περιοχή.
Αφορμή για την ανακοίνωση αποτέλεσε η τελευταία συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβουλίου, κατά την οποία, σύμφωνα με την παράταξη, από τα 14 θέματα της ημερήσιας διάταξης συζητήθηκαν τελικά μόλις δύο. Όπως επισημαίνεται, τα δύο αυτά ζητήματα ανέδειξαν τις βασικές πιέσεις που δέχεται σήμερα η Δυτική Μακεδονία: την ανεξέλεγκτη, όπως χαρακτηρίζεται, επέκταση των φωτοβολταϊκών έργων και την παράταση της καραντίνας στην κτηνοτροφία.
Σε ό,τι αφορά το ενεργειακό σκέλος, η ανακοίνωση εστιάζει ιδιαίτερα στην περίπτωση της Γαλατινής, όπου, όπως αναφέρεται, οι κάτοικοι βλέπουν την περιοχή τους να περικυκλώνεται από μεγάλης κλίμακας φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις. Σύμφωνα με όσα υποστηρίζονται, βοσκότοποι και παραγωγικές εκτάσεις χάνονται, ενώ δημόσιες γαίες που συνδέονται με την τοπική οικονομία παραχωρούνται σε μεγάλες εταιρείες, χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική ενημέρωση ή πραγματική διαβούλευση με τις τοπικές κοινωνίες.
Η παράταξη αναφέρεται ακόμη σε σοβαρές καταγγελίες που, όπως σημειώνει, ακούστηκαν στο Περιφερειακό Συμβούλιο, μεταξύ των οποίων πιέσεις προς ιδιοκτήτες γης για πώληση περιουσιών, παρεμβάσεις εταιρειών και της ΔΕΠΑ, αλλά και ένα γενικευμένο αίσθημα ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται χωρίς τη συμμετοχή της κοινωνίας.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην περιοχή του Ασκίου, καθώς, σύμφωνα με την ανακοίνωση, μεγάλο μέρος της αποτελεί προστατευόμενη περιοχή Natura 2000 και φιλοξενεί σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους. Η παράταξη υποστηρίζει ότι τα στοιχεία αυτά δεν αποτυπώνονται επαρκώς στον τρόπο με τον οποίο προχωρούν οι ενεργειακοί σχεδιασμοί.
Στο ίδιο κείμενο διατυπώνεται κριτική προς την Περιφερειακή Αρχή, με την «ΕΛΠΙΔΑ» να υποστηρίζει ότι εδώ και μεγάλο διάστημα περιορίζεται σε γενικές αναφορές περί επαφών και πρωτοβουλιών, χωρίς να έχει διαμορφωθεί ένας σαφής αναπτυξιακός σχεδιασμός για την περιοχή και χωρίς να εξασφαλίζεται κοινωνική συναίνεση.
Το δεύτερο μεγάλο θέμα που αναδείχθηκε αφορά την κατάσταση στην κτηνοτροφία, μετά την παράταση των περιοριστικών μέτρων στην Περιφερειακή Ενότητα Κοζάνης έως τον Ιούνιο. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η εξέλιξη αυτή έχει οδηγήσει εκατοντάδες κτηνοτρόφους σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση, με τον κλάδο να βρίσκεται σε οριακό σημείο.
Όπως αναφέρεται, οι κτηνοτρόφοι ζητούν να μπορούν να βγάζουν τα κοπάδια τους για βοσκή, να μη χαθεί η κρίσιμη περίοδος του Πάσχα λόγω περιορισμών στη σφαγή αμνοεριφίων και να υπάρξει ουσιαστική οικονομική στήριξη για τις απώλειες που έχουν υποστεί εξαιτίας των μέτρων για την ευλογιά.
Η ανακοίνωση στέκεται και στην παρέμβαση κτηνοτρόφου από την Αιανή, ο οποίος περιέγραψε τη δυσκολία συνέχισης της οικογενειακής δραστηριότητας, παρά τις επενδύσεις που έχουν γίνει για τον εκσυγχρονισμό της μονάδας. Όπως μεταφέρεται, τα παιδιά της οικογένειας εξετάζουν πλέον το ενδεχόμενο να φύγουν στο εξωτερικό για εργασία, εικόνα που, κατά την παράταξη, αποτυπώνει το αδιέξοδο που βιώνει η ύπαιθρος.
Η «ΕΛΠΙΔΑ για τη Δυτική Μακεδονία» σημειώνει ακόμη ότι το θέμα της κτηνοτροφίας εισήχθη στο Περιφερειακό Συμβούλιο με πρωτοβουλία και υπογραφές των παρατάξεων της αντιπολίτευσης. Παράλληλα, αναφέρει ότι κατατέθηκαν συγκεκριμένα αιτήματα, όπως η άρση της παράτασης των περιοριστικών μέτρων στην Π.Ε. Κοζάνης, η πλήρης κάλυψη των οικονομικών απωλειών των κτηνοτρόφων με βάση το πραγματικό κόστος και η ενεργοποίηση της Ρήτρας Μετάβασης για τη στήριξη του κλάδου στη Δυτική Μακεδονία.
Σύμφωνα πάντα με την ανακοίνωση, οι προτάσεις αυτές έγιναν αποδεκτές από τον περιφερειάρχη και η σχετική απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου ήταν ομόφωνη, με την παράταξη να υποστηρίζει ότι η ευθύνη για τα επόμενα βήματα βρίσκεται πλέον στην κυβέρνηση.
Η ανακοίνωση καταλήγει ότι η Δυτική Μακεδονία βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη καμπή, με ανοιχτό το ζήτημα του πώς θα συνδυαστούν η ενεργειακή μετάβαση, η προστασία του πρωτογενούς τομέα και η διατήρηση της κοινωνικής και οικονομικής συνοχής στην περιοχή.






























