Στο επίκεντρο της κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης βρέθηκε για ακόμη μία φορά το μέλλον των λιγνιτικών μονάδων της Δυτικής Μακεδονίας, με αφορμή τη σημερινή επίκαιρη ερώτηση του αντιπροέδρου της Βουλής Πάρι Κουκουλόπουλου προς το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ ζήτησε την αποδοχή της πρότασης για λειτουργία των λιγνιτικών μονάδων εκτός Χρηματιστηρίου Ενέργειας, επικαλούμενος την κλιμάκωση της ενεργειακής κρίσης και την ανάγκη αξιοποίησης των εγχώριων ενεργειακών πόρων.
Απαντώντας, ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος επέμεινε ότι το βασικό ζήτημα παραμένει η οικονομική ανταγωνιστικότητα του λιγνίτη, υποστηρίζοντας ότι η εξαίρεσή του από το Χρηματιστήριο Ενέργειας δεν αλλάζει το πραγματικό κόστος παραγωγής, αλλά μεταφέρει σε κάποιον άλλο την υποχρέωση κάλυψης της διαφοράς.
«Αν είναι οικονομικός, γιατί να τον βγάλουμε; Αν είναι οικονομικός, ας μείνει», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η πρόταση να λειτουργεί εκτός αγοράς ουσιαστικά αναγνωρίζει πως δεν είναι οικονομικά βιώσιμος με τους σημερινούς όρους.
Ο υφυπουργός υποστήριξε ότι η ανταγωνιστικότητα του λιγνίτη επηρεάζεται ιδιαίτερα από τις τιμές των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, ενώ αμφισβήτησε ότι η διατήρηση των μονάδων σε λειτουργία θα οδηγήσει αναγκαστικά σε χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τους καταναλωτές. Μάλιστα, υπενθύμισε ότι πρόκειται για την έβδομη επίκαιρη ερώτηση που απαντά σχετικά με τον λιγνίτη, σημειώνοντας ότι σε καμία από αυτές δεν έχει παρουσιαστεί, κατά τον ίδιο, τεκμηρίωση για τη μείωση του κόστους στον τελικό καταναλωτή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η αναφορά του στην Πτολεμαΐδα 5, για την οποία αναγνώρισε ότι η σημερινή ενεργειακή συγκυρία έχει αλλάξει τα δεδομένα. Όπως είπε, οι αυξημένες τιμές έχουν καταστήσει τη μονάδα ανταγωνιστική και σήμερα βρίσκεται σε λειτουργία: «Σήμερα η Πτολεμαΐδα 5 παράγει. Οι τιμές είναι αυξημένες και η 5η μονάδα είναι ανταγωνιστική. Ο λιγνίτης σε ακραία σενάρια μπορεί να είναι ανταγωνιστικός», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Αντίθετα, διαχώρισε την περίπτωση του Αγίου Δημητρίου, ζητώντας να εξεταστούν τα πραγματικά στοιχεία κόστους, καθώς, όπως υποστήριξε, η συγκεκριμένη μονάδα είχε διαφορετικά χαρακτηριστικά και σαφώς μεγαλύτερο πρόβλημα ανταγωνιστικότητας.
Από την πλευρά του, ο Πάρις Κουκουλόπουλος επέμεινε ότι το φυσικό αέριο δεν έχει επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα τιμών, επικαλούμενος στοιχεία σύμφωνα με τα οποία επί 40 από τους τελευταίους 64 μήνες κινήθηκε σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. «Πάψτε να παριστάνετε τον μπροστινό της απαξίωσης των εγχώριων καυσίμων», ανέφερε απευθυνόμενος στον υφυπουργό.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η λειτουργία των λιγνιτικών μονάδων κατά τον φετινό χειμώνα θα μπορούσε να προσφέρει φθηνότερη τηλεθέρμανση, δημοσιονομικό χώρο περίπου 70 εκατ. ευρώ για τη λήψη μέτρων και συγκράτηση της τιμής της μεγαβατώρας κατά τουλάχιστον 100 ευρώ. Έθεσε, επίσης, το ερώτημα πότε θα επικαιροποιηθεί το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα.
Ο Νίκος Τσάφος, κλείνοντας, επέμεινε ότι τα οικονομικά δεδομένα είναι αυτά που καθορίζουν τη συμμετοχή του λιγνίτη στο ενεργειακό μείγμα και σημείωσε ότι διαχρονικά όλες οι κυβερνήσεις που πέρασαν (συμπεριλαμβανομένου του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ) περιόρισαν τη λιγνιτική παραγωγή.
«Τα πραγματικά δεδομένα δείχνουν ότι είναι μη ανταγωνιστικός. Γι’ αυτό, από το 2005, όποιος έχει κυβερνήσει την άφησε με λιγότερο λιγνίτη από όσο βρήκε», κατέληξε, αμφισβητώντας ότι η υποχώρηση του λιγνίτη μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε πολιτικές αποφάσεις.





























