Δέσποζε στην είσοδο της πόλης μας, μετά το Δημαρχείο και τον Μητροπολιτικό Ναό της Αγ. Τριάδος. Ο παππούς μου Γιάννης Δήμτσας, ένας από τους πρώτους εμπόρους της προσφυγούπολης Πτολεμαΐδας και πατέρας της μητέρας μου Πόπης Δήμτσα – Μαρτινάκη, το έκτισε για να εγκατασταθεί η πενταμελής οικογένειά του, μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα. Αρχιτέκτονες, μηχανικοί, εργολάβοι, κτίστες, ο παππούς και ο πρωτομάστορας Νίκος Κούσης, πρωτεργάτης στην ανοικοδόμηση της πόλης, έβαλαν όλο το μεράκι, την αγάπη, τις γνώσεις και τη φροντίδα στην ανέγερσή του. Και οι δύο, από το εργασιακό μετερίζι του ο καθένας, συνεισέφεραν στην ανάπτυξη και πρόοδο της Πτολεμαΐδας. Ας αναπαύονται ειρηνικά οι δύο φίλοι στην αιωνιότητα.
Το σχέδιο από τα πιο σύγχρονα της εποχής… Μια κεντρική τεράστια σάλα να περιτριγυρίζεται από ψηλοτάβανα, φωτεινά και άνετα δωμάτια, κουζίνα και βοηθητικούς χώρους. Στην κουζίνα δέσποζε η παρουσία της γιαγιάς Βικτωρίας. Εκεί μαγείρευε τα πιο νόστιμα φαγητά, άνοιγε φύλλο για πίτα που έψηνε στη γάστρα (γιορτή είχαμε την ημέρα της πίτας), έφτιαχνε γλυκά του κουταλιού (τριαντάφυλλο, κεράσι, καΐσι, καρπούζι, κυδώνι, πορτοκάλι…) και μαρμελάδες με αγαπημένη εκείνη από τα κορόμηλα της αυλής του πατρικού της σπιτιού στην Κλεισούρα.
Αυτά για τον επάνω όροφο. Το ισόγειο, που εκ παραδρομής το λέγαμε υπόγειο (ακόμη έχω την απορία), επικοινωνούσε με εσωτερική σκάλα προστατευμένη με καταπακτή και ήταν χωρισμένο στους αντίστοιχους επάνω χώρους που χρησίμευαν ως αποθηκευτικοί. Το ένα δωμάτιο φιλοξενούσε τη μπρικέτα και τα ξύλα του χειμώνα, το άλλο τα μπαούλα με τα προικιά της γιαγιάς Βικτωρίας, το τρίτο λάδι, βούτυρο, λαχανικά, φρούτα, λουκάνικα. Στα τελευταία είχε ειδικότητα ο παππούς. Το τέταρτο ήταν το πλυσταριό και ο χώρος του μπάνιου για τους καλοκαιρινούς μήνες… Για το χειμώνα, δεν το συζητάμε, λεκάνη, κουβάς και μαστραπάς στην κουζίνα με τη μασίνα να μπουμπουνίζει… Όσο για την κεντρική σάλα του ισογείου, ήταν το βασίλειο του παππού, με τα βαρέλια γεμάτα κοκκινέλι, που γευστικότερο δεν έχω ξαναπιεί. Ερχόταν τα σταφύλια τον Οκτώβρη, η μαμά μου ντυνόταν τη στολή του «ληνού» , οπλιζόταν με δύναμη, υπομονή και χαρούμενη διάθεση και άρχιζε το πάτημα! Ο παππούς Γιάννης (ο Βλάχος) με μύησε στην «οινοποσία» και ο παππούς Κώστας (ο Μικρασιάτης) στην «ουζοκατάνυξη»… Το «υπόγειο» ήταν το καταφύγιό μου το καλοκαίρι. Χτισμένο με πέτρα ήταν ιδανικός χώρος για διάβασμα, ξεκούραση, απομόνωση, χαλάρωση, νοσταλγικές εφηβικές θύμησες! Εκεί στο υπόγειο, στην εσοχή της εσωτερικής σκάλας, κρύφτηκα παιδούλα, συντροφιά με την κούκλα μου, από μια παρόρμηση της ηλικίας. Αφού αναστάτωσα μαμά, παππού, γιαγιά, θείους, τη γειτονιά και τη φιλική οικογένεια του γιατρού Σταυρόπουλου, εντοπίστηκα το μεσημέρι από το Γιώργο, τον βενιαμίν αδελφό της μαμάς μου…

Το σπίτι του παππού έγινε το σπίτι μου για 26 συναπτά έτη γιατί έτσι όρισαν οι μοίρες… Πίσω από τους πέτρινους τοίχους του έζησαν τρεις γενιές! Με τις αρχές και τις αξίες της εποχής, τα πρέπει, τα θέλω και τις ιδιαιτερότητες του καθενός, έζησαν την καθημερινότητα με αξιοπρέπεια, αφάνταστη υπομονή, αλληλοσεβασμό και αγάπη. Θλίψεις ανείπωτες που απάλυναν με το διάβα του χρόνου, εναλλασσόταν με στιγμές χαράς. Νύφες και γαμπροί κατέβηκαν από τα σκαλοπάτια του για να κάνουν το ξεκίνημα της νέας τους ζωής! Παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα έπαιξαν στις αυλές του, συγγενείς, φίλοι, συμμαθητές, φιλοξενήθηκαν σε γιορτές, σε γενέθλια και νεανικά πάρτι, σε χριστουγεννιάτικες, πασχαλινές και καλοκαιρινές συναθροίσεις, ενώ κάθε Κυριακή τα αδέλφια και οι νύφες της γιαγιάς έκαναν εθιμοτυπική επίσκεψη στο σπίτι, ακολουθώντας ένα άγραφο πρωτόκολλο που όριζε οι μικρότεροι να επισκέπτονται τους μεγαλύτερους.
Άπειρες οι αναμνήσεις μου από το σπίτι του παππού. Κάποιες όμως πολύ έντονες και με άφθονο γέλιο, όπως ο Ελληνοβλαχικός διάλογος μεταξύ παππού – γιαγιάς – παιδιών – εγγονών. Η γιαγιά μεγαλωμένη σε αμιγές βλάχικο περιβάλλον, παρ` ότι πήγε σε ελληνικό σχολείο, είχε πιο εύκολη τη βλάχικη γλώσσα παρά την ελληνική. Ο παππούς λόγω επαγγέλματος, είχε μπακάλικο, διαχειριζόταν τα ελληνικά άψογα. Το πρόβλημα ήταν η συνεννόηση μεταξύ των μελών της οικογένειας. Τη λύση έδωσε ο παππούς με χρυσή τομή την ελληνοβλαχική διάλεκτο…. Η γιαγιά θα μιλούσε βλάχικα (δεν ήθελε να ζορίσει την αγαπημένη του) κι εμείς παιδιά και εγγόνια θα της απαντούσαμε ελληνικά πετώντας που και που καμμιά λέξη βλάχικη. Αυτός είναι και ο λόγος που καταλαβαίνω τη γλώσσα αλλά δεν μπορώ να τη μιλήσω.
Οι μονοκατοικίες του 1950 είχαν και άλλα δύο χαρακτηριστικά. Τον κήπο και τα οικόσιτα ζώα, τα οποία σε συνδυασμό με την αποκλειστική φροντίδα της γιαγιάς έγραψαν ιστορίες απίστευτου γέλιου.
Οι κήποι είχαν αναχθεί σε «ήμερη ζούγκλα». Σε 60 τ.μ. είναι «απορίας άξιον» πως αναπτυσσόταν αρμονικά δύο κληματαριές, ένα γιασεμί, μια φουντουκιά, δυο μηλιές, μια ροδακινιά, μια κερασιά, μια αχλαδιά, μια μουσμουλιά, μια ακακία, μια λεμονιά και ένας άγριος φίκος, (σε βαρέλια και τα δύο που μπαινόβγαιναν στο σπίτι ανάλογα με την εποχή), γαρδένιες, κρίνα, ένα αιγόκλημα σκαρφαλωμένο στο φράχτη, τριανταφυλλιές και γαρυφαλλιές όλων των αποχρώσεων και ποικιλιών ακόμη και εκατόφυλλη για γλυκό, που ζάλιζαν τους περαστικούς με τις ευωδιές τους (ενώ εμένα μου προκαλούσαν αλλεργική καταρροή), πανσέδες, καρφίτσες, τριφύλλια, μοσχόφυλλα, βασιλικοί, μολόχες, παιώνιες και ό,τι άλλο λουλούδι εντυπωσίαζε τη γιαγιά στη λαϊκή κάθε Τετάρτη.
Όσο για τα οικόσιτα ζώα έβρισκαν καταφύγιο, τροφή και νερό οι κατατρεγμένες γάτες στην πίσω αυλή και έβοσκαν ανέμελα κότες και κουνελάκια, ώσπου τα τελευταία άρχισαν να κάνουν ανεπανόρθωτες ζημιές και κατέληξαν στην πήλινη γάστρα με κρεμμυδάκια…
Το σπίτι του παππού παρακολούθησε την ιστορία να ξεδιπλώνεται και αναβαθμίστηκε για να έχουν καλλίτερη διαβίωση τα μέλη της οικογένειας. Η λάμπα με το λαμπογυάλι παραχώρησε τη θέση της στους ηλεκτρικούς λαμπτήρες, το ψυγείο αντικατέστησε την παγωνιέρα, η ηλεκτρική κουζίνα τη φουφού, τη μασίνα και τη γάστρα, το καλοριφέρ τις θερμάστρες, το πλυντήριο τη σκάφη, η τηλεόραση το ραδιόφωνο, τα θερμοηχομονωτικά κουφώματα τα ξύλινα με το μονό τζάμι που έμπαζαν κρύο από κάθε χαραμάδα…
Ο χρόνος όμως, αυτός ο ζηλιάρης και δύστροπος συνοδοιπόρος του ανθρώπου, έσβησε σαν αστραπή τις ώρες της χαράς και οι αναμνήσεις πονάνε. Η εξαμελής οικογένεια άρχισε να συρρικνώνεται. Πρώτα οι γάμοι παιδιών και εγγονών και μετά οι απώλειες παππού, γιαγιάς και μητέρας άφησαν άδειο, δίχως χαρούμενες φωνές, δίχως ζωή, δίχως ψυχή το σπίτι του παππού… Χαμήλωσαν τα φώτα και έπεσε αυλαία έπειτα από 80 χρόνια ζωής, ιστορίας, θύμησης, αναμνήσεων…
Ένα νέο οικοδόμημα σύγχρονο, μεγαλύτερο, λειτουργικότερο, ίσως ομορφότερο θα πάρει τη θέση του όπου θα συνεχίσουν να ζουν οικογένειες για να διαγράψουν τον δικό τους κύκλο στο αέναο ταξίδι της ζωής!
Να θυμηθείς από βραδύς
ν` αλλάξεις δρόμο μην το δεις
το σπίτι στη γωνιά
δεν υπάρχει πια…
Με πολύ νοσταλγία
η πρώτη εγγονή
Αύγουστος 2026




























