Αντιμέτωποι με ένα ολοένα και πιο ασφυκτικό οικονομικό περιβάλλον βρίσκονται οι αρτοποιοί, καθώς η εκτόξευση του ενεργειακού κόστους, οι ανατιμήσεις στις πρώτες ύλες και η μειωμένη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών δημιουργούν συνθήκες έντονης πίεσης για τον κλάδο.
Το ζήτημα επανήλθε στο προσκήνιο μετά τις αναφορές για περισσότερους από 1.500 φούρνους που έχουν βάλει λουκέτο σε πανελλαδικό επίπεδο, με την Ομοσπονδία Αρτοποιών να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το μέλλον του κλάδου. Παράλληλα, κοινοβουλευτική ερώτηση του βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, Πάρι Κουκουλόπουλου, έφερε στο επίκεντρο την κατάσταση στη Δυτική Μακεδονία, ζητώντας να αποσαφηνιστεί πόσα από τα λουκέτα αφορούν την περιοχή και ποια μέτρα προτίθεται να λάβει η κυβέρνηση για τη στήριξη των επαγγελματιών, σε μια περιφέρεια που εξακολουθεί να δοκιμάζεται από τις συνέπειες της μετάβασης.
Μιλώντας στον “Π” ο ταμίας του Σωματείου Αρτοποιών Εορδαίας, Χρυσόστομος Καραγιαννάκης, περιέγραψε τη δύσκολη πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν οι επαγγελματίες, επισημαίνοντας πως το κόστος της ενέργειας και των πρώτων υλών έχει εκτοξεύσει τα λειτουργικά έξοδα των επιχειρήσεων.
Όπως ανέφερε, το κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος και του πετρελαίου έχει διπλασιαστεί, ενώ σημαντικές αυξήσεις καταγράφονται και στις πρώτες ύλες, με αποτέλεσμα τα περιθώρια αντοχής των αρτοποιείων να περιορίζονται διαρκώς.
«Υπάρχει πρόβλημα σε ό,τι αφορά την ενέργεια. Αυξήθηκαν και οι πρώτες ύλες, διπλασιάστηκε το ρεύμα και το πετρέλαιο και εκτοξεύθηκαν τα έξοδά μας», σημείωσε χαρακτηριστικά.

«Δεν ανοίγουν νέοι φούρνοι στην Εορδαία»
Στην περιοχή της Εορδαίας, σύμφωνα με τον κ. Καραγιαννάκη, την τελευταία τριετία δεν έχουν καταγραφεί κλεισίματα αρτοποιείων με τον τρόπο που παρατηρείται σε άλλες περιοχές. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι ο κλάδος δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα βιωσιμότητας.
Όπως εξήγησε, αρκετοί επαγγελματίες πλησιάζουν στη συνταξιοδότηση και νέοι φούρνοι δεν ανοίγουν. Το αποτέλεσμα είναι ότι τα καταστήματα σταδιακά αποσύρονται από την αγορά..
«Είναι ένα επάγγελμα που φθίνει. Δεν υπάρχει νέος που να ανοίγει αρτοποιείο. Είναι δύσκολο επάγγελμα, λόγω της νύχτας, του ωραρίου και της σωματικής καταπόνησης. Δεν υπάρχει μέλλον για τους νέους, είναι ανέφικτο», ανέφερε.
Την ίδια στιγμή, ο ίδιος έκανε λόγο για πρόσφατα λουκέτα σε αρτοποιεία στη Δυτική Μακεδονία, σημειώνοντας ότι δύο αρτοποιεία έκλεισαν στη Σιάτιστα και άλλα δύο στα Σέρβια μέσα στο τελευταίο δίμηνο.
Το αυξημένο κόστος περνά στον καταναλωτή
Η πίεση που δέχονται οι αρτοποιοί αποτυπώνεται και στις τιμές των προϊόντων. Όπως εξήγησε ο κ. Καραγιαννάκης, όταν το κόστος παραγωγής αυξάνεται διαρκώς, οι επαγγελματίες αναγκάζονται να μετακυλίσουν μέρος του στους καταναλωτές.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η τιμή του ψωμιού έχει αυξηθεί κατά περίπου 30 λεπτά την τελευταία διετία, ενώ ανοδικά κινούνται και οι τιμές σε προϊόντα όπως οι τυρόπιτες και τα κουλούρια.
Την ίδια ώρα, όμως, η κατανάλωση μειώνεται, καθώς οι μισθοί παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα και τα νοικοκυριά δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις αυξημένες ανάγκες τους.
«Να στηριχθούν όλες οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις»
Βασικό αίτημα των αρτοποιών είναι η λήψη ουσιαστικών μέτρων για την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους. Όπως ανέφερε ο κ. Καραγιαννάκης, θα πρέπει να υπάρξει μέριμνα και για τις μικρότερες επιχειρήσεις που επιβαρύνονται σημαντικά από την κατανάλωση ενέργειας, όπως οι ενεργοβόρες βιοτεχνίες.
Φόβος για περισσότερα λουκέτα
Η ανησυχία των επαγγελματιών δεν περιορίζεται στη σημερινή κατάσταση. Ο κ. Καραγιαννάκης εκτίμησε ότι, εάν συνεχιστεί η ίδια πορεία, οι δυσκολίες θα ενταθούν και σε άλλους κρίκους της αλυσίδας παραγωγής, όπως οι αλευρόμυλοι, καθώς οι αυξήσεις στις τιμές των αλεύρων επιβαρύνουν περαιτέρω το κόστος λειτουργίας των αρτοποιείων.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η σταδιακή αποδυνάμωση των παραδοσιακών φούρνων μπορεί να αλλάξει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο οι καταναλωτές προμηθεύονται το καθημερινό τους ψωμί, με μεγαλύτερη εξάρτηση από κατεψυγμένα και προψημένα προϊόντα που διατίθενται μέσω των σούπερ μάρκετ.
Όπως σημείωσε, ο παραδοσιακός φούρνος προσφέρει καθημερινά φρέσκο ψωμί, με συγκεκριμένες προδιαγραφές και ελεγχόμενες διαδικασίες παραγωγής, σε τιμή που, όπως υποστηρίζει, παραμένει χαμηλή σε σχέση με το συνολικό κόστος παραγωγής.






























