Η ταυτόχρονη ανασφάλεια στο Στενό του Ορμούζ και στην Ερυθρά Θάλασσα δημιουργεί μια κρίση με διάρκεια και κόστος που υπερβαίνουν τα «στενά» όρια της Μέσης Ανατολής. Για την Ελλάδα, το ουσιαστικό ερώτημα είναι πόσο θα διαρκέσει αυτή η πίεση και σε ποια κατάσταση θα βρει την οικονομία και τα εισοδήματα. Μια πρόσκαιρη υποχώρηση του πετρελαίου δεν αρκεί…
Οι δύο θαλάσσιες διαδρομές επιτελούν διαφορετικούς, αλλά συμπληρωματικούς ρόλους. Το Ορμούζ συνδέει τους παραγωγούς υδρογονανθράκων του Κόλπου με τις διεθνείς αγορές. Η Ερυθρά Θάλασσα αποτελεί το βασικό δρόμο του εμπορίου μεταξύ Ασίας και Ευρώπης, αλλά και διέξοδο για σαουδαραβικές εξαγωγές που παρακάμπτουν το Ορμούζ. Όταν πιέζονται και οι δύο, περιορίζονται τα περιθώρια αναπλήρωσης των απωλειών. Αυτό είναι και το στρατηγικό βάρος της παρατεταμένη κρίσης.
Η προέλαση των Χούθι στην Υεμένη, οι επιθέσεις σε σαουδαραβικούς στόχους και τα προβλήματα στις ενεργειακές υποδομές δυσκολεύουν την αναζήτηση ασφαλών εναλλακτικών. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον επιδιώκει να περιορίσει την επέκταση της σύγκρουσης, διατηρώντας επαφές με τους Χούθι. Όμως η διάσταση μεταξύ αμερικανικών και σαουδαραβικών προτεραιοτήτων υπογραμμίζει πόσο δύσκολη παραμένει μια συνολική συμφωνία. Οι επιμέρους συνεννοήσεις μειώνουν τον κίνδυνο, αλλά δεν αποκαθιστούν αυτομάτως την εμπιστοσύνη στις παγκόσμιες αγορές.
Η πρόσφατη (μικρή) αποκλιμάκωση της τιμής του πετρελαίου δεν αναιρεί αυτή την εικόνα. Οι πρόσθετες σαουδαραβικές προσφορές φορτίων μέσω Ομάν περιόρισαν τον φόβο της – ακόμα μεγαλύτερης – έλλειψης. Η αγορά αναπροσάρμοσε τις προσδοκίες της, χωρίς να θεωρεί ότι ο κίνδυνος εξέλιπε. Επιπλέον, η τιμή του αργού δεν αποτυπώνει ολόκληρο το πρόβλημα, και ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας επισημαίνει ιδιαίτερα έντονες πιέσεις στο ντίζελ, κρίσιμο καύσιμο για τις μεταφορές και την παραγωγή.
Για την παγκόσμια οικονομία, ο κίνδυνος είναι η συνύπαρξη επίμονης ακρίβειας και ασθενέστερης ανάπτυξης. Η ακριβότερη ενέργεια περιορίζει την παραγωγή και την κατανάλωση, ενώ η αβεβαιότητα αναβάλλει επενδύσεις. Εάν οι πληθωριστικές πιέσεις επιμείνουν, δυσκολεύει και η αποκλιμάκωση των επιτοκίων. Έτσι, μια θαλάσσια κρίση μπορεί να επιβαρύνει ταυτόχρονα το κόστος λειτουργίας μιας επιχείρησης και τη χρηματοδότησή της.
Η Ελλάδα είναι εκτεθειμένη σε αυτή τη διπλή πίεση. Η ύπαρξη εγχώριων διυλιστηρίων και ισχυρής ναυτιλίας δεν απομονώνει την αγορά μας από τις διεθνείς τιμές. Τα αυξημένα έσοδα ορισμένων ναυτιλιακών εταιρειών, ιδιαίτερα αυτών που ρισκάρουν διελεύσεις στο Ορμούζ, δεν μετατρέπονται – προφανώς – και σε ανακούφιση των νοικοκυριών. Αντίστοιχα, η προμήθεια ενέργειας από διαφορετικές χώρες μειώνει τον κίνδυνο διακοπής εφοδιασμού, αλλά δεν εξασφαλίζει χαμηλές τιμές σε μια αγορά όπου πολλοί αγοραστές αναζητούν τις ίδιες εναλλακτικές λύσεις.
Για τον Έλληνα καταναλωτή, η σοβαρότερη συνέπεια είναι ότι μπορεί να παραταθεί η χαμηλή αγοραστική του δύναμη. Ακόμη και όταν οι αυξήσεις επιβραδύνονται, οι προηγούμενες ανατιμήσεις δεν εξαφανίζονται. Εάν η αύξηση των μισθών και των συντάξεων δεν καλύπτει το συνολικό κόστος ζωής, η πίεση συνεχίζεται. Οι μικρές επιχειρήσεις, από την πλευρά τους, βρίσκονται ανάμεσα σε ακριβότερες προμήθειες, και σε πελάτες με μικρότερο πορτοφόλι. Δεν μπορούν ούτε να απορροφήσουν απεριόριστα τις αυξήσεις, αλλά ούτε και να τις μετακυλήσουν αυτόματα στις τιμές.
Στη Δυτική Μακεδονία, η ουσιαστικότερη περιφερειακή επίπτωση βρίσκεται στην οικονομική δραστηριότητα: στις οδικές μεταφορές, στην αγροτική παραγωγή, στη μεταποίηση και στο διαθέσιμο εισόδημα που στηρίζει την τοπική αγορά. Σε μια περιοχή που αναζητεί άμεσα νέες επενδύσεις και σταθερές θέσεις εργασίας, η παρατεταμένη αβεβαιότητα μπορεί να καθυστερήσει αποφάσεις που έχουν ιδιαίτερη σημασία για το μέλλον της.
Για τους επόμενους μήνες, εκτιμάται ότι θα διατηρηθεί η παγκόσμια αστάθεια και αβεβαιότητα. Οι ενεργειακές δαπάνες θα παραμείνουν πολύ υψηλές, με πρόσκαιρες μόνον υποχωρήσεις, όταν υπάρχουν ενδείξεις ή «καλλιεργούνται» προσδοκίες διπλωματικής λύσης. Η έκθεση του Σεπτεμβρίου του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, μεταθέτει την πλήρη ανάκαμψη της προσφοράς των παραγωγών της Μέσης Ανατολής στο Β’ Εξάμηνο του 2027. Η πρόβλεψη αυτή μπορεί – και ελπίζουμε – να αλλάξει, αλλά αποθαρρύνει την προσδοκία γρήγορης επιστροφής στην προηγούμενη κανονικότητα.
Μια βιώσιμη συμφωνία στην ευρύτερη περιοχή του Κόλπου, θα επέτρεπε σταδιακή ανακούφιση. Νέα πλήγματα σε υποδομές, αντίθετα, θα μπορούσαν να προκαλέσουν απότομες ανατιμήσεις. Συνεπώς η ελληνική απάντηση χρειάζεται ψυχραιμία, σχεδίαση και συγκεκριμένη στόχευση. Απαιτείται αυστηρός έλεγχος του ανταγωνισμού και των αδικαιολόγητων αυξήσεων, στήριξη των ευάλωτων εισοδημάτων και μέτρα που διατηρούν βιώσιμες τις παραγωγικές επιχειρήσεις. Το ζητούμενο είναι να μη μετατραπεί μια παρατεταμένη εξωτερική κρίση σε μόνιμη υποχώρηση του βιοτικού επιπέδου και των αναπτυξιακών προοπτικών της χώρας μας.






























