Πριν από δύο χρόνια έκαναν κάτι που για τους περισσότερους θα έμοιαζε με τρέλα. Άφησαν πίσω τους τη ζωή που γνώριζαν, πήραν τα παιδιά τους και ανηφόρισαν για τη Φουρνά Ευρυτανίας, πιστεύοντας ότι ένα μικρό χωριό μπορεί να γίνει ξανά τόπος για μια οικογένεια που θέλει να μεγαλώσει τα παιδιά της, να δουλέψει και να χτίσει από την αρχή τη ζωή της.
Η οικογένεια του Στέφανου και της Βάσως με τα έξι παιδιά ήταν η πρώτη που έκανε το μεγάλο βήμα, απαντώντας στο διαδικτυακό κάλεσμα της δασκάλας Παναγιώτας Διαμαντή και του πατέρα Κωνσταντίνου για την επιστροφή οικογενειών στα χωριά που ερήμωναν.
Τώρα, δύο χρόνια μετά, η ίδια οικογένεια γράφει τον επίλογο αυτής της προσπάθειας.
Η οικογένεια, μετά την προσπάθειά της στο όμορφο ορεινό χωριό, αποφάσισε ότι ο κύκλος εκεί έκλεισε και έφυγαν από τον τόπο που έγινε για δύο χρόνια σπίτι τους. Έχουν μάλιστα ήδη μετεγκατασταθεί στη Νάξο, τόπο καταγωγής του Στέφανου.
Σε ανάρτησή της η μητέρα της οικογένειας αφήνει ένα μεγάλο «ευχαριστώ» και εκείνη τη δύσκολη παραδοχή που συνοδεύει κάθε όνειρο όταν η πραγματικότητα αποδεικνύεται διαφορετική από αυτήν που είχε κανείς φανταστεί. Η ανάρτηση της Βάσως είναι, ουσιαστικά, ένας αποχαιρετισμός.
Ένας απολογισμός δύο χρόνων που ξεκίνησε με ενθουσιασμό και ελπίδα και ολοκληρώνεται με ανάμεικτα συναισθήματα. Γιατί η οικογένεια δεν πήγε στη Φουρνά για να δοκιμάσει απλώς την εμπειρία της επαρχίας. Πήγε με πρόθεση να μείνει. Και προσπάθησε.
Έβαλε χρήματα, δουλειά, χρόνο και προσωπικό κόπο για να δημιουργήσει μια δική της επαγγελματική δραστηριότητα. Το «Λίγο απ’ όλα» έγινε το μικρό κατάστημα που συνδέθηκε με την παρουσία της οικογένειας στο χωριό. Καφές, γλυκά, φαγητό, μεζέδες, ποτό και μια προσπάθεια να δημιουργηθεί ένας χώρος που θα μπορούσε να λειτουργεί ως σημείο συνάντησης για τους κατοίκους και τους επισκέπτες. Η επιχείρηση παρουσιάστηκε τότε ως ένα από τα χειροπιαστά αποτελέσματα της προσπάθειας των νέων οικογενειών να εγκατασταθούν και να δραστηριοποιηθούν στη Φουρνά. Για τον Στέφανο και τη Βάσω, όμως, το «Λίγο απ’ όλα» ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ένα μαγαζί. Ήταν το στοίχημα ότι αυτή η μετακόμιση μπορούσε να γίνει μόνιμη. Ότι τα παιδιά θα μπορούσαν να μεγαλώσουν εκεί. Ότι η οικογένεια θα μπορούσε να βρει έναν νέο ρυθμό ζωής και να ριζώσει σε έναν τόπο που είχε ανάγκη από ανθρώπους, παιδιά, δουλειές και καθημερινή κίνηση.
Η ίδια στην ανάρτησή της γράφει πως μέσα σε αυτά τα δύο χρόνια έβαλαν «ό,τι είχαμε και δεν είχαμε». Και ίσως αυτή η φράση να συμπυκνώνει ολόκληρη την ιστορία τους. Δεν ήταν μια εύκολη απόφαση. Δεν ήταν μια εκδρομή στην επαρχία. Ήταν μια αλλαγή ζωής.
Όταν έφτασαν στη Φουρνά, η οικογένεια είχε ήδη πίσω της μια δύσκολη διαδρομή. Η ιστορία της είχε γίνει γνωστή ακριβώς επειδή αποτελούσε ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα της προσπάθειας να ξαναζωντανέψουν τα χωριά της ελληνικής υπαίθρου. Η ίδια η Βάσω είχε περιγράψει τότε πως αρχικά αντιμετώπισε με δυσπιστία το διαδικτυακό κάλεσμα, μέχρι που η επίσκεψη στη Φουρνά και κυρίως η αντίδραση των παιδιών της την έκαναν να δει διαφορετικά την προοπτική.
Και μαζί της ξεκίνησε ένα πείραμα που ξεπερνούσε τα όρια μιας οικογένειας. Η Φουρνά είχε γίνει σημείο αναφοράς για μια προσπάθεια αντιμετώπισης της δημογραφικής ερήμωσης. Η δασκάλα Παναγιώτα Διαμαντή, μαζί με τον ιερέα του χωριού, είχαν επιχειρήσει να προσελκύσουν οικογένειες με παιδιά ώστε να ενισχυθεί το σχολείο και ταυτόχρονα να επιστρέψει ζωή στην τοπική κοινωνία. Η πρωτοβουλία εξελίχθηκε στη συνέχεια στη «Νέα Ζωή στο Χωριό» και απέκτησε ευρύτερη δημοσιότητα. Η οικογένεια του Στέφανου και της Βάσως ήταν η πρώτη που έδειξε ότι το εγχείρημα μπορούσε να περάσει από τη θεωρία στην πράξη.
Στην ανάρτησή της η μητέρα της οικογένειας δεν κρύβει ότι υπήρξαν πράγματα που δεν εξελίχθηκαν όπως τα περίμεναν. Μιλάει για τις προσδοκίες που διαψεύστηκαν, για τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν και, κυρίως, για τους ανθρώπους που στάθηκαν δίπλα τους. Η οικογένεια ευχαριστεί τους ανθρώπους της Φουρνάς που τους άνοιξαν τις πόρτες των σπιτιών τους, που τους είπαν μια «καλημέρα», που τους έδωσαν έναν καλό λόγο, μια αγκαλιά, ένα χαμόγελο ή μια βοήθεια όταν τη χρειάστηκαν. Γιατί όταν μια οικογένεια εγκαταλείπει την πόλη και πηγαίνει σε έναν μικρό, ορεινό τόπο, το μεγαλύτερο στοίχημα δεν είναι μόνο να βρει σπίτι ή δουλειά. Είναι να πάψει να αισθάνεται ξένη. Να αποκτήσει ανθρώπους. Να δημιουργήσει σχέσεις. Να νιώσει ότι ανήκει.
Η Βάσω λέει πως αυτό συνέβη τουλάχιστον σε έναν σημαντικό βαθμό. Και γι’ αυτό οι άνθρωποι που τους αγάπησαν και τους στήριξαν δεν θα χαθούν μαζί με την απόφαση της οικογένειας να φύγει. Η Φουρνά ήταν για δύο χρόνια το σπίτι τους. Εκεί μεγάλωσαν τα παιδιά τους, εκεί εργάστηκαν, εκεί γνώρισαν ανθρώπους, εκεί προσπάθησαν να ξαναστήσουν τη ζωή τους. Και μπορεί, τελικά, να μην κατάφεραν να ριζώσουν, όπως είχαν ονειρευτεί, όμως η παρουσία τους άφησε ένα αποτύπωμα.
«Ήρθαμε με καλή καρδιά και φύγαμε έχοντας δώσει ό,τι μπορούσαμε»
Συγκεκριμένα, στην ανάρτησή της η μητέρα της οικογένειας αναφέρει τα εξής:
«Ένα μεγάλο ευχαριστώ. Ήρθε η στιγμή να κλείσει ένας κύκλος που για εμάς ήταν από τους πιο δύσκολους, αλλά και από τους πιο σημαντικούς της ζωής μας.
Πριν από δύο χρόνια πήραμε μια μεγάλη απόφαση. Αφήσαμε πίσω μας τη ζωή που γνωρίζαμε και ήρθαμε στη Φουρνά με πίστη, όνειρα και την ελπίδα ότι μπορούμε κι εμείς, με τον δικό μας τρόπο, να προσφέρουμε κάτι σε αυτόν τον τόπο.
Δουλέψαμε, προσπαθήσαμε, κουραστήκαμε, βάλαμε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε και δημιουργήσαμε το δικό μας μικρό μαγαζί, το “Λίγο απ’ όλα”. Το αγαπήσαμε σαν να ήταν κομμάτι της οικογένειάς μας, γιατί μέσα του βάλαμε πολύ περισσότερα από χρήματα και δουλειά. Βάλαμε ψυχή, χρόνο, όνειρα και την ελπίδα ότι θα μπορέσουμε να ριζώσουμε εδώ.
Και μέσα σε αυτά τα δύο χρόνια γνωρίσαμε ανθρώπους που θα κρατήσουμε για πάντα στην καρδιά μας.
Θέλουμε λοιπόν να πούμε ένα μεγάλο, ειλικρινές ευχαριστώ στους ανθρώπους της Φουρνάς που στάθηκαν δίπλα μας. Σε εκείνους που μας άνοιξαν την πόρτα του σπιτιού τους, που μας έδωσαν μια καλημέρα, έναν καλό λόγο, μια αγκαλιά, μια βοήθεια, ένα χαμόγελο. Σε όλους εκείνους που μας έκαναν, έστω και για λίγο, να νιώσουμε ότι δεν είμαστε μόνοι.
Μπορεί τελικά η ζωή να μη μας τα έφερε όπως τα ονειρευτήκαμε. Μπορεί κάποιες προσδοκίες να αποδείχθηκαν διαφορετικές από την πραγματικότητα. Και ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο κομμάτι αυτού του αποχωρισμού.
Δεν φεύγουμε όμως με θυμό. Φεύγουμε με ανάμεικτα συναισθήματα, κρατώντας τα όμορφα και αφήνοντας πίσω όσα μας πλήγωσαν.
Θέλουμε μόνο να ξέρουν όλοι πως εμείς προσπαθήσαμε πραγματικά. Δεν ήρθαμε για να περάσουμε, ούτε φύγαμε επειδή δεν αγαπήσαμε αυτόν τον τόπο. Δώσαμε μια πραγματική ευκαιρία σε ένα όνειρο. Και όταν έρθει η ώρα να κοιτάξουμε πίσω, θα ξέρουμε ότι κάναμε ό,τι μπορούσαμε.
Η Φουρνά θα μείνει ένα κομμάτι της ζωής μας. Και οι άνθρωποι που μας αγάπησαν και μας στήριξαν θα έχουν πάντα μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μας.
Σας ευχαριστούμε για όλα όσα μας δώσατε αυτά τα δύο χρόνια.
Και αν κάποια πράγματα δεν έγιναν όπως τα περιμέναμε, ας μείνει τουλάχιστον η σκέψη ότι εμείς ήρθαμε με καλή καρδιά, προσπαθήσαμε με όλη μας τη δύναμη και φύγαμε έχοντας δώσει ό,τι μπορούσαμε. Να είστε όλοι καλά. Και ίσως κάποια “αντίο” να μην είναι για πάντα».




























