*Πρωτοδημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση της Κυριακάτικης Δημοκρατίας (17/05/26)
Η τραγική απόπειρα των δύο 17χρονων κοριτσιών στην Ηλιούπολη επανέφερε με οδυνηρό τρόπο στο προσκήνιο τη δυσκολία των ενηλίκων να αναγνωρίσουν εγκαίρως τη σοβαρότητα της εφηβικής ψυχικής οδύνης. Παρά τη διαρκώς αυξανόμενη ανησυχία γύρω από την ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων, η δημόσια συγκίνηση συνήθως εξαντλείται προτού προλάβει να διαμορφωθεί μια βαθύτερη κατανόηση της ψυχικής εμπειρίας των νέων ανθρώπων.
Η εφηβική ψυχική κατάρρευση σπάνια εμφανίζεται αιφνίδια. Διαμορφώνεται αθροιστικά μέσα από σιωπή, πίεση, ματαίωση και ένα αίσθημα εσωτερικής μοναξιάς που εγκαθίσταται αθόρυβα με το πέρασμα του χρόνου. Η πανδημία της COVID-19 και ο πολύμηνος εγκλεισμός σημάδεψαν μια κρίσιμη περίοδο της ζωής των εφήβων, κατά την οποία η επαφή με τους άλλους, η αίσθηση του ανήκειν και η σταδιακή αυτονόμηση αποτελούν θεμελιώδεις όρους ψυχικής ανάπτυξης. Η οθόνη έγινε ταυτόχρονα σχολείο, βασικός χώρος κοινωνικής παρουσίας, μέτρο σύγκρισης, πεδίο διαρκούς έκθεσης και καταφύγιο.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η κοινωνική αναγνώριση μοιάζει πια να εξαρτάται από τη συνεχή προβολή, την επίδοση και την άμεση επιβεβαίωση. Η επιδεικτική κατανάλωση, η εμπορευματοποιημένη εικόνα του σώματος και η δημόσια έκθεση της προσωπικής ζωής εδραιώθηκαν σταδιακά ως κυρίαρχες μορφές κοινωνικής παρουσίας. Για πολλούς εφήβους, η αβεβαιότητα και η ευαλωτότητα βιώνονται πλέον σχεδόν ως προσωπικό ελάττωμα. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο της εποχής μας είναι ότι ολοένα περισσότεροι νέοι μεγαλώνουν με την αίσθηση πως η αξία τους πρέπει να αποδεικνύεται αδιάκοπα. Η διαρκής αυτή δοκιμασία εγκαθιστά αθόρυβα τον φόβο πως ίσως τελικά δεν είναι αρκετοί για να αγαπηθούν ή να χωρέσουν μέσα στις σχέσεις τους με τους άλλους.
Πολλά παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε σπίτια όπου η αγωνία για το αύριο παραμένει μόνιμα παρούσα. Η αίσθηση ότι το μέλλον στενεύει πριν ακόμη αρχίσει πραγματικά η ζωή μετατρέπεται σταδιακά σε ψυχικό φορτίο δυσανάλογο της ηλικίας τους. Σε μια περίοδο όπου η εικόνα του εαυτού παραμένει εύθραυστη, η πεποίθηση ότι ίσως δεν θα μπορέσουν ποτέ να ανταποκριθούν σε όσα απαιτούνται από αυτούς μπορεί να αποκτήσει συντριπτική δύναμη.
Η εφηβεία χρειάζεται χώρο για δοκιμή, αμηχανία και λάθος, χωρίς κάθε δυσκολία να μετατρέπεται σε αίσθηση οριστικής αποτυχίας. Προϋποθέτει σχέσεις μέσα στις οποίες η ντροπή, η ματαίωση και ο φόβος μπορούν να ειπωθούν μακριά από την απαξίωση και τη διαρκή διόρθωση. Η δυνατότητα ενός παιδιού να μιλήσει για την ψυχική του δυσφορία διαμορφώνεται πολύ πριν από την εκδήλωση μιας κρίσης.
Συχνά, όμως, οι ενήλικες μεταφέρουν στα παιδιά ανεπεξέργαστους φόβους και τραύματα που δεν κατόρθωσαν ποτέ να νοηματοδοτήσουν οι ίδιοι. Η οικογένεια μπορεί να λειτουργήσει ως χώρος ασφάλειας και ψυχικής ανθεκτικότητας, ενώ σε άλλες περιπτώσεις αναπαράγει την αγωνία και την αίσθηση ότι η αγάπη εξαρτάται από την επίδοση, την προσαρμογή και την ικανότητα να μην επιβαρύνεις τους άλλους με όσα αισθάνεσαι.
Για πολλούς εφήβους, το μέλλον παύει σταδιακά να βιώνεται ως υπόσχεση ζωής και αρχίζει να μοιάζει με έναν χώρο διαρκούς ψυχικής δοκιμασίας. Πίσω από σιωπές που συχνά παρερμηνεύονται ως αδιαφορία, θυμό ή απόσυρση, εξακολουθεί να υπάρχει η ανάγκη για έναν ενήλικα πρόθυμο να παραμείνει παρών απέναντι στην αγωνία, τη ματαίωση και την εσωτερική σύγχυση, δίχως βιαστικές ακυρώσεις ή διορθώσεις. Μέσα σε αυτή την εμπειρία ουσιαστικής παρουσίας, ένας έφηβος μπορεί αθόρυβα να ξαναβρεί τη δυνατότητα να φαντάζεται τον εαυτό του μέσα στο μέλλον.




























