Από την 1η Απριλίου 2026 τίθεται σε ισχύ η νέα κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας στον χώρο της εστίασης, ωστόσο, σύμφωνα με ανακοίνωση του Πανελλήνιου Σωματείου Εστιατορίων – Καφετεριών – Τουριστικών Επιχειρήσεων και Συναφών Επαγγελμάτων Ελλάδας (ΠΑΝΣΕΚΤΕ), η εφαρμογή της δεν είναι υποχρεωτική για όλες τις επιχειρήσεις του κλάδου, αλλά μόνο για τα καταστήματα που είναι μέλη των φορέων που την υπέγραψαν, δηλαδή των ΠΟΕΕΤ, ΓΣΕΕ, ΠΟΕΣΕ και ΓΣΕΒΕΕ. Όπως αναφέρεται στο κατεπείγον δελτίο Τύπου του σωματείου, η νέα σύμβαση προβλέπει αυξήσεις στους μισθούς, τις οποίες το ΠΑΝΣΕΚΤΕ δηλώνει ότι στηρίζει ως κατεύθυνση, εκφράζοντας όμως ταυτόχρονα έντονο προβληματισμό για την οικονομική επιβάρυνση που, όπως υποστηρίζει, δημιουργείται στις πολύ μικρές επιχειρήσεις του επισιτισμού .
Με βάση τον πίνακα αποδοχών που συνοδεύει τη σύμβαση και ισχύει από 1η Απριλίου 2026, στα καταστήματα περίπτωσης Ι ο αρχιμάγειρας αμείβεται με 1.100 ευρώ, ο μάγειρος Α’ με 950 ευρώ, ο μάγειρος Β’ επίσης με 950 ευρώ, ενώ ο μάγειρος Γ’, ο μπουφετζής, ο λαντζέρης και ο ψήστης ή ντονερτζής με 940 ευρώ. Στο λοιπό προσωπικό, οι σερβιτόροι αμείβονται βάσει του άρθρου 54 του νόμου 2224/1994 ή με μηνιαίο μισθό 1.050 ευρώ, ο βοηθός σερβιτόρου με 940 ευρώ, ο μπάρμαν με 950 ευρώ, ο βοηθός μπάρμαν με 940 ευρώ, ο αποθηκάριος με 940 ευρώ, οι πωλητές φαγητών και οι ταμίες με 940 ευρώ, ενώ το προσωπικό γενικών καθηκόντων με 930 ευρώ. Στα καταστήματα περίπτωσης ΙΙ, ο μπουφετζής, οι πωλητές και πωλήτριες κρύων φαγητών και οι ταμίες αμείβονται με 940 ευρώ, όπως και ο ψήστης ή τεχνίτης πιτσαρίας, ο καθαριστής και ο λαντζέρης, ενώ ο σερβιτόρος αμείβεται επίσης βάσει του άρθρου 54 του νόμου 2224/1994 ή με μηνιαίο μισθό 1.050 ευρώ, ο μπάρμαν με 950 ευρώ, ο βοηθός μπάρμαν με 940 ευρώ και το προσωπικό γενικών καθηκόντων με 930 ευρώ .
Στην ίδια ανακοίνωση, το ΠΑΝΣΕΚΤΕ υποστηρίζει ότι τουλάχιστον το 70% των καταστημάτων εστίασης και διασκέδασης δεν είναι μέλη των συγκεκριμένων φορέων και, κατά συνέπεια, δεν υποχρεούνται να ενταχθούν στη νέα κλαδική σύμβαση. Το σωματείο σημειώνει ακόμη ότι η αύξηση του μισθολογικού κόστους έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν αυξημένα λειτουργικά έξοδα, ανατιμήσεις στις πρώτες ύλες και πίεση από το ενεργειακό κόστος, εκτιμώντας ότι αυτό μπορεί να οδηγήσει σε νέες αυξήσεις τιμών για τον καταναλωτή. Παράλληλα, επικαλείται απώλεια πελατείας στον επισιτισμό που, όπως αναφέρει, έχει φθάσει το 52%, ζητώντας πιο στοχευμένες παρεμβάσεις ώστε να ενισχυθούν ταυτόχρονα οι εργαζόμενοι και η βιωσιμότητα των μικρών επιχειρήσεων .

































