Η Ελλάδα έχει ανακτήσει σημαντικό μέρος του χαμένου εδάφους στις επενδύσεις μετά το ιστορικά χαμηλό επίπεδο της προηγούμενης δεκαετίας, ωστόσο εξακολουθεί να απέχει αισθητά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το 2025 οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου έφτασαν στο 16,88% του ΑΕΠ, έναντι 21,32% στην ΕΕ-27, με το χάσμα να εντοπίζεται κυρίως στις κατοικίες, στις υπόλοιπες κατασκευές και στις επενδύσεις σε λογισμικό, έρευνα και άλλα στοιχεία πνευματικής ιδιοκτησίας. Την ίδια στιγμή, οι δημόσιες επενδύσεις βρίσκονται πλέον κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που μεταφέρει το βάρος του προβλήματος στον ιδιωτικό και ιδιαίτερα στον επιχειρηματικό τομέα, σύμφωνα με νέα μελέτη του ΚΕΦΙΜ που βασίζεται σε στοιχεία της Eurostat.
Η μελέτη, με τίτλο «Ο Ακαθάριστος Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου στην Ελλάδα και την ΕΕ-27 (2000–2025)», παρακολουθεί σε βάθος 25ετίας την πορεία των επενδύσεων σε κτίρια, κατοικίες, υποδομές, μηχανήματα, μεταφορικό εξοπλισμό, τεχνολογίες πληροφορικής και άυλο κεφάλαιο.
Από το 25,5% πριν από την κρίση στο 11% – και τώρα στο 16,9%
Η διαδρομή των επενδύσεων στην Ελλάδα αποτυπώνει με έντονο τρόπο την οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας.
Το 2000 ο Ακαθάριστος Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου αντιστοιχούσε στο 25,94% του ελληνικού ΑΕΠ και το 2007 βρισκόταν ακόμη στο 25,53%. Ακολούθησε μια ιδιαίτερα βαθιά υποχώρηση, με τον δείκτη να φτάνει μόλις στο 10,97% το 2019.
Από το 2020 καταγράφεται σταδιακή ανάκαμψη: στο 16,04% το 2024 και στο 16,88% το 2025. Παρά την άνοδο, η Ελλάδα παραμένει περίπου 4,4 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από το 21,32% της ΕΕ-27 και σχεδόν 8,7 μονάδες χαμηλότερα από το ελληνικό επίπεδο του 2007.
Η διαφορά είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική εάν εξεταστεί η μεταβλητότητα των τελευταίων 25 ετών. Ο ευρωπαϊκός δείκτης κινήθηκε σε σχετικά περιορισμένο εύρος, ενώ στην Ελλάδα καταγράφηκε μεταβολή περίπου 14,5 ποσοστιαίων μονάδων.
Το πρόβλημα βρίσκεται κυρίως στις ιδιωτικές επενδύσεις
Ένα από τα βασικότερα ευρήματα της μελέτης είναι ότι η σημερινή απόσταση από την Ευρώπη δεν εξηγείται κυρίως από τις δημόσιες επενδύσεις.
Το 2024 οι δημόσιες επενδύσεις στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν στο 3,71% του ΑΕΠ, έναντι 3,68% στην ΕΕ-27.
Η εικόνα αλλάζει δραματικά στις επιχειρήσεις. Οι επιχειρηματικές επενδύσεις στην Ελλάδα ήταν μόλις 8,48% του ΑΕΠ, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση έφταναν στο 12,69%. Πρόκειται για διαφορά 4,21 ποσοστιαίων μονάδων.
Το ενδιαφέρον είναι ότι το συγκεκριμένο πρόβλημα δεν εμφανίστηκε με την κρίση χρέους. Ήδη από το 2002 οι επιχειρηματικές επενδύσεις στην Ελλάδα βρίσκονταν στο 7,92% του ΑΕΠ, έναντι 12,26% στην ΕΕ.
Οι συντάκτες της έρευνας εκτιμούν, επομένως, ότι πρόκειται για περισσότερο διαρθρωτική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας και όχι αποκλειστικά για συνέπεια της οικονομικής κρίσης.
Η μεγάλη κατάρρευση στις κατοικίες
Η πιο εντυπωσιακή μεταβολή της 25ετίας καταγράφεται στις κατοικίες.
Το 2007 οι επενδύσεις σε κατοικίες είχαν φτάσει στο 10,99% του ΑΕΠ, έναντι 6,41% στην ΕΕ. Δέκα χρόνια αργότερα, το 2017, είχαν περιοριστεί στο μόλις 0,61%, καταγράφοντας πτώση άνω του 94%.
Ακολούθησε ανάκαμψη, η οποία όμως μέχρι σήμερα δεν έχει καλύψει τη διαφορά: το ποσοστό έφτασε στο 2,56% το 2024 και στο 3,07% το 2025. Για το 2024, ο αντίστοιχος μέσος όρος της ΕΕ ήταν 5,09%.
Η εικόνα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και λόγω της σημερινής στεγαστικής πίεσης. Η μελέτη συνδέει την ενίσχυση της οικοδομικής δραστηριότητας και της προσφοράς κατοικιών με τη δυνατότητα περισσότερων νοικοκυριών και νέων ανθρώπων να αποκτήσουν πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή στέγη.
Ανάλογη, αν και μικρότερη, υστέρηση παρουσιάζεται στις υπόλοιπες κατασκευές. Το 2025 οι σχετικές επενδύσεις στην Ελλάδα ανήλθαν στο 4,21% του ΑΕΠ, έναντι 5,61% στην ΕΕ-27.
Τρεις κατηγορίες εξηγούν σχεδόν ολόκληρη την απόσταση από την ΕΕ
Η ανάλυση για το 2024 δείχνει με μεγαλύτερη ακρίβεια από πού προκύπτει το επενδυτικό χάσμα.
Εκείνη τη χρονιά, ο συνολικός Ακαθάριστος Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου ήταν 16,04% του ΑΕΠ στην Ελλάδα και 21,18% στην ΕΕ-27, δηλαδή η απόσταση έφτανε τις 5,14 ποσοστιαίες μονάδες.
Οι τρεις μεγαλύτερες αρνητικές αποκλίσεις ήταν:
- Κατοικίες: 2,56% στην Ελλάδα έναντι 5,09% στην ΕΕ, διαφορά -2,53 μονάδων
- Λοιπές κατασκευές: 3,98% έναντι 5,57%, διαφορά -1,59 μονάδων
- Πνευματική ιδιοκτησία: 2,80% έναντι 4,14%, διαφορά -1,34 μονάδων
Μόνο αυτές οι τρεις κατηγορίες δημιουργούν αθροιστικά διαφορά 5,46 μονάδων, δηλαδή ακόμη μεγαλύτερη από το συνολικό χάσμα. Αυτό συμβαίνει επειδή σε άλλες κατηγορίες η Ελλάδα βρίσκεται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και αντισταθμίζει ένα μικρό τμήμα της υστέρησης.
Η θετική έκπληξη στις επενδύσεις τεχνολογίας
Η πιο καθαρή θετική εξαίρεση βρίσκεται στον εξοπλισμό Πληροφορικής, Επικοινωνιών και Ενημέρωσης.
Το 2024 οι σχετικές επενδύσεις στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν στο 1,51% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ-27 ήταν μόλις 0,70%.
Η Ελλάδα, δηλαδή, βρισκόταν σε επίπεδο υπερδιπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Η μελέτη σημειώνει ότι αυτή η εξέλιξη ενδέχεται να συνδέεται και με τις χρηματοδοτήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης για έργα ψηφιακού μετασχηματισμού.
Θετική είναι συνολικά και η εικόνα στον μηχανολογικό και μεταφορικό εξοπλισμό. Το σύνολο του εξοπλισμού έφτασε το 2025 στο 6,8% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, έναντι 6,4% στην ΕΕ.
Ειδικότερα, στον πολιτικό μηχανολογικό εξοπλισμό η Ελλάδα βρισκόταν στο 3,71% έναντι 3,52% στην ΕΕ, ενώ στον μεταφορικό εξοπλισμό εξακολουθεί να υπάρχει υστέρηση: 1,49% στην Ελλάδα έναντι 1,83% στην ΕΕ το 2025.
Το δεύτερο μεγάλο στοίχημα: έρευνα, λογισμικό και άυλο κεφάλαιο
Παρά την πρόοδο των τελευταίων ετών, σημαντική απόσταση καταγράφεται στις επενδύσεις που σχετίζονται με τη γνώση.
Στην κατηγορία της πνευματικής ιδιοκτησίας περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, το λογισμικό, η έρευνα και ανάπτυξη και άλλα άυλα περιουσιακά στοιχεία.
Η Ελλάδα πέρασε από το 1,19% του ΑΕΠ το 2000 στο 2,78% το 2025. Η ΕΕ-27, ωστόσο, κινήθηκε από το 3,03% στο 4,35% την ίδια περίοδο.
Παρά τη σύγκλιση που έχει συντελεστεί, η ευρωπαϊκή οικονομία εξακολουθεί, σύμφωνα με τη μελέτη, να κατευθύνει αναλογικά πολύ περισσότερους πόρους στο άυλο κεφάλαιο. Οι συγγραφείς θεωρούν αυτή την απόσταση μία από τις σημαντικότερες μακροπρόθεσμες προκλήσεις για την παραγωγικότητα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία τεχνολογίες όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη αποκτούν όλο και μεγαλύτερο οικονομικό βάρος.
Πιο «βιομηχανικό» το ελληνικό επενδυτικό μείγμα
Η σύγκριση δεν αφορά μόνο το πόσα επενδύει κάθε οικονομία, αλλά και το πού κατευθύνονται τα χρήματα.
Το 2024 ο εξοπλισμός –μεταφορικός, ICT, μηχανολογικός και οπλικά συστήματα– αντιπροσώπευε περίπου το 41% του συνολικού ελληνικού ΑΣΠΚ, έναντι μόλις 30% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αντίθετα, οι κατοικίες αποτελούσαν το 16% του ελληνικού επενδυτικού μείγματος έναντι 24% στην ΕΕ, ενώ η πνευματική ιδιοκτησία είχε μερίδιο 17% στην Ελλάδα έναντι 20% στην ΕΕ.
Με απλά λόγια, από κάθε ευρώ που επενδύεται στην Ελλάδα, μεγαλύτερο μέρος κατευθύνεται σε εξοπλισμό και μικρότερο σε κατοικίες και άυλο κεφάλαιο σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Αυτό αποτυπώνεται και στο Γράφημα 11 της μελέτης.
Τι άλλαξε από το 2009
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκριση της σημερινής διάρθρωσης των επενδύσεων με την αρχή της κρίσης.
Το 2009 οι συνολικές επενδύσεις αντιστοιχούσαν στο 20,44% του ΑΕΠ. Το 2024 βρίσκονταν στο 16,04%, δηλαδή 4,4 μονάδες χαμηλότερα.
Η πτώση όμως δεν ήταν ίδια σε όλους τους τομείς.
Οι επενδύσεις σε κατοικίες μειώθηκαν από 6,63% του ΑΕΠ το 2009 σε 2,56% το 2024, απώλεια 4,07 μονάδων. Οι λοιπές κατασκευές υποχώρησαν από 5,97% σε 3,98%, χάνοντας άλλες 1,99 μονάδες.
Στον αντίποδα, οι επενδύσεις σε πνευματική ιδιοκτησία αυξήθηκαν από 1,18% σε 2,80%, δηλαδή κατά 1,63 ποσοστιαίες μονάδες ή 138% σε σχετικούς όρους. Ο μεταφορικός εξοπλισμός ενισχύθηκε κατά 0,33 μονάδες και το ICT κατά 0,23.
Έτσι, η σημερινή ελληνική οικονομία έχει, κατά τους συγγραφείς, ένα περισσότερο ισορροπημένο επενδυτικό μείγμα από εκείνο πριν από την κρίση: λιγότερο εξαρτημένο από την οικοδομή κατοικιών και περισσότερο προσανατολισμένο στον εξοπλισμό, στην ψηφιακή υποδομή και στο άυλο κεφάλαιο.
Το βασικό πρόβλημα, ωστόσο, παραμένει ότι το συνολικό ύψος των επενδύσεων δεν έχει ακόμη συγκλίνει με τα ευρωπαϊκά επίπεδα.
Τι σημαίνει το επενδυτικό χάσμα για οικονομία και νοικοκυριά
Η σημασία των αριθμών δεν περιορίζεται στους μακροοικονομικούς δείκτες.
Χαμηλότερες επενδύσεις σημαίνουν μικρότερη αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας και της παραγωγικότητας, γεγονός που μακροπρόθεσμα επηρεάζει τις δυνατότητες για υψηλότερους μισθούς και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας.
Η υστέρηση σε έρευνα, λογισμικό και άυλο κεφάλαιο μπορεί επίσης να επιβραδύνει την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών από τις ελληνικές επιχειρήσεις. Αντίστοιχα, οι χαμηλές επενδύσεις στις κατοικίες συνδέονται με περιορισμένη αύξηση της προσφοράς νέας στέγης, την ώρα που το στεγαστικό έχει εξελιχθεί σε σημαντικό ζήτημα για τα νοικοκυριά.
Πού βάζει τις προτεραιότητες η μελέτη
Με βάση τα ευρήματα, το ΚΕΦΙΜ προτάσσει τρεις κύριες κατευθύνσεις: περισσότερες ιδιωτικές και κυρίως επιχειρηματικές επενδύσεις, ταχύτερη ανάκαμψη της κατασκευής κατοικιών και ενίσχυση των επενδύσεων σε έρευνα, λογισμικό και καινοτομία.
Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ και συντάκτης της μελέτης, Νίκος Ρώμπαπας, επισημαίνει ότι η άνοδος των επενδύσεων τα τελευταία χρόνια αποτελεί θετική εξέλιξη, αλλά δεν αρκεί για να κλείσει η απόσταση από την Ευρώπη. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών και στις επιχειρηματικές επενδύσεις που μπορούν να ενισχύσουν την παραγωγικότητα και την απασχόληση.
Τη μελέτη συνέγραψαν ο Νίκος Ρώμπαπας και ο βοηθός ερευνητής του ΚΕΦΙΜ Χρήστος Λούκας. Τα στοιχεία προέρχονται κυρίως από τη Eurostat και καλύπτουν την περίοδο 2000-2025. Στο ίδιο το Policy Brief γνωστοποιείται επίσης ότι κατά την εκπόνησή του χρησιμοποιήθηκαν εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για υποστήριξη στην έρευνα, την επεξεργασία και την παρουσίαση του υλικού, με το ΚΕΦΙΜ να διευκρινίζει ότι ακολούθησε ανθρώπινος έλεγχος και ότι την ευθύνη για την ανάλυση και τα συμπεράσματα φέρουν οι συγγραφείς.




























