Σε περιβάλλον έντονης πίεσης εξακολουθούν να κινούνται οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις στη Βόρεια Ελλάδα, όπως προκύπτει από το εξαμηνιαίο δελτίο οικονομικού κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το πρώτο εξάμηνο του 2026. Πτώση τζίρου και ζήτησης, περιορισμός των παραγγελιών και, κυρίως, σημαντική επιδείνωση της ρευστότητας συνθέτουν μια εικόνα που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για τη Δυτική Μακεδονία, παρότι η έρευνα δεν δίνει ξεχωριστά στοιχεία για την Περιφέρεια.
Τα στοιχεία για τον κύκλο εργασιών δείχνουν ότι το 43% των επιχειρήσεων στη γεωγραφική κατηγορία της Βόρειας Ελλάδας είδε τα έσοδά του να μειώνονται κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, ενώ αύξηση κατέγραψε το 24,9%. Η εικόνα είναι δυσμενέστερη από εκείνη της Αττικής, όπου το ποσοστό των επιχειρήσεων με μειωμένο τζίρο ήταν 37,4%, και πλησιάζει περισσότερο την Κεντρική Ελλάδα, όπου η μείωση αφορά το 45,8%.
Ανάλογη είναι η κατάσταση και στη ζήτηση. Στη Βόρεια Ελλάδα το 45,5% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι η ζήτηση για τα αγαθά ή τις υπηρεσίες του μειώθηκε, έναντι 21,3% που κατέγραψε αύξηση και 32,1% που δεν είδε μεταβολή. Πρόκειται για μία από τις δυσμενέστερες επιδόσεις μεταξύ των γεωγραφικών ενοτήτων της έρευνας, πολύ κοντά στο 46,6% της Κεντρικής Ελλάδας.
Η υποχώρηση της ζήτησης περνά και στις σχέσεις των επιχειρήσεων με τους προμηθευτές τους. Στη Βόρεια Ελλάδα το 44% περιόρισε τις παραγγελίες του στο πρώτο μισό του 2026, ενώ μόλις το 20,6% τις αύξησε και το 33,2% τις διατήρησε στα ίδια επίπεδα.
Το εντονότερο, ωστόσο, πρόβλημα καταγράφεται στη ρευστότητα. Περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις της Βόρειας Ελλάδας, ποσοστό 53,4%, ανέφεραν επιδείνωση κατά το πρώτο εξάμηνο, ενώ βελτίωση διαπίστωσε μόλις το 14,1%. Η Βόρεια Ελλάδα βρίσκεται έτσι πολύ κοντά στην Κεντρική Ελλάδα, όπου το αντίστοιχο αρνητικό ποσοστό φτάνει το 54,7%, και εμφανίζει αισθητά μεγαλύτερη πίεση από την Αττική και τα Νησιά Αιγαίου–Κρήτη.
Το πρόβλημα είναι εντονότερο στις οικονομικά μικρότερες επιχειρήσεις. Σε πανελλαδικό επίπεδο, το 55,2% όσων έχουν ετήσιο κύκλο εργασιών έως 50.000 ευρώ κατέγραψε μείωση ρευστότητας, ενώ στις επιχειρήσεις χωρίς προσωπικό το ποσοστό φτάνει το 55,5%.
Στο ήδη δύσκολο περιβάλλον προστίθεται το αυξημένο λειτουργικό κόστος. Πανελλαδικά, το 73,3% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι πληρώνει ακριβότερα την ηλεκτρική ενέργεια σε σχέση με το 2025, το 73,2% τα καύσιμα και το 77,5% τις πρώτες ύλες και τις προμήθειες. Οι μεσοσταθμικές αυξήσεις που αναφέρουν οι επιχειρήσεις κινούνται περίπου μεταξύ 25% και 28%.
Οι πιέσεις αυτές εμφανίζονται ήδη και στις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων. Σε πανελλαδικό επίπεδο, το 30,9% έχει τουλάχιστον μία ληξιπρόθεσμη οφειλή, ενώ το 13,3% δηλώνει τρεις ή περισσότερες καθυστερημένες υποχρεώσεις.
Δεν προκύπτει, παράλληλα, ισχυρή προσδοκία αντιστροφής της κατάστασης στο δεύτερο μισό του έτους. Στη Βόρεια Ελλάδα το 35% των επιχειρήσεων εκτιμά ότι ο κύκλος εργασιών του θα μειωθεί και το 24,9% ότι θα αυξηθεί. Ακόμη πιο επιφυλακτικές είναι οι προβλέψεις για τη ρευστότητα, καθώς το 39,7% αναμένει περαιτέρω επιδείνωση.
Η εικόνα που σχηματίζεται για τη Βόρεια Ελλάδα είναι επομένως αυτή μιας αγοράς που εξακολουθεί να λειτουργεί υπό σημαντική πίεση. Για τη Δυτική Μακεδονία τα στοιχεία δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αυτοτελή περιφερειακά δεδομένα, καθώς η έρευνα δεν δημοσιεύει ξεχωριστή αποτύπωση για Κοζάνη, Πτολεμαΐδα, Φλώρινα, Καστοριά ή Γρεβενά. Αποτελούν, ωστόσο, την πλησιέστερη γεωγραφική εικόνα που δίνει η συγκεκριμένη έρευνα για το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον του βόρειου τμήματος της χώρας.




























