Χαρίτων Καρανάσιος
Η ανέχεια τρομάζει τους ανθρώπους διαχρονικά, καθώς συνεπάγεται σωρεία δεινών: πείνα, πόνο, εξαφάνιση χαράς, απόγνωση. Αν εξετάσει όμως κανείς τα πράγματα με άλλο μάτι, αν ξύσει κανείς την πληγή, θα ανακαλύψει το μεγάλο μυστικό της πείνας και του πόνου. Αυτό λοιπόν που ζούμε τώρα, όσο κι αν ακούγεται προκλητικό και αλλόκοτο, είναι ευκαιρία αυτογνωσίας ως αρχή μιας φωτισμένης πορείας. Η αυτογνωσία, δηλ. απλά το «να ξέρεις τί σού γίνεται», δεν αρκεί. Στη συνέχεια πρέπει να γνωρίζεις και τον αληθινό δρόμο, και το πιο δύσκολο: να τον ακολουθήσεις. Δεν αρκεί να ξέρεις πού βρίσκεσαι και γιατί έφθασες εκεί. Χρειάζεται πολύ περισσότερο να αποφασίσεις πού θα πας, αλλά και να το κάνεις. Πριν από το «δεν ξέρουμε τί μάς γίνεται» όμως, δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε. Από εκεί ξεκινάμε.
Ο άνθρωπος είναι σώμα, ψυχή/καρδιά και πνεύμα. Το σώμα είναι ορατό, η ψυχή γίνεται αντιληπτή ως αίσθηση αυτοσυνείδησης της οντολογικής ύπαρξής μας, το πνεύμα είναι δύναμη ζωής και περιεχόμενο του ανθρώπου. Η ψυχή είναι τριμερής: νόηση (νους, λόγος, πνεύμα), θυμικό (συναίσθημα), επιθυμητικό (ορμές), όπως πρώτοι δίδαξαν οι αρχαίοι μας. Όλα αυτά είναι βέβαια αλληλοεξαρτώμενα και συνιστούν τον Ένα άνθρωπο, το πρόσωπο του ανθρώπου. Το κέντρο της ψυχής είναι ο νους, ο οποίος, αντί να έχει φωτισμένη λογική και να εμπνέεται από υψηλό πνεύμα, σέρνεται από άλογη λογική, την οποία επιβάλλουν οι κακές επιθυμίες, η εγωιστική διάθεση και η αλαζονεία. Ο νους σκοτίζεται και ανατροφοδοτεί τον όλο άνθρωπο με λανθασμένες εντολές. Έτσι, ο άνθρωπος έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, κυνηγά την άνεση κατακρίνοντας τους πάντες, ενώ ικανοποιεί την κοιλία και τα υπογάστριά του. Αυτό θεωρείται σήμερα το «περνάμε καλά». Και αυτό χάλασε, και ευτυχώς. Γενικά εννοώ, γιατί υπάρχουν και σκληρές περιπτώσεις.
Αυτοί και εδώ είμαστε. Καταστήσαμε κέντρο της καρδιάς μας την ηδονή, τη φιλαργυρία, την κενοδοξία. Και βέβαια είναι καλό να πασχίζουμε για τα υλικά αγαθά. Το πρόβλημα είναι όμως ότι η ύλη έγινε θεός μας και στόχος ζωής. Η ύλη είναι μέσον, όχι περιεχόμενο ζωής. Ο θεός έδωσε την ύλη να τη χρησιμοποιούμε, όχι να υποταχθούμε σε αυτή και να τη λατρεύουμε ως ουσία ζωής. Αυτό οδηγεί στον θάνατο της ύπαρξής μας. Κι αν νομίζουμε ότι τίποτε κακό δεν κάναμε, ένα και μόνον είναι αρκετό: έχουμε λάθος κίνητρο και σκοπό. Η ίδια πράξη, όταν έχει άλλο κίνητρο, είναι διαφορετική και έχει άλλο αποτέλεσμα. Τίποτε κακό δεν κάναμε, αλλά, όταν εντάσσεις τις ενέργειές σου σε άλλο πλαίσιο, τότε αυτές έχουν άλλο χαρακτήρα. Δεν είπε τυχαία ο Χριστός «ζητείτε πρώτον την βασιλείαν των ουρανών». Να ικανοποιείς τις ορμές σου, να αποκτάς χρήματα, να καμαρώνεις. Όλα καλά και άγια, αλλά να τα εντάσσεις στο πνεύμα του θεού και της συν-ύπαρξης με τον άλλο. Έτσι ξεπέσαμε σε νεοειδωλολατρία και νεοβαρβαρισμό, δηλαδή στην αποξένωση από τον συνάνθρωπο και την ικανοποίηση πρωτίστως των βιολογικών μας αναγκών. Το ίδιο έπαθαν και οι αρχαίοι Έλληνες: ανακήρυξαν τα πάθη θεούς, και τους λάτρευαν με θυσίες. Εμείς προχωρήσαμε πιο πέρα. Γίναμε οι ίδιοι Αφροδίτες, Νάρκισσοι, Διόνυσοι και Δίες, υποστασιάζοντας τα ίδια τα πάθη. Δηλαδή, ανακηρύξαμε τον εαυτό μας θεό με χαρακτήρα και περιεχόμενο που μάς προσδίδουν τα πάθη. Υπάρχει όμως και ένα εργαλείο-κλειδί στον μηχανισμό θεοποίησής μας: το χρήμα.
Καταστήσαμε θεό και κέντρο της καρδιάς μας το χρήμα (όχι βέβαια ως χαρτί και μέταλλο, αλλά το πνεύμα απόκτησης χρήματος), γιατί μέσω αυτού ικανοποιούμε τις ανάγκες του εγώ μας. Αυτό είναι πνεύμα του αντίχριστου. Είναι γνωστό ότι, όταν οι Εβραίοι υπέτασσαν ένα έθνος, επέβαλαν φόρο υποτέλειας 666 χρυσών χρυσών ταλάντων (Γ΄ Βασιλ. 10.14). Οι αριθμοί είναι απλώς αριθμοί. Ο συμβολισμός όμως του 666 είναι η οικονομική υποτέλεια, η οποία επιβλήθηκε ανεπαίσθητα και οικειοθελώς σε όλα τα προηγμένα έθνη. Πέρα από αριθμούς, το πρόβλημα είναι ότι ουσία της ζωής μας έγινε η ικανοποίηση του Εγώ ως αλόγου ζώου, σε αντίθεση με τον πνευματικό κατ’ εικόνα θεού πλασμένο άνθρωπο. Το πρώτο οδηγεί στην κόλαση, δηλ. την πλήρη απομόνωση κάθε ύπαρξης, το δεύτερο στον παράδεισο, δηλ. τη διατήρηση της σχέσης μεταξύ των ανθρώπων. Ο διάβολος ανέκαθεν την ίδια τέχνη ασκεί, χρησιμοποιώντας εκάστοτε μέσα αναλόγως περίστασης. Ο Αδάμ δεν είχε ανάγκη από ευρώ, ούτε εμείς να γίνουμε θεοί στη θέση του θεού, αλλά στην πράξη συμβαίνει το ίδιο: ζητούμε την ικανοποίηση του εγώ και όχι την προσφορά προς όλους. Διάβολος σημαίνει «όλοι για μένα», και μένει μόνος, θεός σημαίνει «εγώ για όλους», για αυτό είναι με όλους.
Και κάποια στιγμή επέρχεται η κατάρρευση, γιατί το κακό εμπεριέχει εξ αρχής την καταστροφή. Αυτό βιώνουμε σήμερα. Όχι πως δεν υπήρξαν κοινωνίες πτωχότερες από ό,τι εμείς, αλλά η παρούσα περίπτωση είναι χειρότερη λόγω απώλειας της άνεσης και ευμάρειας. Ο φτωχός δεν φοβάται τη φτώχεια, ο ευκατάστατος όμως που πτωχεύει υφίσταται συγκλονισμό, που μπορεί να οδηγήσει σε αυτοκτονία, επειδή αρνείται να συμβιβαστεί με την πραγματικότητα. Η φτώχεια επιφέρει πλήθος οικονομικών, κοινωνικών, ψυχολογικών δεινών: μείωση εισοδημάτων, ανεργία, αδυναμία εξασφάλισης επιουσίου, εντάσεις οικογενειακές και κοινωνικές, ανασφάλεια και κατάθλιψη, προβλήματα υγείας, άγχος και καρκίνο. Όλα αυτά τα υφιστάμεθα, επειδή εμπιστευθήκαμε το χρήμα ως περιεχόμενο ζωής. Αυτά είναι τα αποτελέσματα δαιμονικής πλάνης και σκοτισμένης λογικής.
Πείνα και πόνος είναι ευκαιρία αυτογνωσίας και αλλαγής πορείας. Από μόνα τους όμως δεν αρκούν. Αν δεν λάβουμε το μήνυμα να το «πάρουμε αλλιώς», τότε γίνονται όντως κόλαση. Αν όμως κατανοήσουμε το βαθύτερο νόημα και τα αξιοποιήσουμε με υπομονή, τότε οδεύουμε ορθά. Νιώθω ότι ο θεός μιλάει μέσα από τον πόνο, μάλιστα κυρίως μέσα από τον πόνο. Για λοξοδρομούντες είναι προειδοποίηση, για ορθοδρομούντες άσκηση ενδυνάμωσης, καθώς διαθέτουν περαιτέρω αποθέματα ψυχικής δύναμης. Ο απ. Παύλος, που υπέστη τα πάνδεινα, κατενόησε το μεγάλο μυστικό: «Η δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται». Δηλαδή, μόνον όταν πιεστεί κάποιος χρησιμοποιεί τη λανθάνουσα εσωτερική του δύναμη. Καθόλου τυχαίο πως όλοι οι άγιοι υπέφεραν παντοειδή μαρτύρια. Έτσι, η σημερινή συμφορά «από τον θεό είναι», που επέτρεψε να δούμε τα αποτελέσματα των πράξεών μας.
Αν ερμηνεύσουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο την κατάσταση, πρέπει να νιώσουμε ευλογημένοι, και να πούμε «Δόξα σοι ο θεός». Όλοι θεωρούνε ότι βρισκόμαστε στη δυσχερέστερη κατάσταση παγκοσμίως, αλλά μήπως είμαστε στην πλεονεκτικότερη; Το κλειδί είναι το κριτήριο: χρήμα ή σοφία; Η διάγνωση όμως δεν σημαίνει θεραπεία. Η θεραπεία πονά και χρειάζεται υπομονή και δύναμη. Αυτή είναι η κατάσταση. Θα την αντιμετωπίσουμε χωρίς κακομοιριά. «Ου πόσοι αλλά πού» ήταν το σύνθημα στη μονάδα Τεθωρακισμένων, όπου υπηρέτησα στον Έβρο: Δεν μάς ενδιαφέρει πόσοι είναι οι εχθροί, όσοι και νά ’ναι, αλλά πού είναι να τους αντιμετωπίσουμε. Όσο δύσκολη και να είναι η κατάσταση, εμείς θα κάνουμε αυτό που πρέπει.
Θεραπεία είναι η αντίθετη πορεία: Η φτώχεια και ο πόνος ταπεινώνουν, μάς κάνουν να εκτιμάμε τα λίγα, μάς κάνουν οικονομικότερους, λιτοδίαιτους, ελεύθερους από αναγκαιότητες, μάς μαλακώνουν, μάς κάνουν συγχωρητικούς. Όταν είσαι χαμηλά, νιώθεις τον άλλο που πάσχει, δείχνεις αλληλεγγύη. Το κυριότερο: ο νους καθαρίζει και φωτίζεται, ώστε αλλάζει η ιεράρχηση αξιών και πραγμάτων. Αποκολλάται κανείς από τα υλικά πράγματα, δηλ. τον εαυτό του, και συναντά τον άλλο. Από όπου και να ξεκινήσεις, πάντα στην αγάπη φθάνεις. Αυτή είναι η ευτυχία του ανθρώπου, γιατί έτσι έχει πλαστεί. Αγάπη σημαίνει «έκσταση από τον απομονωτισμό του εαυτού». Όλοι λέμε αλληλομεμπτικά, «κοιτάς μόνον τον εαυτούλη σου», «νοιάζεσαι μόνον για το τομάρι σου». Αν δεν ρίξεις μια ματιά δίπλα σου, θα ζεις στην κόλαση του εγωιστικού αυτισμού. Έτσι, η πτωχεία, η πείνα, ο πόνος, οδηγούν στην αυτογνωσία και τη Σοφία, η οποία οδηγεί σε Ταπείνωση κι Αγάπη.
Ο Χριστός δεν μίλησε έτσι ακαταλαβίστικα. Ποιός θα καταλάβαινε; Ποιός καταλαβαίνει σήμερα ακόμη και τα απλά αλλά αληθινά λόγια του; «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι», οι ταπεινοί, «Αγαπάτε αλλήλους, αγαπάτε τους εχθρούς». Ταπείνωση κι Αγάπη. Όποιος δεν έχει πεινάσει και πονέσει, δεν καταλαβαίνει, δεν αγαπάει, δεν «πονάει» τον άλλο. Όπως λέει και το τραγούδι: «Τίποτε δεν χάθηκε ακόμη όσο ζούμε και πονάμε». Το μόνον που ενδιαφέρει όμως όλους είναι να κατηγορούμε τους «παπάδες», λες κι αν αυτοί πάνε στην «κόλαση», εμείς θα κερδίσουμε κάτι.
Ας αφήσουμε κατά μέρος για λίγο αποπροσανατολισμούς της κοινής γνώμης, ανώφελες και στείρες αντιπαραθέσεις λόγων, την κατάκριση των πάντων, έστω κι αν έχουμε δίκαιο. Είναι πολύ πιο χρήσιμο να βοηθάμε κάθε καλή προσπάθεια, από όπου και αν προέρχεται. Εύχομαι φώτιση νου, δύναμη ψυχής, εγκράτεια σώματος, και πάνω από όλα «φτώχεια ευλογημένη», μήπως και βρει ο Διογένης με το φανάρι του κανέναν Άνθρωπο εφέτος. Αλλά ποιός ακούει…

































