Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι, κατ’ αρχάς να δηλώσω ότι στη διάκριση ανάμεσα στους απαισιόδοξους και στους αισιόδοξους ήμουν, είμαι και θα είμαι πάντα στην κατηγορία των αισιόδοξων. Σήμερα, ίσως περισσότερο από ποτέ. Και θα εξηγήσω το γιατί, και με τη βαθειά πεποίθηση ότι οι αισιόδοξοι πολλές φορές έχουν και δίκιο.
Κατ’ αρχάς, να σας ευχαριστήσω για την πρόσκληση και για την τιμή που μου κάνετε. Είναι ιδιαίτερη η χαρά που είμαι εδώ σήμερα, σε μια περίοδο που οι χρηματοοικονομικοί όροι έχουν μπει σε κάθε ελληνικό σπίτι. Νομίζω ότι πριν από μερικά χρόνια ποτέ δεν φανταζόμασταν ότι η ελληνική οικογένεια θα παρακολουθούσε τη πρόοδο των spread των ελληνικών ομολόγων, όπως το κάνει σήμερα.
Ζούμε μία περίοδο μεγάλων αλλαγών. Είναι πια κοινοτυπία αυτό. Ζούμε, όμως, και μια περίοδο που όλοι έχουμε καταλάβει ότι τίποτα πια δεν μπορεί να είναι όπως στο παρελθόν. Ζούμε μια περίοδο όπου κάθε Έλληνας και κάθε Ελληνίδα γνωρίζουν ότι είναι η ώρα για τις μεγάλες ανατροπές τώρα, όχι αργότερα, όχι σε ένα – δυο χρόνια. Τώρα πρέπει να κάνουμε όσα δεν έχουμε κάνει για δεκαετίες ολόκληρες.
Τώρα πρέπει να κάνουμε τις μεγάλες αλλαγές στις οικονομικές δομές, τώρα πρέπει να κάνουμε τις μεγάλες αλλαγές στο κράτος, στη δημόσια διοίκηση. Τώρα πρέπει να βάλουμε τις βάσεις για ένα βιώσιμο πρότυπο ανάπτυξης που θα δίνει δουλειές, θα διευκολύνει τις επενδύσεις, την επιχειρηματικότητα και θα διανέμει τον πλούτο με έναν πιο δίκαιο τρόπο.
Αυτό πιστεύω το έχουμε κατανοήσει όλοι και είμαι αισιόδοξος, γιατί μετά από οκτώ μήνες μίας εξαιρετικά επώδυνης πορείας, μπορώ να στέκομαι μπροστά με μία μικρή αχτίδα σιγουριάς ότι όλα αυτά τα οποία έγιναν, γίνονται και θα γίνουν, οδηγούν σε αποτελέσματα. Καλό είναι να κοιτάμε μπροστά, αλλά είναι και λίγο νωρίς να ξεχάσουμε από που ξεκινήσαμε.
Ξεκινήσαμε τον περασμένο Οκτώβριο με μία δημοσιονομική κατάσταση ενός ελλείμματος που είχε φτάσει στο 13,6% του ΑΕΠ. Πάνω από 10 μονάδες περισσότερο από όσο είχε προϋπολογιστεί στην αρχή του έτους.
Ένα δημόσιο χρέος στο 115% του ΑΕΠ, με μία δυναμική πραγματικά απαγορευτική, γιατί αν για χρόνια η Ελλάδα κατάφερνε να μείνει στην κόψη του ξυραφιού, μειώνοντας τα ελλείμματά της όσο χρειαζόταν, έτσι ώστε μαζί με ένα ταχύ ρυθμό ανάπτυξης να διατηρήσει ελεγχόμενο το δημόσιο χρέος, ήταν σαφές ότι με την κατάρρευση της ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια, αλλά ακόμη περισσότερο με τη δημοσιονομική διαχείριση, πλέον αυτή η ευαίσθητη ισορροπία έχει διαταραχθεί.
Ταυτόχρονα, ένα εξωτερικό έλλειμμα, ένα έλλειμμα στο εξωτερικό ισοζύγιο πρωτόγνωρο για μία χώρα, η οποία θέλει να συμμετέχει σε μία ζώνη κοινού νομίσματος, πρωτόγνωρο και προφανώς απαγορευτικό. Βρεθήκαμε ταυτόχρονα με ένα δημοσιονομικό έλλειμμα και με ένα έλλειμμα ανταγωνιστικότητας, δύο πολύ μεγάλα προβλήματα, τα οποία κληθήκαμε να αντιμετωπίσουμε άμεσα.
Ένα τρίτο πρόβλημα, στο οποίο νομίζω όλοι έχουμε αναφερθεί, όλοι το ζούμε και όλοι όσοι από εσάς – και οι περισσότεροι από εσάς έχετε επαφές και καθημερινή συνεργασία στο εξωτερικό – αντιλαμβάνεστε ως το πιο επώδυνο απ’ όλα, που είναι το έλλειμμα αξιοπιστίας.
Ουδείς πιστεύει, πίστευε την Ελλάδα, τα νούμερα τα οποία βγάζουμε, τις πολιτικές τις οποίες εφαρμόζουμε, τη θέλησή μας, τη βούλησή μας να κάνουμε αλλαγές. Είχαμε φτάσει σε ένα βαθμό αναξιοπιστίας, ο οποίος ακύρωνε ακόμα και τις πιο καλόπιστες προσπάθειες, ακύρωνε ακόμη και πραγματικές προσπάθειες για να αλλάξουμε τα πράγματα.
Αυτή ήταν η κατάσταση την οποία κληθήκαμε να διαχειριστούμε. Όλοι ξέρουμε ότι, εκτός από τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια, τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας είναι βαθύτερα, έχουν ρίζες, ρίζες δεκαετιών, δεν έγινε χθες.
Όλοι ξέρουμε ότι έχουν να κάνουν με ένα σπάταλο κράτος το οποίο, δεν γνωρίζει πώς δαπανά, δεν γνωρίζει πώς και από ποιους πρέπει να εισπράττει, αδιαφανές, συγκεντρωτικό, χωρίς κοινωνική λογοδοσία, όλα τα γνωρίσαμε αυτά.
Και η βούληση της Κυβέρνησης και του Πρωθυπουργού ήταν να αντιμετωπίσουμε αυτές τις ρίζες της κακοδαιμονίας του ελληνικού κράτους και της χώρας μας γενικότερα. Όμως, κληθήκαμε να κάνουμε έναν αγώνα δρόμου απέναντι σε ένα παράθυρο χρόνου που έκλεινε συνέχεια.
Η αναξιοπιστία της χώρας έκανε τις διεθνείς αγορές όλο και πιο δύσπιστες απέναντι στην προσπάθειά της να μπορεί να εξυπηρετεί το χρέος της. Μία προσπάθεια που ξέρουμε όλοι ότι οδήγησε στην εκτόξευση των spread στα ελληνικά ομόλογα σε πρωτόγνωρα επίπεδα και που σύντομα οδήγησε τη χώρα στην πλήρη αδυναμία δανεισμού από τις διεθνείς αγορές.
Εσείς το νιώσατε οι ίδιοι. Η διατραπεζική αγορά για τις ελληνικές τράπεζες έκλεισε τελείως και νιώσατε κι εσείς επάνω σας την αντανάκλαση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας.
Ευτυχώς για την Ελλάδα, τους μήνες αυτούς έγινε μια πάρα πολύ μεγάλη προσπάθεια, όχι μόνο από τη χώρα μας και από την πολιτική της ηγεσία, αλλά και από το σύνολο των χωρών της Ε.Ε., για να αντιμετωπιστούν παρόμοιες καταστάσεις. Ευτυχώς για την Ελλάδα, μπορέσαμε να αξιοποιήσουμε την απόφαση των χωρών της Ε.Ε. για τη δημιουργία ενός συστήματος βοήθειας της χώρας μας, ενός μηχανισμού πρωτόγνωρου για την Ε.Ε.
Πολλές φορές ασκούμε κριτική στη βραδύτητα των αποφάσεων. Βραδύτητα της Ε.Ε., σκεπτικισμός ορισμένων μελών που δεν ήθελαν να καταλάβουν πόσο γρήγορα μια κατάσταση σήμερα θα γίνει μια πολύ χειρότερη κατάσταση αύριο.
Όμως, η Ε.Ε. αντέδρασε. Αντέδρασε δημιουργώντας ένα πακέτο στήριξης 110 δισ. ευρώ, 80 από τα οποία ήταν από τις χώρες της Ε.Ε. και 30 από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Κι αυτό ήταν μια καινοτομία για τον τρόπο λειτουργίας της Ε.Ε.
Και σε δεύτερο στάδιο, αντιλαμβανόμενοι ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς ελληνικό, αλλά είναι ευρύτερο και τείνει να εξελιχθεί σε συστημικό, δημιουργώντας ένα αντίστοιχο ευρωπαϊκό μηχανισμό, 750 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 250 από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Είναι προφανές ότι τα χρήματα αυτά είναι για να στηρίξουν χώρες σε δυσκολία. Αλλά είναι για να στηρίξουν χώρες σε δυσκολία, και που κάνουν αυτά που πρέπει. Είναι για να στηρίξουν χώρες σε δυσκολία, αλλά αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους. Χώρες οι οποίες δείχνουν έμπρακτα ότι έχουν πάρει τις αποφάσεις τους. Και η Ελλάδα είναι μια τέτοια χώρα.
Η Ελλάδα υπέγραψε ένα μνημόνιο συνεργασίας με την Ε.Ε., την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Ένα μνημόνιο συνεργασίας για τις αρχές και για τα συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής. Ένα τριετές οικονομικό πρόγραμμα, με τρεις διαφορετικές πτυχές.
Η πρώτη και προφανής είναι η δημοσιονομική πτυχή. Μια προσπάθεια που δεν έχει ξαναγίνει στην Ευρώπη, να μειώσουμε το έλλειμμα κατά 11 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε 4 χρόνια, φέρνοντας το από τα 13,6% στο κάτω από το 3%.
Ένα πρόγραμμα επιθετικό και εμπροσθοβαρές. Με μέτρα που φτάνουν σχεδόν τις εννέα μονάδες του ΑΕΠ για το 2010, έτσι ώστε να ξεκινήσουμε με μια σημαντική μείωση 5,5 μονάδων και στο τέλος του 2010 να βρισκόμαστε στο 8,1% του ΑΕΠ. Ένα πρόγραμμα, που βασίζεται κυρίως στη μείωση των δαπανών, αλλά βεβαίως και στην αύξηση των εσόδων.
Ένα πρόγραμμα, το οποίο εξ ανάγκης είχε συμπεριλάβει και μερικές εξαιρετικά οδυνηρές επιλογές. Επιλογές, για παράδειγμα, μείωσης του μέσου μισθού στο δημόσιο τομέα κατά 14% σε ένα χρόνο. Καμία άλλη χώρα δεν το έχει κάνει αυτό.
Συνυπολογίζοντας και τον πληθωρισμό και την περαιτέρω μείωση που έχει να κάνει με την κατάργηση της αυτοτελούς φορολόγησης και την κανονική φορολόγηση των επιδομάτων, φτάνει σε μια μείωση κοντά στο 20%.
Μείωση των συντάξεων στο Δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα κατά 10%. Μείωση του λειτουργικού κόστους του δημόσιου τομέα οριζόντια κατά 10%. Αύξηση του ΦΠΑ κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες. Αυξήσεις στους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης ποτά, τσιγάρα, πετρέλαιο, κατά περίπου 30%.
Ένα σύνολο μέτρων που, νομίζω, ελάχιστοι σε αυτή την αίθουσα φανταζόντουσαν ότι μπορούσε οποιαδήποτε ελληνική Κυβέρνηση να λάβει. Και τα έλαβε μια Κυβέρνηση, η οποία έχει ένα συγκεκριμένο πολιτικό και ιδεολογικό στίγμα, γιατί ήξερε πολύ καλά πως η επιλογή είναι πάρα πολύ απλή. Είναι: ή αυτά τα μέτρα θα ληφθούν τώρα ή η χώρα θα βρεθεί σε πλήρη αδυναμία πληρωμών.
Η επιλογή, συνεπώς, δεν ήταν δύσκολη για εμάς και όποια σκέψη πολιτικού κόστους δεν μπορούσε να επικρατήσει. Όταν διακυβεύεται το μέλλον της χώρας, κάνεις αυτά που πρέπει να κάνεις. Όμως, όλοι αναγνωρίζουμε και ξέρουμε ότι μια πολιτική μείωσης των ελλειμμάτων μέσα από ένα εξαιρετικά αυστηρά πλαίσιο, όπως αυτό, από μόνη της είναι αδιέξοδη.
Το να μειώσεις τις δαπάνες και να αυξήσεις τα έσοδα αν δεν κάνεις ριζικές βαθιές τομές διαρθρωτικού χαρακτήρα, σε μερικά χρόνια θα σε ξαναφέρει ακριβώς στο ίδιο σημείο. Ξεκινήσαμε, λοιπόν, ταυτόχρονα να κάνουμε και αυτές τις ριζικές τομές.
Ξεκινήσαμε με ένα φορολογικό νομοσχέδιο, το οποίο επιχείρησε να δώσει μια μεγαλύτερη ισορροπία στο φορολογικό σύστημα, μεγαλύτερη δικαιοσύνη, να το κάνει πιο αποτελεσματικό. Εισήγαγε πρωτόγνωρα για την ελληνική πραγματικότητα εργαλεία, άρχισε να πολεμά με πραγματικά εργαλεία τη φοροδιαφυγή και νομίζω ότι ήδη τα πρώτα αποτελέσματα έχουν αρχίσει και φαίνονται.
Σήμερα, στο Υπουργικό Συμβούλιο, εγκρίναμε ένα νομοσχέδιο-τομή που αφορά στον τρόπο κατάρτισης, παρακολούθησης και εκτέλεσης του κρατικού Προϋπολογισμού.
Ένα νομοσχέδιο, το οποίο βάζει ξεκάθαρα όρια στις δαπάνες, το οποίο δίνει τη δυνατότητα στον εκάστοτε Υπουργό Οικονομικών να ελέγχει όχι απλώς την κεντρική κυβέρνηση, αλλά όλους τους φορείς της γενικής κυβέρνησης, από τα νοσοκομεία μέχρι τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης και την Τοπική Αυτοδιοίκηση.
Ένα νομοσχέδιο που δημιουργεί εργαλεία πραγματικού ελέγχου και κοινωνικής λογοδοσίας, με ένα ανεξάρτητο Γραφείο Προϋπολογισμού στη Βουλή, που εισάγει για πρώτη φορά στην Ελλάδα δημοσιονομικούς κανόνες.
Είμαστε από τις τρεις μόλις χώρες της Ευρώπης των 27, οι άλλες δυο είναι η Μάλτα και η Κύπρος, που δεν έχουν δημοσιονομικούς κανόνες. Ένα πλαίσιο, λοιπόν, το οποίο για πρώτη φορά εισάγει πραγματική λογιστική στο δημόσιο τομέα και όχι η ταμειακή βάση που έχουμε μέχρι σήμερα, και που δίνει τη δυνατότητα στο Δημόσιο να ξέρει πού ξοδεύει, γιατί το ξοδεύει, να κάνει έναν μεσοπρόθεσμο προγραμματισμό σε τριετή βάση και να ελέγχεται με απόλυτη διαφάνεια για τον τρόπο με τον οποίο δαπανά τα χρήματα του Έλληνα πολίτη.
Αυτές οι δυο μεγάλες τομές, η μια η οποία έχει ήδη θεσμοθετηθεί με το φορολογικό και την οποία ακολουθεί η αναδιοργάνωση του φορολογικού συστήματος, με τη συγκέντρωση, την αλλαγή του τρόπου με τον οποίον γίνονται οι έλεγχοι, το κλείσιμο μικρών Εφοριών όπου δεν χρειάζονται, τη δυνατότητα το να μπορέσει η ελληνική επιχείρηση να αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια για τη σχέση της με το κράτος, παράλληλα με την αλλαγή η οποία θα γίνει νόμος του κράτους το επόμενο 15νθήμερο, που έχει να κάνει με το δημοσιονομικό πλαίσιο, δίνει τη δυνατότητα να βάλουμε τις βάσεις για μια οικονομική διαχείριση, η οποία είναι μια ριζική τομή με το παρελθόν.
Και έτσι, να αξιοποιήσουμε και να μπορέσουμε να πατήσουμε πάνω στην πρόοδο που έχουμε κάνει μέχρι σήμερα. Και μέχρι σήμερα έχει γίνει πρόοδος. Είμαστε στα μέσα περίπου του χρόνου και με βάση τα στοιχεία του πρώτου πενταμήνου έχουμε μια μείωση του ελλείμματος του κρατικού Προϋπολογισμού κατά περίπου 40% – 39%, για να είμαι ακριβής.
Με μια αύξηση των εσόδων που σε περίοδο ύφεσης ξεπερνά το 8%, λίγο κάτω από το στόχο που έχει τεθεί, αλλά που εξισορροπείται πλήρως από μια μείωση των δαπανών πάνω από 10%, πολύ πάνω από το στόχο που έχει τεθεί.
Έχει κερδηθεί το στοίχημα; Όχι. Έχουμε, όμως, βάλει τις βάσεις και έχοντας μπροστά μας τις περαιτέρω ευεργετικές για τα έσοδα αυξήσεις του ΦΠΑ και των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης και για τη μείωση των δαπανών, των αποφάσεων που πήραμε το Μάιο, έχουμε τη βάσιμη ελπίδα και αισιοδοξία ότι για πρώτη φορά μετά από πάρα πολλά χρόνια, ο κρατικός Προϋπολογισμός θα κλείσει στο τέλος του χρόνου, πετυχαίνοντας ή και υπερβαίνοντας τους στόχους που έχουν τεθεί.
Δίπλα στις διαρθρωτικές αλλαγές που έχουν να κάνουν με το δημοσιονομικό πλαίσιο, ξεκινήσαμε τις μεγάλες τομές, τις οποίες χρωστούσε η ελληνική Πολιτεία στους πολίτες εδώ και πάρα πολύ καιρό.
Το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα χωρίς παρεμβάσεις, από το 12% του ΑΕΠ που δαπανά σήμερα, σύμφωνα με τις προβολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της δικής μας της Ελληνικής Αναλογιστικής Αρχής, θα πήγαινε στο 24% μέχρι το 2050. Ένα από κάθε 4 ευρώ του ΑΕΠ, αν δεν κάναμε κάτι, θα πήγαινε για συντάξεις. Είναι προφανές ότι το σύστημα αυτό δεν ήταν βιώσιμο.
Αύριο εγκρίνεται στο Υπουργικό Συμβούλιο το πλαίσιο μιας μεγάλης ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, η οποία θα αφορά και τον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα. Με ενιαίους κανόνες, που εναρμονίζουν τη χώρα μας με αυτά που συμβαίνουν στην υπόλοιπη Ευρώπη και βάζουν τις βάσεις για μια πραγματική βιωσιμότητα του συστήματος.
Και με ένα αίσθημα δικαίου, γιατί οι αλλαγές αυτού του είδους, ακόμα και όταν είναι ριζικές και πολλές φορές βίαιες, πρέπει να έχουν την αίσθηση του δικαίου, για να μπορεί κανένας να τις υπερασπιστεί απέναντι στον Έλληνα πολίτη.
Ταυτόχρονα, προχωράμε και πάλι εγκρίνουμε αύριο στο Υπουργικό Συμβούλιο ένα νέο πλαίσιο εργασιακών σχέσεων στη χώρα, ξεπερνώντας αγκυλώσεις του παρελθόντος.
Έναν μηχανισμό διαιτησίας, τον οποίον ακόμα και η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας μάς έχει ζητήσει να αλλάξουμε. Κανόνες ξεπερασμένους, οι οποίοι σήμερα δεν προστατεύουν τον εργαζόμενο ούτε δίνουν τη δυνατότητα να είναι η ελληνική επιχείρηση πιο ανταγωνιστική.
Περάσαμε πριν από μερικές εβδομάδες μια μείζονα μεταρρύθμιση για τον τρόπο με τον οποίον λειτουργεί το κράτος, με το νομοσχέδιο του «Καλλικράτη». Συμπιέζοντας τους πάνω από 1.000 Δήμους σε όλη την Ελλάδα Δήμους και Κοινότητες σε περίπου 300. Καταργώντας γύρω στα 4.000 νομικά πρόσωπα, τα οποία λειτουργούσαν αυτή τη στιγμή, χωρίς να παράγουν αποτέλεσμα σε όλη την Ελλάδα. Με σημαντικές εξοικονομήσεις και βελτιωμένες υπηρεσίες για τον πολίτη.
Περνάμε τις επόμενες εβδομάδες ένα νομοσχέδιο που υποχρεώνει κάθε φορέα του κράτους να δημοσιοποιεί στο διαδίκτυο όλες τις αποφάσεις του, που αφορούν τον Έλληνα πολίτη και ιδίως τις αποφάσεις που αφορούν στην κατανομή χρηματικών πόρων. Έτσι ώστε η λογική του κράτους – λάφυρο, η λογική του κράτους έρμαιο στην εκάστοτε πολιτική ηγεσία, να σταματήσει.
Δεν μπορεί η Ελλάδα να συνεχίσει να χρησιμοποιεί το δημόσιο τομέα για την απασχόληση, το ασφαλιστικό της σύστημα για να κάνει μηχανισμούς πρόνοιας και το κράτος για να μοιράζει παροχές σε όσους αυτό επιθυμεί. Είναι η ώρα να τελειώνουμε με όλες αυτές τις αγκυλώσεις που μας ταλαιπωρούν χρόνια.
Ανοίξαμε πριν από μερικές εβδομάδες το μεγάλο ζήτημα των αποκρατικοποιήσεων. Με μια πολύ μεγάλη ατζέντα, η οποία αξιοποιεί τη δημόσια περιουσία, μέσα από εναλλακτικές διαδικασίες που αφορούν λιμάνια, αεροδρόμια, δρόμους, νερά, τη ρύθμιση του χώρου του στοιχήματος, το χώρο της ενέργειας.
Μια σειρά από αποφάσεις που στην εξειδίκευση τους, τους επόμενους μήνες, θα φανεί ότι αλλάζουν το τοπίο, όχι σε μια διάθεση εκποίησης, αλλά σε μια διάθεση πραγματικής ενεργοποίησης ιδιωτικών πόρων για τη βελτίωση της λειτουργίας πολύ σημαντικών κλάδων της ελληνικής οικονομίας. Προσέλκυση επενδύσεων, ανοίγματος της χώρας στο εξωτερικό, ανοίγματος της χώρας σε επενδυτές.
Ήδη, βλέπουμε τα πρώτα αποτελέσματα. Ήδη, βλέπουμε μια ελληνική οικονομία, που όλοι πιστεύαμε και πολλοί αναλυτές υποστήριζαν ότι θα μπει σε μια βαθύτατη ύφεση, να δείχνει κάποια εξαιρετικά ενθαρρυντικά σημάδια.
Με μια μείωση του ΑΕΠ το α’ τρίμηνο στο 2,5% και όχι στο 4%, όπως είναι ο ετήσιος όχι στόχος, αλλά πρόβλεψη του τριετούς προγράμματος, με μια αύξηση των εξαγωγών, με μια αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, σημάδια θετικής βελτίωσης στις λιανικές πωλήσεις και ένα ενδιαφέρον ξένων επενδυτών για μεγάλες επενδύσεις στη χώρα μας.
Είναι προφανές ότι υπάρχει πάρα πολύ δουλειά να γίνει. Υπάρχει πολύ δουλειά να γίνει, για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε αυτό το πιο βιώσιμο παραγωγικό πρότυπο για τη χώρα που όλοι αναγνωρίζουμε ότι στη σημερινή του μορφή έχει πλέον τελειώσει. Και στο τριετές πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής περιγράφονται με μεγάλη σαφήνεια μια σειρά από παρεμβάσεις σ’ αυτή την κατεύθυνση.
Παρεμβάσεις που διευκολύνουν την ίδρυση και λειτουργία των επιχειρήσεων, παρεμβάσεις που ανοίγουν τα κλειστά επαγγέλματα και βρισκόμαστε ήδη σε διαδικασία συζήτησης, έτσι ώστε να μπορέσουμε το φθινόπωρο να φέρουμε ένα νομοσχέδιο που να καλύπτει όλα τα επαγγέλματα που έπρεπε να ανοίξουν.
Παρεμβάσεις που έχουν να κάνουν με την επιτάχυνση της απορρόφησης των πόρων από τα διαθρωτικά ταμεία, αλλά και που διευκολύνουν τις μεγάλες επενδύσεις, παίρνοντας σαν παράδειγμα τις εξαιρετικά πετυχημένες νομοθετικές παρεμβάσεις και αλλαγές που κάναμε στο πλαίσιο των Ολυμπιακών Αγώνων.
Πρώτος, λοιπόν, πυλώνας αυτού του προγράμματος είναι το δημοσιονομικό πλαίσιο, δεύτερο είναι οι διαρθρωτικές αλλαγές και τρίτο είναι το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Ο Πρόεδρος της Ένωσης αναφέρθηκε στο ρόλο των ελληνικών τραπεζών στην πορεία τους μέσα στο χρόνο. Νομίζω ότι δεν υπάρχει ένας άνθρωπος σ’ αυτή την αίθουσα που να μην αναγνωρίζει τη σημαντική συμβολή των Τραπεζών, το μοχλό που απετέλεσαν για να μπορέσει η ελληνική οικονομία να ξεφύγει από αγκυλώσεις και τα περασμένα χρόνια να αποκτήσει τους ρυθμούς ανάπτυξης τους οποίους ανέπτυξε.
Ταυτόχρονα, ουδείς παραγνωρίζει το σημαντικό ρόλο των τραπεζών στο να μπορέσει η μέση ελληνική οικογένεια να αποκτήσει σπίτι, αυτοκίνητο, να ανοίξει το καταναλωτικό της πρότυπο, παρά, βεβαίως, τις όποιες υπερβολές γίνονται πάντα σε παρόμοιες καταστάσεις.
Όμως, σήμερα το ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται σε μια δύσκολη, κρίσιμη καμπή. Κατάφερε να ξεφύγει από τα χειρότερα της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Βρέθηκε, όμως, στη δίνη της ελληνικής δημοσιονομικής κρίσης. Πληρώνει τις αμαρτίες και τα προβλήματα της κρίσης που αφορά στον τρόπο διαχείρισης του κρατικού Προϋπολογισμού.
Για να μπορέσει όχι απλώς να επιζήσει – αυτό είναι το προφανές – αλλά να εμπεδώσει την εμπιστοσύνη στους καταθέτες, να μπορέσει να συνεχίσει να προσφέρει στην ελληνική οικονομία, για να μπορέσει να συνεχίσει να παρέχει ρευστότητα.
Η ελληνική Κυβέρνηση φρόντισε έτσι ώστε να υπάρχει ένα πλαίσιο, το οποίο δίνει τη δυνατότητα στις ελληνικές τράπεζες να συνεχίσουν να έχουν ρευστότητα.
Επεκτείναμε, όπως γνωρίζετε, το γνωστό πακέτο των 28 δισ. ευρώ κατά 15 δισ. ευρώ στο σκέλος των εγγυήσεων και είμαστε έτοιμοι να το κάνουμε και περαιτέρω, αν παραστεί ανάγκη. Γιατί είναι σαφές ότι δεν πρόκειται να υπάρξει κανένα πρόβλημα ρευστότητας στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.
Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ήταν και είναι καθοριστικός και εξαιρετικά θετικός σ’ αυτή την κατεύθυνση, δίνοντας στην πράξη απεριόριστη ρευστότητα στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, καθησυχάζοντας όλους όσους κινδυνολογούσαν, όλους όσους έσπειραν φήμες, διαρροές, οι οποίες διακινδύνευαν τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον πολίτη, στον καταθέτη και στην τράπεζα του.
Ταυτόχρονα, με το πρόγραμμα τριετούς οικονομικής πολιτικής, το οποίο συμφωνήσαμε με τους εταίρους μας, δημιουργείται για πρώτη φορά στη χώρα μας ένα νέο εργαλείο: το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Στήριξης, το βασικό πλαίσιο του οποίου εγκρίναμε σήμερα στο Υπουργικό Συμβούλιο.
Το Ταμείο αυτό δεν είναι ένα εργαλείο ρευστότητας. Είναι ένα δίχτυ ασφάλειας για τις ελληνικές τράπεζες. Είναι ένα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο θα λάβει 10 δισ. ευρώ από τα 110 δισ. ευρώ που θα πάρει η χώρα μας από τους Ευρωπαίους εταίρους και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Είναι ένα εργαλείο με συγκεκριμένη αρχή, μέση και τέλος, επταετούς ζωής, για να μπορέσει να στηρίξει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα σ’ αυτή τη δύσκολη καμπή.
Θα είναι ενεργό από το καλοκαίρι και θα μπορεί από τον Σεπτέμβριο να λάβει τα πρώτα του κεφάλαια και να είναι σε θέση να βοηθήσει όποια τράπεζα κρίνεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή αιτείται η ίδια η τράπεζα την υπαγωγή της σε αυτό το Ταμείο.
Θέλω να πω κάτι πάρα πολύ καθαρά. Ελπίζω και πιστεύω καμία ελληνική τράπεζα να μη χρειαστεί να το χρησιμοποιήσει. Αλλά, για να μπορέσουμε να είναι ένα εργαλείο που θα λειτουργήσει ως δίκτυ ασφάλειας, θα πρέπει και οι ελληνικές τράπεζες να κάνουν και αυτές τις δικές τους κινήσεις.
Στη σημερινή συγκυρία, η ελληνική Κυβέρνηση και η Ε.Ε., μέσω της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, διασφαλίζουν στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα τη βιωσιμότητα, τη ρευστότητα και την προοπτική. Κι εσείς οι ίδιοι πρέπει να διασφαλίσετε για τον εαυτό σας και να δώσετε πίσω στην ελληνική κοινωνία αυτά τα οποία περιμένει.
Είναι η στιγμή να δούμε μεγάλες κινήσεις που θα διασφαλίσουν το μέλλον του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Είναι η στιγμή να δείτε τον τρόπο λειτουργίας σας, είναι η στιγμή να δείτε πολύ προσεκτικά τους όρους, για παράδειγμα, με τους οποίους αμείβονται υψηλόβαθμα στελέχη, είναι η στιγμή να δείτε πώς μπορείτε να εξαντλήσετε κάθε τρόπο παροχής ρευστότητας με τους πιο σωστούς όρους, στο ελληνικό νοικοκυριό και στην ελληνική επιχείρηση.
Από την πλευρά της, η Πολιτεία θα κάνει ό,τι μπορεί να στηρίξει αυτή την προσπάθεια και το έχουμε αποδείξει ήδη, μέσα από μια σειρά εργαλεία, όπως είναι το ΤΕΜΠΜΕ και άλλα.
Θα είμαστε κοντά, για να μπορούμε να δουλέψουμε μαζί, για ένα κοινό σκοπό, που είναι το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα να εξακολουθήσει να έχει το σημαντικό αναπτυξιακό ρόλο, τον οποίο είχε όλα αυτά τα χρόνια στην πορεία της ελληνικής οικονομίας από μια υπανάπτυκτη οικονομία σε μια από τις πλουσιότερες οικονομίες του κόσμου.
Σε αυτή τη δύσκολη καμπή, η Πολιτεία στηρίζει το τραπεζικό σύστημα μαζί με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το τραπεζικό σύστημα πρέπει να στηρίξει τον εαυτό του, αλλά και την ελληνική οικονομία.
Κυρίες και κύριοι, κλείνω, επιστρέφοντας εκεί που ξεκίνησα. Είναι η στιγμή να είμαστε αισιόδοξοι. Περάσαμε τα πιο δύσκολα. Δεν ισχυρίζομαι ότι ο δρόμος είναι στρωμένος με ροδοπέταλα.
Για την Κυβέρνηση, ο δρόμος είναι στρωμένος με πολλές προκλήσεις, με μια πολύ δύσκολη πολιτική συγκυρία, στην οποία, όμως, σας διαβεβαιώνω ότι δεν πρόκειται να κάνει πίσω.
Για την ελληνική κοινωνία είναι η στιγμή όπου πρέπει να μετατρέψουμε την αγωνία για το μέλλον, την ανασφάλεια που αισθάνεται ο κάθε Έλληνας για το μέλλον του, το μέλλον των παιδιών του, τη δουλειά του, σε δημιουργικότητα, σε προοπτική.
Να μπορέσουμε να πείσουμε ότι οι δυνατότητες αυτής της χώρας είναι απεριόριστες. Αρκεί να θελήσουμε να κάνουμε όλα όσα δεν έχουμε κάνει όλα αυτά τα χρόνια. Από τη δική μας την πλευρά, το έχουμε αποφασίσει, είμαστε σίγουροι ότι το έχετε αποφασίσει και εσείς και το έχει αποφασίσει και ο Έλληνας πολίτης.
Ευχαριστώ πολύ.



























