Του Γιάννη Βλατή*
Τροποποιώντας το νόμο «περί ευθύνης υπουργών
Ο νόμος «περί ευθύνης υπουργών» του 2003 έχει γίνει αντικείμενο χλευασμού από ΜΜΕ και πολίτες πολλές φορές τα τελευταία χρόνια. Όχι αδικαιολόγητα, οι περισσότεροι κάνουν λόγο για ρυθμίσεις που λειτουργούν προστατευτικά για πρώην και νυν υπουργούς, καθιστώντας τους ουσιαστικά ανεύθυνους για όποια πράξη ή απόφασή τους.
Συζητώντας την τροποποίηση του συγκεκριμένου νόμου στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής κατέληξα στο εξής συμπέρασμα. Τελικά είναι λανθασμένη η εντύπωση που έχει δημιουργηθεί, ότι για την κρίση αξιοπιστίας που διέρχονται οι σχέσεις κοινωνίας – πολιτικού συστήματος αλλά και για την πάγια πλέον στάση της Βουλής να μην «ανιχνεύει» πολιτικές ευθύνες ποτέ και για κανέναν, ευθύνονται οι νόμοι.
Δεν ευθύνεται το Σύνταγμα και ο Ν. 3126/2003 για το πρωτοφανές φαινόμενο να κρίνει η Βουλή όλους τους Υπουργούς «άμοιρους» ευθυνών. Δεν ευθύνονται οι θεσμοί για την καταστρατήγησή τους, λόγω κομματικών σκοπιμοτήτων. Ποιος ευθύνεται; Δυστυχώς εμείς οι ίδιοι –και αναφέρομαι σε όλους τους βουλευτές ανεξαιρέτως-. Μπορεί να μην σπαταλήσαμε όλοι δημόσιο χρήμα, μπορεί να μην μοιραστήκαμε τις μίζες και στην πλειονότητά μας να είμαστε έντιμοι και να μην υπηρετούμε κανένα άλλο συμφέρον πέραν αυτού της χώρας. Ποιον όμως τιμωρήσαμε ποτέ παραδειγματικά επειδή δε σεβάστηκε τη θέση ισχύος του; Σε ποιον επίορκο δείξαμε ποτέ την πόρτα της φυλακής; Σε κανέναν απολύτως.
Κάθε φορά που ένας υπουργός του κόμματος με τη βουλευτική πλειοψηφία εγκαλείται για παράνομες πράξεις, η απόφαση της Βουλής, είτε για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, είτε για δίωξη, είναι αρνητική. Οι εξεταστικές επιτροπές για το Βατοπαίδι, τα ομόλογα και τη Siemens είχαν ένα μόνο αποτέλεσμα, το γνωστό: Όσα κόμματα, τόσα πορίσματα. Πλειάδα εμπλεκομένων, καμία ευθύνη. Δημόσια χρήματα και εκτάσεις αντάλλαξαν χέρια και τελικά τα μεν πρώτα έκαναν φτερά, τα δε δεύτερα εξαφανίστηκαν κάτω από βουνά εγγράφων που τελικά –δεν (;)- αποδείκνυαν απολύτως τίποτε. Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Και ύστερα αναρωτιόμαστε όλοι –με δήθεν έκπληξη ή παράπονο- γιατί έχει επικρατήσει η ισοπεδωτική κρίση «όλοι ίδιοι είναι».
Πρόκειται για «μερεμέτι»;
Για να γυρίσω λοιπόν στην προχθεσινή συζήτηση της Επιτροπής, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, κ. Καστανίδης, μας παρουσίασε τη δική του εισήγηση για την τροποποίηση του νόμου «περί ευθύνης Υπουργών». Πολλοί βιάστηκαν να πουν, κυρίως στα ΜΜΕ, ότι οι τροποποιήσεις του Υπουργού είναι απλώς συμβολικές. Θα μου επιτρέψετε να διαφωνήσω.
Είναι και συμβολικές, αν λάβουμε υπόψη ότι το άρθρο 86 του Συντάγματος δεν μπορεί ν’ αλλάξει με νόμο, συνεπώς απαιτείται συνταγματική αναθεώρηση. Συμβολικές, διότι ο κ. Καστανίδης, ως αρμόδιος Υπουργός, αναλαμβάνει διαχρονικά για λογαριασμό του πολιτικού μας συστήματος τις ευθύνες για όσα θα έπρεπε να γίνουν νομικά σε ότι αφορά τις ποινικές ευθύνες υπουργών, εισηγούμενος αλλαγές που ανταποκρίνονται στο καθολικό αίτημα των πολιτών για τιμωρία όσων από θέση ισχύος καταχρώνται δημόσιο χρήμα και λειτουργούν εις βάρος των συμφερόντων του ελληνικού λαού.
Είναι όμως και ουσιαστικές. Πρώτον, διότι για πρώτη φορά εξομοιώνονται οι Υπουργοί με τους «απλούς» πολίτες σε ό,τι αφορά το χρόνο παραγραφής των αδικημάτων. Δεύτερον διότι οι νέες διατάξεις προβλέπουν την επιβολή περιοριστικών όρων (ένταλμα βίαιης προσαγωγής, καταβολή εγγυήσεως, απαγόρευση εξόδου από τη χώρα) και στους υπουργούς και υφυπουργούς κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης. Όπως ακριβώς ισχύει και για τους «απλούς» πολίτες. Σ’ εμένα τουλάχιστον αυτές οι αλλαγές δεν φαίνονται καθόλου συμβολικές. Η ισονομία δεν είναι ποτέ συμβολική. Είναι ουσιαστική. Είναι πραγματική δικαιοσύνη. Τι θα πει «απλός» πολίτης; Ο υπουργός δηλαδή δεν είναι πολίτης;
Μια και μιλάμε για ουσιαστικές αλλαγές, θα ήθελα ν’ αναφερθώ στο άρθρο 86. Είναι αλήθεια ότι σήμερα, ούτε ο Υπουργός, ούτε η Βουλή μπορεί ουσιαστικά ν’ αλλάξει αυτό που προβλέπει το Σύνταγμα. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν πρέπει ν’ αλλάξει. Είμαι απόλυτα σύμφωνος με όσους λένε ότι όλοι οι Έλληνες, ανεξαρτήτως αξιωμάτων, θα πρέπει απέναντι στη δικαιοσύνη να είναι ίσοι. Αυτό σημαίνει, ότι όταν οποιοσδήποτε Έλληνας, «απλός» πολίτης ή Υπουργός διαπράττει ένα αδίκημα, θα πρέπει να πηγαίνει στη δικαιοσύνη και εκεί πλέον, βάσει των προσκομιζόμενων στοιχείων, δικαστές να κρίνουν την αθωότητα ή την ενοχή του. Αφορά λοιπόν την ουσία του ζητήματος και δεν είναι απλώς συμβολική η θέση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ότι η συζήτηση για την αναθεώρηση του άρθρου 86 του Συντάγματος, πρέπει ν’ ανοίξει τώρα. Ακόμη πιο ουσιαστικό θα είναι, αν δε μείνουμε απλώς στη συζήτηση, αλλά συμφωνήσουμε σήμερα για τη μορφή που πρέπει να έχει το νέο άρθρο. Να μην περιμένουμε την αναθεωρητική Βουλή. Να δεσμευτούμε όλοι, τώρα, όχι μόνο ότι η επόμενη Βουλή θα βάλει τέλος στην ανισότητα, αλλά και με ποιο τρόπο θα πετύχει κάτι τέτοιο. Μόνο αν οι δικές μας πράξεις έχουν ουσία σήμερα, θα οδηγήσουν στην επανάκτηση της εμπιστοσύνης του ελληνικού λαού αύριο.
Δραστικότερα Μέτρα
Και επειδή οι πολίτες δεν ζητούν μόνο την τιμωρία, αλλά και την επιστροφή «των κλεμμένων», θεωρώ ότι εξίσου ουσιαστική και ορθή είναι και η ρύθμιση του άρθρου 4 του νομοσχεδίου, με το οποίο προβλέπεται η υποχρεωτική κατάσχεση των οικονομικών ωφελημάτων που τυχόν προέκυψαν από την αξιόποινη πράξη του Υπουργού, καθώς και η δέσμευση λογαριασμών και λοιπών χρηματοπιστωτικών προϊόντων μετά την άσκηση ποινικής δίωξης για κακουργηματική πράξη, σε βάρος είτε Υπουργών είτε Υφυπουργών, με απόφαση του ανακριτή.
Αναφορικά δε με τη σύσταση του Τριμελούς Γνωμοδοτικού Οργάνου, αποτελούμενου από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, το οποίο θα γνωμοδοτεί για πιθανή ποινική ευθύνη βάσει των στοιχείων που υπάρχουν, παρότι δεν θα δεσμεύει τη Βουλή, θα αποτελεί ωστόσο γνώμονα στη λήψη της απόφασης. Γιατί εμείς δεν είμαστε νομικοί – τουλάχιστον όχι όλοι-, ούτε δικαστές και κατά τη γνώμη μου καλά θα κάναμε όταν μας υποδεικνύουν οι πλέον αρμόδιοι ότι υπάρχουν λόγοι για περαιτέρω διερεύνηση του ζητήματος που κάθε φορά προκύπτει, να αφήνουμε κατά μέρος τις κομματικές σκοπιμότητες και να αποφασίζουμε βάσει του νόμου.
Με δύο λόγια, οι τροποποιήσεις του κ. Καστανίδη ένα στόχο έχουν και μπορούν να τον πετύχουν. Να βάλουν τέλος στην αυθαιρεσία της πλειοψηφίας. Να μας καταστήσουν όλους, ανεξαιρέτως, «απλούς» πολίτες όχι για «τα μάτια του κόσμου» αλλά στα μάτια του νόμου.
*O Γιάννης Βλατής είναι Πρόεδρος της Διαρκούς Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης




























