Οι ένστολοι πάντοτε ήταν το καμάρι του Έθνους. Και δικαιολογημένα. Διότι πολλές, αναρίθμητες φορές εκκλήθησαν να προσφέρουν την ζωή τους, τα υπάρχοντά τους και να προτάξουν τα κορμιά τους διά την σωτηρία της Πατρίδος. Της περίβλεπτης αυτής μικρής χώρας όπου θεωρούσαν ως υποχρέωσή τους και καθήκον τους να υπηρετούν χωρίς διαμαρτυρίες, χωρίς αντιρρήσεις και ξετσίπωτες πεζοδρομιακές ασχήμιες.
Ως υπηρεσίες πάντοτε παλαιά εθεωρούντο υποβαθμισμένες αν και ήσαν οι στυλοβάτες του έθνους και του λαού.
Οι μισθοί τους μάλλον ήσαν μισθοί φτώχειας και αυτός ήταν προφανώς ο λόγος που αυτοί οι οποίοι εδιάλεγαν μία παρόμοια υπηρεσία ως επάγγελμα ήσαν συνήθως άνθρωποι της υπαίθρου οι οποίοι κολλούσαν άσχημα στους βουλευτές προκειμένου να τους προωθήσουν στις ανάλογες σχολές. Όπου σπάνια θα συναντούσες νέους μεγάλων ή μικρών πόλεων.
Αυτοί όμως οι νέοι που προήρχοντο από την ύπαιθρο, ελάμβαναν τέτοια σπουδαία αγωγή κα τόσο υψηλή διδαχή και ανωτέρα μόρφωση που οι πολίτες δεν αισθάνοντο μόνον ασφαλείς αλλά και πολύ υπερήφανοι γι’ αυτούς. Οι δε κυβερνήσεις, όποιες και αν ήσαν αυτές, καμάρωναν δια τους πιστούς φρουρούς και ασπίδες του έθνους και του λαού.
Η υπακοή εις τους νόμους του κράτους και εις τις εντολές των ανωτέρων τους, όπως και η πίστη τους και ο σεβασμός προς τους κυβερνώντες την χώρα, ήσαν απεριόριστα συνδεδεμένες με την ψυχή τους και όλο το είναι τους.
Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσαν ήσαν κατά πολύ διαφορετικές αν σκευθούμε ότι δεν μπορούσαν ποτέ να απολαύσουν τις σημερινές πολυτέλειες εις τα σπίτια τους, ακόμη και εις τις υπηρεσίες τους. Ούτε Ι.Χ. αυτοκίνητα είχαν, ούτε τηλεοράσεις, ούτε κινητά κατ’ άτομο στην οικογένεια είχαν (μόνον ακίνητα και σταθερά), ούτε internet και άλλες βλακείες και … κουρουφέξαλα είχαν, ώστε να … ασχολούνται νυχθημερόν. Αυτά που είχαν ήσαν μόνον η αγάπη και αφοσίωση στην δουλειά τους, και ο σεβασμός προς το κράτος και τον πολίτη.
Σήμερα οι μεγάλες οικονομικές απαιτήσεις τους, ώστε να τα έχουν όλα, τους έχουν αφαιρέσει ένα μέρος από τον αυτοσεβασμό τους και την αξιοπρέπειά τους. Ο φόβος τους μήπως χαρακτηρισθούν κατώτεροι από συναδέλφους, συγγενείς, φίλους και γείτονες, προφανώς τους έχει καταντήσει να γίνονται ορισμένοι από αυτούς, μόλις συνταξιοδοτηθούν, βοηθοί σε ψαράδικα, μανάβικα ή παρόμοια επαγγέλματα, ώστε να μην στερηθούν τα σπίτια τους κάποιο είδος πολυτέλειας, ενώ πολλές φορές στερούνται οι ίδιοι την υπόληψη των πολιτών που τους βλέπουν.
Έτσι έχουμε ανώτατους στρατιωτικούς ε.α., να σέρνονται για πενταροδεκάρες μέσα σε δημοτικά συμβούλια, όπως και μέσα σε … καλύβες … ψηφοφόρων τους κατά τις εκλογές, εθνικές για τον βουλευτή τους και τοπικές για τον εαυτόν τους.
Τους βλέπουμε σε οργανώσεις μη κυβερνητικές, σε συλλόγους όλων των ειδών και αποχρώσεων… Και όλα αυτά ή διά το … χρήμα ή δια την ψήφο που αναμφίβολα είναι … χρήμα. Το οποίο βεβαίως καθοδηγεί τις συμπεριφορές τους.
Έπειτα από όλα αυτά, ποίο το παράξενο τους βλέπουμε να κατεβαίνουν στους δρόμους και να διεκδικούν από εκεί τα δικαιώματά τους;
Ποίο το παράξενο αν αντιδρούν εις κάθε κυβερνητική απόφαση που δεν τους αρέσει ή δεν τους συμφέρει;
Ποίο το παράξενο αν δέρνονται αδιάντροπα με τους συναδέλφους τους επειδή προφανώς αυτοί εκτελούν κάποιο κυβερνητικό έργο ή μία κυβερνητική εντολή;
Πρέπει να παραδεχθούμε ότι, ως κοινωνία, έχομε φθάσει σε σημείο ηθικής και πνευματικής παρακμής, τα αποτελέσματα της οποία βιώνουμε σήμερα.
Γράφει: Η Χρυσάνθη
Νικολαϊδου –
Θραψανιωτάκη
Καθηγήτρια – Φιλόλογος





























