
Τα “καπνά” όπως λέγανε κάποτε την καλλιέργεια, ήτανε η πιο βρώμικη και σιχαμερή γεωργική εργασία. Όποιος δεν την έζησε δεν μπορεί να την φαντασθεί. Οι νεώτεροι δεν θα μπορέσουν να το καταλάβουν. Στα δικά μας χρόνια, όλος ο κάμπος μας ήταν καλλιεργήσιμος – μποστάνια – αμπέλια – σιτηρά – καλαμπόκι, κ.α. σπαρτά και καπνοκαλλιέργεια. Ας τα πάρουμε απ’ την αρχή. Πρώτα απ’ όλα ετοιμάζονταν το μέρος που θα έπεφτε ο σπόρος. Ήταν ένα μέρος ένα μέτρο φάρδος και 1,8 μέτρα μήκος. Έπεφτε ο σπόρος και παρά την έλλειψη νερού, υπήρχαν όμως τα “πηγάδια” έπρεπε να ποτίζονται κάθε μέρα με τα ποτιστήρια όπου έπεφτε το νερό σαν ψηλή βροχή. Αυτό γινόταν μέχρις ότου τα φυτά φυτρώσουν και να είναι έτοιμα για φύτεμα στο καπνοχώραφο. Ένα – ένα τα φυτά 1- 1/2 σπιθαμή το ένα από το άλλο…!
ΤΟ “ΚΙΡΝΤΙΣΜΑ”
Δεν ξέρω από που κρατάει η λέξη “κίρντισμα” αλλά πιστεύω ότι είναι μάλλον τουρκική που σημαίνει “μάζεμα”. Έκοβαν τα φύλλα ένα – ένα με το δεξί χέρι και τα τοποθετούσαν προσεκτικά στο αριστερό χέρι προσεκτικά με το κοτσάνι στο αριστερό χέρι το ένα φύλλο πάνω στο άλλο και όταν γέμιζε το χέρι, τοποθετούσαν τα φύλλα μέσα σε ένα κοφίνι, την μία σειρά πάνω από την προηγούμενη, όταν γέμιζαν τα κοφίνια πήγαιναν στο σπίτι. Το “κίρντισμα” γινόταν πριν ακόμα βγει ο ήλιος! Στο σπίτι όλη η οικογένεια έστρωνε κάτω τις “κουρελούδες” και τα φύλλα ήταν στη μέση. Όλη η οικογένεια κάθονταν γύρω – γύρω και άρχιζε το… βελόνιασμα! Οι βελόνες είχαν φάρδος 15 – 20 ίντσες, ήταν πλατιές, στο μπροστινό μέρος ήταν η μύτη, και στο πίσω μέρος είχαν τρύπα, όπου ήταν περασμένος σπάγκος – η αρμαθιά και το μήκος του ήταν γύρω στα 2,5 μέτρα. Μόλις γέμιζε η βελόνα μεταφέρονταν τα φύλλα στον σπάγκο διά μέσου της βελόνας. Όταν γέμιζε ο σπάγκος μετεφέρετο με τα φύλλα στην ξύλινη κορνίζα την “λιάστρα”, η οποία είχε καρφιά, και οι αρμαθιές ετοποθετούντο στον τοίχο, στον ήλιο για να ξεραθούν. Όλη η οικογένεια δούλευε εντατικά για πολύ καιρό κάθε μέρα, βρώμικη εργασία, τα δάχτυλα έπιαναν μια μαύρη “πίσσα” που κολλούσε η νικοτίνη. Τα σπίτια την εποχή εκείνη δεν είχαν τις απαραίτητες εγκαταστάσεις, π.χ. υπόστεγα κ.λπ. και σε μια απότομη αλλαγή του καιρού, με τα ξαφνικά καλοκαιρινά μπουρίνια γινόταν χαμός, πανικός, και δεν υπήρχαν τότε πλαστικά καλύμματα και έβλεπες τον πανικό στον κόσμο που προσπαθούσαν να καλύψουν τις αρμαθιές με κουβέρτες, τσουβάλια, κ.λπ. Εμείς πιτσιρικάδες ήμασταν… περιζήτητοι για το βελόνιασμα, προκειμένου να φάμε κανά καρπούζι ή πεπόνι. Οι αγωνίες, ο κόπος ήταν καθημερινός, μέχρι να τελειώσει το “κίρντισμα” και το “λιάσιμο” όταν ο ήλιος ξέραινε τα φύλλα τα οποία έπαιρναν χρώμα χρυσό. Μετά έρχονταν αυτοί που είχαν τις μηχανές που κάνανε τις αρμαθιές τετράγωνες, και μετά άρχιζε η αγωνία με τα κοράκια τους καπνέμπορους, οι οποίοι κοιτούσαν τα καπνά και δίνανε την εντύπωση στους καλλιεργητές ότι… τους κάνουν χάρη… προσπαθούσαν να βγάλουν τα καπνά, που με τόσο μόχθο είχαν παράγει, να τους τα πάρουν όσο – όσο σε μια ξεφτιλιστική τιμή. Οι παραγωγοί φυσικά αντιδρούσαν διότι αυτά τα χρήματα που τους δίνανε ήταν ξεφτιλιστική τιμή και τρέμανε μην τυχόν “σπάσει” κανείς και πουλήσει πρώτος. Οι έμποροι φεύγανε, ξαναγύριζαν, κ.λπ. Εν τω μεταξύ οι παραγωγοί ήταν χρεωμένοι στον μπακάλη, στον χασάπη, και οι έμποροι τον χαβά τους!!! Εμείς φωτογραφίες βγάζαμε και… έπρεπε να περιμένουμε να πουληθούν τα καπνά! Αγωνία, αβεβαιότητα…
Από το “αιώνιο ελληνικό κράτος”, δεν υπήρχε καμιά προστασία, οι παραγωγοί ήταν στο έλεος των κοράκων καπνεμπόρων. Στο τέλος αυτά που εισέπρατταν – ανάλογα με την εργασία που κάνανε – ήταν σαν να τα χάριζαν στα κοράκια που εκμεταλλεύονταν τον μόχθο και τον ιδρώτα των καπνοπαραγωγών. Αν υπήρχε σωστό κράτος θα έπρεπε να υπάρχει μια τιμή ασφαλείας, να γνωρίζει ο παραγωγός εκ των προτέρων τι θα εισπράξει. Ανέκαθεν οι εργαζόμενοι γεωργοί έπρεπε να κάνουν αγώνες. Προκειμένου να πάρουν αυτά που λογικά δικαιούντο, όπως και όλοι οι εργαζόμενοι.
Γ. Τσαμαντάνης
Αδελαϊδα
































